Oι Ολυμπιονίκες της γκρίνιας

Oι Ολυμπιονίκες της γκρίνιας

O Νίκος Παπαδογιάννης έχει δει πολλές φορές το κουραστικό σήριαλ της Προολυμπιακής καταστροφολογίας.

H γκρίνια των δημοσιογράφων, σας το ομολογώ με παρρησία, είναι ανυπόφορη. Το μοναδικό στοιχείο που είναι πιο ανυπόφορο από αυτήν είναι η γκρίνια των δημοσιογράφων που εχουν προαποφασίσει ότι θα γκρινιάξουν. Μπορείτε να το θεωρήσετε και αυτοκριτική, αυτό που μόλις διαβάσατε, αλλά αφήστε με πρώτα να σας εξηγήσω.

Ο Χρήστος είναι Έλληνας δημοσιογράφος που ταξίδεψε στο Τόκυο για το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα του 2006. Το πρώτο βράδυ μπήκε σε ένα γιαπωνέζικο εστιατόριο, αλλά δεν βρήκε κάτι που να τον συγκινεί στον κατάλογο. Ζήτησε μία μπριζόλα και ψωμί. Όλα τα υπόλοιπα γεύματά του τα χαράμισε σε ένα ιταλικό εστιατόριο, τρώγοντας καρμπονάρες. Μερικές φορές έμεινε και νηστικός. "Το χειρότερο πράγμα στην Ιαπωνία είναι η κουζίνα της", έγραψε στην εφημερίδα που, ανυποψίαστη, πλήρωνε τα έξοδά του: "Σε είκοσι μέρες, έχασα τέσσερα κιλά". Και εκείνο το εκπληκτικό εστιατόριο, όπου εμείς πήγαμε έξι φορές; Έμενε και ανοιχτό μέχρι τις 3 τα ξημερώματα, όπως τα περισσότερα στην πολύβουη ιαπωνική πρωτεύουσα. "Ήτανε στον έκτο όροφο και φοβήθηκα να πάω", απάντησε ο Χρήστος. Στην εφημερίδα του έγραψε ότι "στο Τόκυο δεν βρίσκεις πουθενά να φας μετά τις 10 το βράδυ".

Η Μαρία ήταν απεσταλμένη ελληνικού τηλεοπτικού καναλιού στο Πεκίνο, για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2008. "Οι ταξιτζήδες δεν μιλάνε καλά αγγλικά, αλλά σας προσφέρουμε έναν οδηγό με χρήσιμες φράσεις και σας συνιστούμε να έχετε μαζί και το βιβλιαράκι με τα ονόματα των ξενοδοχείων και των γηπέδων γραμμένα στα μανδαρίνικα", έλεγε η οδηγία που λάβαμε όλοι οι απεσταλμένοι. "Και, το σημαντικότερο: δεν χρειάζεται να πάρετε ταξί, αφού το μετρό και τα διαπιστευμένα λεωφορεία σας πηγαίνουν παντού, 24 ώρες το 24ωρο. Δεν χρειάζεται να μπλέξετε στο μποτιλιάρισμα". Η Μαρία βαρέθηκε να διαβάσει το βιβλιαράκι. "Χάος από την κίνηση στους δρόμους", είπε στην πρώτη της ανταπόκριση από το Πεκίνο. "Και δεν βρίσκεις ταξί ούτε για δείγμα. Ακόμα και αν σταθείς τυχερός, είναι αδύνατο να συνεννοηθείς στα αγγλικά".

Ο Πέτρος πέταξε για το Λονδίνο, για να παρακολουθήσει τους Αγώνες του 2012. "Η πόλη είναι ασφαλής, αρκεί να χρησιμοποιεί ο επισκέπτης την κοινή λογική. Να είστε προσεκτικοί όταν κυκλοφορείτε ανάμεσα στα πλήθη των τουριστών και των ντόπιων, σε πολυσύχναστα σημεία. Μη προκαλείτε τους πορτοφολάδες με τη συμπεριφορά σας". Ο Πέτρος τηλεφώνησε στον αρχισυντάκτη του έξαλλος από τον θυμό: "Κρατούσα στο χέρι μου την τσάντα με το λάπτοπ, αλλά πετάχτηκε κάποιος επιτήδειος και μου την άρπαξε, ενώ μιλούσα στο τηλέφωνο. Όταν πήγα στο αστυνομικό τμήμα για να καταγγείλω την κλοπή, είδα ότι έλειπε και το πορτοφόλι μου. Πού να φανταστώ ότι θα μου το έπαιρναν μέσα από την κωλότσεπη;" Πλησίαζε η ώρα για να γράψει την ημερήσια στήλη του. "Άντρο εγκληματικότητας το Λονδίνο, σε κλέβουν μέρα μεσημέρι στην Όξφορντ Στριτ. Και η αστυνομία σηκώνει τα χέρια ψηλά".

Ο Γιάννης είχε κλείσει δωμάτιο στο Δημοσιογραφικό Χωριό της Ατλάντα και περίμενε να τα βρει όλα τέλεια. Ήταν βέβαια φοιτητική εστία, αλλά αυτό δεν ήταν δικαιολογία για τις φθαρμένες καρέκλες και για το ελαττωματικό καζανάκι. Ούτε έφταιγε για το προβληματικό ίντερνετ ο ραδιοσταθμός που του πλήρωνε τόσα λεφτά για να έχει απεσταλμένο στην πηγή των γεγονότων. Ο Γιάννης προσπάθησε να διασκεδάσει τα νεύρα του με ένα αξιοπρεπές γεύμα, περπάτησε 20 λεπτά για να φτάσει στο εστιατόριο, αλλά είχε ουρά, πάνω από 20 άτομα. Η πελατεία ήταν αραιή μόνο στο βετζετέριαν, αλλά εμείς δεν τρώμε φαγητό για κατσίκες, αυτά είναι για τα αμερικανάκια. Τηλεφώνησε στην Αθήνα και ζήτησε να τον βγάλουν στον αέρα. "Χάος στα Χωριά των αθλητών και των δημοσιογράφων", ξεσπάθωσε από τα ερτζιανά. "Χαλασμένα υδραυλικά, ατελείωτες ουρές για φαγητό που δεν τρώγεται, έπιπλα από το 1950, ίντερνετ που σέρνεται και αγενείς εθελοντές που δεν ξέρουν τι τους γίνεται. Φανταστείτε ότι αναγκάστηκα να περπατήσω μία ώρα μες στο λιοπύρι μέχρι το εστιατόριο και αυτοί μου έλεγαν ότι έπρεπε να πάρω ποδήλατο".

Του Μανώλη έτρεμε το φυλλοκάρδι του. Δεν θες να γίνει κανένα τρομοκρατικό χτύπημα και να αφήσουμε τα κοκκαλάκια μας εδώ στη Μασσαλία; Έβλεπε τους δρόμους γεμάτους μετανάστες και ανατρίχιαζε σύγκορμος. Δεν τολμούσε καν να μπει στο μετρό, με τόσους μαύρους και σκούρους γύρω του. "Δεν μπορείς να κυκλοφορήσεις στους δρόμους", έγραψε στην ιστοσελίδα που του πλήρωσε τα οδοιπορικά. "Όλοι σε κοιτάζουν απειλητικά, με σκοτεινά βλέμματα". Κανένας δεν τον πείραζε και κανένας δεν τον κοιτούσε απειλητικά, αλλά ο φόβος είχε τους δικούς του κανόνες. "Στο έλεος των τρομοκρατών το Euro", έγραψε μόλις κατόρθωσε να σκεφτεί έναν πιασάρικο τίτλο. "Παντού ακούς αραβικά, αλλά αστυνομία δεν βλέπεις πουθενά". Κλεισμένος στο δωμάτιο του ξενοδοχείου του, αποφάσισε να παρακολουθήσει τον ημιτελικό από την τηλεόραση για να μη διακινδυνεύσει. Με το σώβρακο, με πίτσες και με μπύρες. Τις συνεντεύξεις που χρειαζόταν θα τις έβρισκε από το διαδίκτυο, με ελάχιστη καθυστέρηση. Λίγο πριν αρχίσει ο αγώνας, ο Μανώλης παρατήρησε από το παράθυρό του δύο οπλισμένους πολιτσμάνους να περιπολούν στον δρόμο. "Αστυνομοκρατία στην πόλη", ξεσάλωσε την επόμενη μέρα. Είδε και μία γέρικη κούκλα να επιπλέει στο συντριβάνι της πλατείας. "Εάν ήμουν στο Ρίο, θα έγραφα ότι είναι χέρι από πτώμα, χα χα...".

Ο Χρήστος, η Μαρία, ο Πέτρος, ο Γιάννης και ο Μανώλης είναι φανταστικά πρόσωπα. Τα παραδείγματα, όμως, αντλήθηκαν από την πραγματική ζωή. Και δεν αποτελούν ελληνικό μονοπώλιο τέτοια φαινόμενα, κάθε άλλο. Ο Έλληνας είναι υποχόνδριος, αλλά όχι όσο ο Αμερικανός, ο Ισπανός, ο Γάλλος.

Θέλετε να σας διηγηθώ ξανά την ιστορία με τον Φινλανδό δημοσιογράφο που έβγαλε από το σακίδιό του ένα βρωμερό μισοψημένο ψάρι για να το φάει μέσα στο κέντρο Τύπου στη Λιθουανία; Καλύτερα όχι, γιατί θα βγούμε εκτός θέματος.

Εμείς οι καλομαθημένοι εκπρόσωποι της "τέταρτης εξουσίας" έχουμε γεννηθεί για να γκρινιάζουμε, συνήθως αδικαιολόγητα και προκλητικά.

Όταν μας αρκεί μία καρέκλα, ένα τραπέζι και ένα κρεβάτι, ζητάμε πολυθρόνες και ανάκλιντρα. Όταν τρωγόμαστε με τα ρούχα μας, απαιτούμε να μας κάνουν οι άλλοι υποκλίσεις για να μας περάσουν τα υπερξιακά. Όταν το Ολυμπιακό Χωριό μας θυμίζει το σπίτι μας, ζητάμε παλάτια. Όταν βαριόμαστε να κάνουμε ρεπορτάζ, πουλάμε γνώμη με την άνεση του κλιματιστικού.

Εκείνοι που τελικά πιάνουν πάτο είναι όσοι ποτίζουν τα κείμενά τους με το δηλητήριο του ρατσισμού ή έστω με ποταπά και προσβλητικά για τους οικοδεσπότες κλισέ. Οι τεμπέληδες Βραζιλιάνοι, οι αχάμπαροι Κινέζοι, οι ρομπότ Γερμανοί, οι ξενέρωτοι Άγγλοι, λοι μεθύστακες Ρώσοι, οι ανεύθυνοι Έλληνες.

Μπορώ να σας αφηγηθώ με λεπτομέρειες τι λένε τα ρεπορτάζ από το Ρίο, αυτά που περιγράφουν το "απόλυτο χάος" και το "οργανωτικό φιάσκο" ντε, παρ'όλο που δεν τα έχω διαβάσει.

Κατά πάσα πιθανότητα, έχω γράψει και εγώ παρόμοια, όταν ήμουν ακόμη μικρός, από την Ατλάντα, το Σίντνεϊ, το Πεκίνο. Αλλάζουν μόνο τα τοπωνύμια και τα ονόματα των ντόπιων που διανθίζουν τις ανταποκρίσεις με -συνήθως κίβδηλες- καταγγελίες ή και διαβεβαιώσεις.

Είμαι βέβαιος ότι οι Αγώνες του Ρίο ντε Ζανέιρο θα κυλήσουν ομαλά και τελικά θα χειροκροτηθούν από θεατές και επισκέπτες, όπως συνέβη το 2000, το 2008, το 2012, ακόμα και το 2004 στην πατρίδα του άρπα-κόλλα! Τα τελευταία 20 χρονια, μόνο οι Αμερικανοί τα έκαναν ρόιδο.

Η μελλοντική κληρονομιά αυτής της Ολυμπιάδας είναι άλλου (καθολικού) παπά ευαγγέλιο. Και ίσως το μοναδικό κεφάλαιο στο οποίο έχει νόημα και ουσία η θεσμοθετημένη γκρίνια...