Ταξίδι στο όνειρο με τον Πάνο Ρέτσο!

Ταξίδι στο όνειρο με τον Πάνο Ρέτσο!

Το FourFourTwo του gazzetta.gr συνάντησε στη Γερμανία τον Πάνο Ρέτσο, ο οποίος αφηγείται πώς ζει το «παραμύθι» του. ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΤΟ ΛΕΒΕΡΚΟΥΖΕΝ: Λευτέρης Ντανοβασίλης.

Η γερμανική ποδοσφαιρική αργκό είναι γεμάτη από αμετάφραστες λέξεις και φράσεις. Η λέξη «Polyvalenz» για παράδειγμα συνδέεται με τον παίκτη που είτε παίζει με άνεση σε πολλές θέσεις είτε έχει πάρα πολλές αρετές και ελάχιστες αδυναμίες. Όταν, λοιπόν, η γερμανική έκδοση του Eurosport είχε τίτλο «Gott der Polyvalenz» (σ.σ. όπου Gott=Θεός) ήταν μία προσπάθεια να συνδυάσει δύο πράγματα. Τη χώρα των Θεών και των Μύθων, Ελλάδα, από τη μία και έναν παίκτη που μπορεί να παίξει παντού από την άλλη. Ο Πάνος Ρέτσος μόλις είχε υπογράψει στη Λεβερκούζεν.

Το FourFourTwo του gazzetta.gr ταξίδεψε μέχρι τη BayArena για να διαπιστώσει αν ο γερμανικός Τύπος, που χρησιμοποίησε κατά κόρον το «Polyvalenz», έπεσε μέσα. Η συνέντευξη είχε οριστεί την επομένη του παιχνιδιού με την Μπάγερν. Οι άνθρωποι της Μπάγερ μας οδήγησαν στο media center, το οποίο άνοιξε μόνο για εμάς, όπου περιμέναμε τον Έλληνα αμυντικό. Και όταν έφτασε το σκηνικό ήταν κάτι σαν αποκάλυψη: μπήκε με το δεξί πόδι, μας χαιρέτησε με το αριστερό χέρι, μίλησε λίγα γερμανικά, λίγα αγγλικά και στη συνέχεια κάναμε αυτό που έμοιαζε λογικό: συζητήσαμε στα ελληνικά. Πέρασε από τη δεξιά πλευρά του τραπεζιού για να κάτσει αριστερά και στο δικό μας μυαλό υπήρχε μόνο ένα πράγμα: «Polyvalenz» όνομα και πράγμα!

«Όχι» του λέει ο κατά συνθήκη φωτογράφος μας, Θέμης, τον οποίο επιστρατεύσαμε από το πουθενά. «Καθίστε δίπλα, έχει καλύτερο φωτισμό». Οι Γερμανοί έχουν πέσει διάνα! Αν πρόλαβε να τα κάνει όλα αυτά μέσα σε 30 δευτερόλεπτα, σκέψου τι μπορεί να κάνει στο γήπεδο.

Ο τεχνικός της Λεβερκούζεν Χάικο Χέρλιχ δεν μας έκανε τη χάρη να τον δούμε να παίζει στο μεγάλο ματς με την Μπάγερν. «Δεν με πείραξε καθόλου. Ο προπονητής είχε τους λόγους του», σχολίασε ο Ρέτσος με απόλυτη ηρεμία. Η ευκαιρία μας, όμως, ήρθε το επόμενο πρωί στο φιλικό με τη Λότε, ομάδα τρίτης κατηγορίας, στο οποίο αγωνίστηκαν εκείνοι που δεν ξεκίνησαν βασικοί στην ήττα (1-3) από τους Βαυαρούς. Ο Πάνος ήταν ο κορυφαίος της Μπάγερ. Ο μοναδικός με όρεξη στο πρωινό ματς. Αλλά και πάλι ήρθε μία φάση να του χαλάσει τη διάθεση, όταν ο διαιτητής του καταλόγισε – στην καλύτερη περίπτωση τραβηγμένο – πέναλτι. Αυτή η φάση αποτέλεσε και το έναυσμα της συζήτησής μας.

Ο εκνευρισμός του κράτησε μόλις για λίγα δευτερόλεπτα. «Το είδατε, δεν το είδατε;», λέει, κάνοντας υποσυνείδητα την κίνηση προς το τραπέζι. Αφού τον διαβεβαιώσαμε ότι έχει δίκιο, χαμογέλασε, έκατσε πίσω στην καρέκλα και συνέχισε: «Εντάξει, ένα φιλικό ήταν». Από τη στιγμή που οι ίδιοι οι προπονητές του δήλωσαν απόλυτα ικανοποιημένοι από την εμφάνισή του, ποιοι είμαστε εμείς να τους αμφισβητήσουμε;

Παίρνει βαθιά ανάσα και περιμένει την επόμενη ερώτηση. Μπορεί να είναι μόλις 19 ετών και όλα τώρα να δείχνουν ρόδινα, αλλά το ξεκίνημα της καριέρας ενός επαγγελματία ποδοσφαιριστή στις περισσότερες περιπτώσεις θυμίζει κόλαση, ακόμη και αν η πρώτη ανάμνηση φέρνει πάντα μία παράξενα ευχάριστη νότα νοσταλγίας. «Υπήρχαν φορές που ο πατέρας μου μας πήγαινε με τον Μανθάτη στον Κένταυρο. Ήμασταν τότε στην Κ12, Κ13 (προσπαθεί να θυμηθεί ακριβώς, αλλά δεν τα καταφέρνει) και συνέχεια ακούγαμε Derti FM στο αυτοκίνητο. Θυμάμαι, λοιπόν, τον Μανθάτη να μου λέει: αχ, αυτός ο πατέρας σου. Δεν μπορώ να ακούω Derti FM στις 7 το πρωί. Τρελαίνομαι! Να σου πω την αλήθεια, το ίδιο πάθαινα κι εγώ», συμπληρώνει και ξεσπάει σε γέλια.

Τα συναισθήματα άλλαξαν πολύ γρήγορα με δική μας ευθύνη. Έτσι, όταν αναφέραμε τις μέρες που ήταν ball boy των συμπαικτών του στις μικρές ομάδες του Ολυμπιακού, σκοτείνιασε. Ναι, ball boy! «Υπήρξε μία περίοδος που ο κύριος Στορκ (σ.σ. τότε υπεύθυνος των ακαδημιών των ερυθρόλευκων) για τους δικούς του λόγους δεν με υπολόγιζε. Το αποτέλεσμα ήταν το μήνυμά του να περάσει στους προπονητές όλων των κατηγοριών», λέει. Η στάση του σώματός του αμυντική. Είναι απλά ένα αντανακλαστικό άσχημων εμπειριών.

«Εκείνα τα χρόνια τα θυμάμαι πιο έντονα από οποιαδήποτε άλλη περίοδο της ποδοσφαιρικής μου ζωής. Ήταν να κάνουμε το βήμα από την Κ15 στην Κ17, όμως μία μέρα με πήραν τηλέφωνο και μου ανακοίνωσαν ότι θα παίξω στην Κ16, που μόλις είχε δημιουργηθεί. Η λογική ήταν: παίζεις εκεί και βλέπουμε», συνέχισε. Τα πράγματα, τελικά, δεν ήταν όπως τα περίμενε. «Βρέθηκα σε μία ομάδα που είχε όλους κι όλους 12 παίκτες, χωρίς οργάνωση, χωρίς προοπτική. Η κατάσταση ήταν χαοτική», λέει και συνεχώς το βλέμμα του πηγαινοέρχεται στο πάτωμα και σε εμάς. Δεν εννοούσε μόνο την ίδια την ομάδα, αλλά και το επίπεδο του πρωταθλήματος. «Υπήρχαν ματς που κερδίζαμε με 17-0 και άλλα που ο προπονητής έβγαζε τρεις παίκτες στο ημίχρονο, για να γίνει πιο ανταγωνιστικό το παιχνίδι, παίζοντας 11 εναντίον 8», τονίζει με έμφαση.

«Είχα κάνει όντως μία κακή χρονιά για διάφορους λόγους, αλλά αυτό δεν το περίμενα. Ήμουν στα χαμένα». Αν κάποιος βρεθεί σε τέτοιο αδιέξοδο σε αυτή την ηλικία είναι πολύ πιθανό να λυγίσει. Να επιλέξει όχι το μονοπάτι του ποδοσφαίρου, αλλά του σχολείου. Μπορεί πολλοί να μην το έχουν αναλογιστεί, όμως σε αυτή την ηλικία, πριν καν κάποιος ενηλικιωθεί, καλείται να πάρει την πιο σημαντική απόφαση της ζωής του: αν θα κυνηγήσει το όνειρό του να γίνει επαγγελματίας ποδοσφαιριστής. Αν θα μπει σε έναν από τους πιο σκληρούς και απαιτητικούς κόσμους.

Αν δεν τα καταφέρει, οι πιθανότητες να μείνει ικανοποιημένος από την ποιότητα ζωής στη συνέχεια περιορίζονται δραστικά. Και το βάρος είναι μεγάλο. Ο Πάνος δεν ήταν διατεθειμένος να τα παρατήσει, έστω και αν ήταν άριστος μαθητής, όπως μαρτυρούν και οι βαθμοί του (ο πατέρας του, Χρήστος, μπορεί να εγγυηθεί εύκολα για αυτό). Και αυτή δεν ήταν η μοναδική δυσκολία που συνάντησε από μικρή ηλικία, όταν για τον δεχθούν στις ακαδημίες του Ολυμπιακού πέρασε από δεύτερο δοκιμαστικό στις 2 Ιανουαρίου, τη στιγμή που τα παιδιά της ηλικίας του χαίρονταν ακόμα τη μαγεία των γιορτών.

«Κάθε Δευτέρα παίζαμε με την Κ17 κι εγώ πήγαινα με ψυχολογία σαν να είναι ο τελικός του Champions League. Σαν να μην υπάρχει αύριο». Τέτοια ήταν η δίψα του να αποδείξει ότι εκείνοι που δεν τον υπολόγιζαν έπρεπε να το ξανασκεφτούν. «Ήμουν με διαφορά ο καλύτερος παίκτης της ομάδας», λέει με αυτοπεποίθηση. «Μία μέρα, όμως, ο κύριος Στορκ ήρθε και μου μίλησε, λέγοντας ότι δεν του αρέσει το στυλ μου. Αν είναι να το αλλάξω, του είπα, τότε να τα παρατήσω. Δεν θα είμαι ο εαυτός μου». Για ένα παιδί σε τέτοια ηλικία χρειάζονται πολλά... κότσια για να πει κάτι τέτοιο και να επιμείνει σε αυτό, συνεχίζοντας παράλληλα να παλεύει για το μέλλον του στην ομάδα.

«Δεν ενόχλησα κανέναν». Ξαφνικά, ηρεμεί. «Σε ένα από αυτά τα παιχνίδια είχα κάνει εκπληκτική εμφάνιση. Μέχρι και γκολ είχα βάλει. Ήμουν, όμως, όπως πάντα στενοχωρημένος. Έψαχνα απεγνωσμένα μία ευκαιρία. Μία βδομάδα προπονήσεων με την Κ17 θα μου έφτανε για να αποδεχθώ την οποιαδήποτε κρίση. Δεν την πήρα ποτέ. Ύστερα από εκείνο το ματς με πλησίασε ο Γρηγόρης Γεωργάτος και με ρώτησε γιατί ήμουν στενοχωρημένος. Μαζί μου όλα θα πάνε καλά, μου είπε». Βέβαια, ο Πάνος ήταν σκεπτικός. Γνώριζε ότι όσο ο Στορκ παρέμενε στη θέση του, κανένας δεν είχε το σθένος να του υποδείξει ότι ίσως κάνει λάθος. Όταν ο Γερμανός αποτέλεσε παρελθόν, ήταν μία φανταστική στιγμή για εκείνον. Ξαφνικά, μπορούσε να κάνει το επόμενο βήμα. Ο Γεωργάτος αποδείχθηκε πιστός στις υποσχέσεις του. Λογικά, λοιπόν, τον θεωρεί «ποδοσφαιρικό πατέρα».

H «προαγωγή» στην Κ17 επιτέλους ήρθε. «Ήμουν έτοιμος για νέο ξεκίνημα. Στην προετοιμασία ήμουν μέσα στο άγχος», παραδέχθηκε. «Ύστερα από πέντε προπονήσεις, όμως, ο Μαυρογενίδης (σ.σ. ο τότε προπονητής) μας έπιασε μαζί με τον Νικολάου να μας πει τι περιμένει από εμάς. Η σχέση μας εκτός γηπέδου ήταν εκπληκτική και καταφέραμε να τη μεταφέρουμε και εντός αγωνιστικού χώρου». Αυτό που τους είπε θα μείνει για πάντα χαραγμένο στη μνήμη τους. «Η ομάδα ξεκινάει μαζί σας από πίσω», πριν δείξει στον Πάνο πόσο τον πιστεύει. «Εσύ είσαι ο αρχηγός, μου είπε». Και κάπως έτσι έγινε η αρχή. Εκείνη η δήλωση αποδείχθηκε προφητική, καθώς στη συνέχεια ο Ρέτσος έγινε ο νεότερος αρχηγός στην ιστορία του Ολυμπιακού σε ηλικία 18 ετών, 5 μηνών και 20 ημερών, ενώ παράλληλα έσπασε και το αντίστοιχο ρεκόρ, που ανήκε στον Βαγγέλη Βλάχο, στην ιστορία της πρώτης κατηγορίας.

Με τον «τρελό», όπως τον χαρακτηρίζει, Μπέντο («με την καλή έννοια», ξεκαθαρίζει) ήρθε η πιο περήφανη μέχρι τώρα στιγμή στην καριέρα του. «Μία μέρα πριν το παιχνίδι Κυπέλλου με τον Ατρόμητο, μετά την προπόνηση παίζαμε μακρινές μπαλιές με τον Μανθάτη, τον Ανδρούτσο και τον Νικολάου. Ο Μπέντο ήρθε να μας μιλήσει και αγχωθήκαμε, γιατί έπρεπε να είχαμε φύγει για να ξεκουραστούμε. Ήμασταν παιδιά και κάναμε τέτοιες βλακείες», θυμάται ο Ρέτσος. «Αύριο ξεκινάτε και οι τέσσερις, μας είπε. Στη συνέχεια με φώναξε και μου είπε: θα γίνει κάτι πιο ιδιαίτερο για σένα. Θέλω να φορέσεις το περιβραχιόνιο». Η έκφρασή του ήταν γεμάτη απορία. Η αδρεναλίνη είχε ήδη κατακλύσει το σώμα του. «Όχι επειδή μπορεί να είσαι ο παλιός ανάμεσά σας», συνέχισε ο Πορτογάλος. «Νιώθω ότι πρέπει να το φορέσεις εσύ. Μπορείς να τους οδηγήσεις». Ο Έλληνας αμυντικός έμεινε άναυδος.

Σε εκείνο το παιχνίδι αγωνίστηκε ως αμυντικός μέσος. «Ήταν η τέλεια μέρα για να είμαι αρχηγός. Το πιο ωραίο συναίσθημα ήρθε όταν κάναμε τον κύκλο για να δώσω την ομιλία». Τι θα μπορούσε να πει ένα 18χρονο παιδί σε έμπειρους παίκτες όπως ο Καρδόσο και ο Σισοκό; Η φωνή του έπρεπε να τρέμει. Αυτό μπορούσε να συμβεί σε οποιονδήποτε άλλον, αλλά όχι στον Πάνο. «Μίλησα λες και ήμουν δέκα χρόνια στην ομάδα», λέει με περηφάνια. «Αναγκάζεσαι να προσαρμοστείς στις συνθήκες. Ήμουν απλά ο εαυτός μου. Ποιος να το φανταζόταν!». Και τι είχε να πει στο τέλος ο προπονητής του; «Το στήριξες περισσότερο από ότι περίμενα, μου είπε. Ήταν τρομερό». Ακόμη και τώρα μπορείς να διακρίνεις στα μάτια του ότι παραμένει μία ανάμνηση σαν όνειρο.

Τίποτα δεν ήρθε τυχαία, έστω και αν ο Πάνος έχει την αντίθετη άποψη. «Από την πρώτη προετοιμασία με την πρώτη ομάδα είχα ξεκινήσει να προσέχω τη διατροφή μου και τον τρόπο ζωής. Όταν έπαιξα με την Αρούκα, είπα ότι αυτό είναι: μένω στο ποδόσφαιρο». Το ντεμπούτο του ήρθε με τον Μπέντο στον πάγκο, όμως πλέον έχει την αυτοπεποίθηση να γνωρίζει ότι θα αυτό θα ερχόταν ούτως ή άλλως.

Βέβαια, αυτό που ο Έλληνας αμυντικός ονομάζει «τύχη» είναι το «timing» και σε αυτό δεν έχει άδικο. «Τα νέα παιδιά που ήμασταν τότε στην προετοιμασία είχαμε κάνει εξαιρετική δουλειά. Όταν έβλεπες ότι ήμασταν οι μοναδικοί που μπορούσαμε να ακολουθήσουμε τον Κασάμι (για τον οποίο στάζει μέλι, παρά τα όσα έχουν ειπωθεί για το χαρακτήρα του) στην αντοχή και το επίπεδο της δουλειάς που κάναμε, όποιος και να ήταν προπονητής, θα μας έδινε την ευκαιρία. Χρειάζεται, όμως, και τύχη. Να σε βοηθήσουν οι συγκυρίες».

Δηλώνει ανοιχτά ότι χρωστάει πολλά στον Πορτογάλο τεχνικό, που πήρε το ρίσκο σε μία ομάδα όπως ο Ολυμπιακός να μοιράσει ευκαιρίες. «Ανάβω κερί να τον έχουν προπονητή παιδιά 16, 18, 19 ετών», λέει χαρακτηριστικά, χωρίς να μειώνει την προσφορά των υπόλοιπων τεχνικών που συνάντησε στον Ολυμπιακό. Το άγχος ξαφνικά χάθηκε. «Αν κάποιος νεαρός μου πει ότι έχει άγχος πριν το ντεμπούτο του, θα του πω ότι μάλλον θα πρέπει να ασχοληθεί με κάτι άλλο». Το πρώτο του παιχνίδι, λοιπόν, διήρκησε 120’. Και τα πήγε περίφημα.

Όσο προχωράμε στη συνέντευξη, τόσο πιο εκφραστικός γίνεται, πιο ανοιχτός. Τα τελευταία χρόνια υπάρχει ένα... μακάβριο γούρι στην οικογένεια Ρέτσου. Κάθε φορά που ο Πάνος τραυματίζεται και δεν κάνει σωστή προετοιμασία, όλα πηγαίνουν... τέλεια! «Ναι, ισχύει», λέει γελώντας, πριν σοβαρευτεί γρήγορα-γρήγορα. «Μην πάθω και τίποτα σοβαρό όμως».

Φέτος, το γούρι δεν άλλαξε. Ο Έλληνας αμυντικός ξεκίνησε προετοιμασία μετά τις πανελλήνιες, χωρίς να κάνει διακοπές, τραυματίστηκε και εντάχθηκε στη Λεβερκούζεν στο τέλος της μεταγραφικής περιόδου. Στο τελευταίο ματς πριν τη διακοπή η Μπάγερ αντιμετώπισε το Αννόβερο εκτός έδρας. Ο Ρέτσος ήταν βασικός και έτρεξε 11,3 χιλιόμετρα. 11,3! Οι δυνάμεις του μοιάζουν αστείρευτες. «Να σου πω την αλήθεια, δεν μπορώ να το εξηγήσω. Κάποιες φορές νιώθω ότι τα πόδια μου μετά το 80’ δεν πηγαίνουν. Τα δίνω όλα, όμως, μέσα από την ψυχή μου». Ο νους, λοιπόν, καθοδηγεί το σώμα.

Το παραπάνω παιχνίδι έληξε ισόπαλο 4-4. Το σκορ μπορεί να δείχνει ότι αμυντικά υπάρχει πρόβλημα, αλλά τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι. Στο παιχνίδι με την Μπάγερν, που παρακολούθησε το FourFourTwo του gazzetta.gr, ο Χέρλιχ παράταξε την ομάδα του με έξι επιθετικογείς παίκτες! Η Λεβερκούζεν είναι η μοναδική ομάδα στην Bundesliga, που έχει σκοράρει σε όλα τα φετινά της παιχνίδια.

Φυσικά και γνώριζε αυτό το στατιστικό, αλλά όταν του το υπενθυμίζουμε γελάει. «Όταν μπορείς να προσφέρεις κι εσύ επιθετικά, νιώθεις καλύτερα». Ο Ρέτσος έχει ήδη δύο ασίστ (εκείνη στον Μπέντερ ήταν υπέροχη), ενώ η μπάλα έχει περάσει από τα πόδια του σε φάσεις για άλλα τέσσερα γκολ. «Μπορούσα να έχω και περισσότερες ασίστ», τονίζει. Κάνει παύση, γελάει και συνεχίζει. «Και οι συμπαίκτες μου περισσότερα γκολ!». Απέδειξε του λόγου το αληθές στο επόμενο παιχνίδι με τη Χόφενχαϊμ, δίνοντας την ασίστ στον Αλάριο για το τελικό 1-4.

Ίσως ακούγεται παράξενο, αλλά η πιο ανταγωνιστική γραμμή της Λεβερκούζεν είναι η αμυντική. Ο Πάνος, λοιπόν, σε αυτή την αμυντική πεντάδα είναι πέμπτος σε λεπτά συμμετοχής φέτος. Δείγμα του ότι η Μπάγερ δεν ξόδεψε άσκοπα 22 εκατ. ευρώ για να τον κάνει δικό της (17,5 εκατ. ευρώ συν μπόνους, τα οποία πιθανότατα θα πληρωθούν στο ακέραιο). Και ο ανταγωνισμός για την απόκτησή του ήταν μεγάλος.

Όταν, όμως, η Λεβερκούζεν εμφανίστηκε, το deal έκλεισε πολύ γρήγορα. «Ένα πρωί με πήραν τηλέφωνο από τον Ολυμπιακό, μου είπαν ότι η Λεβερκούζεν έδωσε αυτά τα χρήματα και ότι πρέπει να ετοιμάσω βαλίτσες». Σε μία στιγμή τα πάντα άλλαξαν, χωρίς να μπορέσει καν να σκεφτεί τι συνέβη. «Σκέφτηκα πολλά τις επόμενες ώρες από εκείνο το τηλεφώνημα», μας εξομολογήθηκε. Το σοκ ήταν τέτοιο, που έτρεχε η μύτη του αίμα! «Ήταν το όνειρό μου να παίξω με τον Ολυμπιακό στο Champions League, όμως ξέρω ότι έχασα κάτι για να κερδίσω κάτι. Από τότε, το έχω σκεφτεί πολλές φορές και έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι είναι λες και το ήθελε ο Θεός να φύγω. Πραγματικά μπορώ να πω ότι ήταν η πιο σωστή επιλογή».

«Μπροστά στον κ. Φέλερ (σ.σ. τεχνικός διευθυντής) ένιωσα δέος. Μαζί με τον κ. Μπολτ (σ.σ. μάνατζερ της Μπάγερ) μου είπαν πράγματα που κάθε παίκτης θέλει να ακούσει». Η επαφή του με τον κόσμο της Bundesliga αποδείχθηκε καταλύτης στην επιλογή του. «Όταν έφτασα με την οικογένειά μου στο Λεβερκούζεν, δύο άτομα από το σύλλογο ήταν πάνω μας και βοηθούσαν στα πάντα. Από το βρούμε σπίτι μέχρι στα πιο απλά πράγματα». Η μετάβαση σε ένα παράλληλο ποδοσφαιρικό σύμπαν μπορεί να σε σοκάρει.

Στο αεροδρόμιο πριν την αναχώρηση βρέθηκαν συγγενείς, φίλοι και δημοσιογράφοι να τον αποχαιρετήσουν. Άλλωστε, έγινε η πιο ακριβή μεταγραφή Έλληνα στην ιστορία, ενώ για λίγες ημέρες (μέχρι τη μεταγραφή του Αλάριο) ήταν και η πιο ακριβή μεταγραφή της Λεβερκούζεν (η μεταγραφή του Κέβιν Φόλαντ από τη Χόφενχαϊμ είχε ταβάνι τα 18 εκατ. ευρώ). Αν υπολογίσουμε το συνολικό ποσό, μάλιστα, μιλάμε για την τρίτη ακριβότερη μεταγραφή αμυντικού στην ιστορία της Bundesliga (τον ξεπερνούν μόνο οι Χούμελς και Μπενάτια)! Κάποια στιγμή, λοιπόν, έβαλε τα κλάματα. «Ήταν αυθόρμητο». Η ταχύτητα της φωνής του έχει μειωθεί αισθητά, ενώ βλέπεις ένα ντροπαλό χαμόγελο να σχηματίζεται. «Δεν είναι ότι φοβόμουν που φεύγω για το εξωτερικό. Απλά το κλίμα ήταν πολύ συναισθηματικό».

Οι διακρίσεις δεν σταματάνε μόνο στα ρεκόρ της μεταγραφής. Πριν λίγες εβδομάδες το FourFourTwo σε συνεργασία με το Football Manager τον κατάταξε στην 20ή θέση των καλύτερων παικτών στον κόσμο, που δεν έχουν κλείσει τα 20 τους χρόνια, ενώ αναδείχθηκε MVP της Λεβερκούζεν μετά το ντεμπούτο του στο 4-0 επί της Φράιμπουργκ! Τα πολλά χρήματα και οι απαιτήσεις πρέπει να τον βαραίνουν, έτσι δεν είναι; «Καθόλου», απαντάει με στόμφο. «Μπορεί να έβαζα μόνος μου πίεση στον εαυτό μου. Όχι τόσο στο ξεκίνημα της καριέρας μου στη Γερμανία, αλλά στη συνέχεια. Τώρα, όμως, είμαι ξανά ο εαυτός μου».

Η προσαρμογή του αποδείχθηκε εύκολη στο Λεβερκούζεν, όπως λέει και ο ίδιος. Τον βοήθησε το γεγονός ότι η Μπάγερ έχει πολλούς παίκτες στην ηλικία του. Στην ενδεκάδα της ο Πάνος είναι ο δεύτερος νεότερος μετά τον μέσο Χάβερτς (γεννημένος το 1999). Μέχρι τώρα έχει παίξει στα αριστερά της άμυνας, στα δεξιά και στο κέντρο της. Ποια, λοιπόν, είναι η ιδανική του θέση; «Πιστεύω ότι το σύστημά μου είναι με τρεις στο κέντρο της άμυνας και εγώ να είμαι ένας από αυτούς». Μέχρι τώρα, όμως, σπάνια παίζει εκεί. Θα πρέπει κάποια στιγμή να καθιερωθεί στην αγαπημένη του θέση; «Το σημαντικό αυτή τη στιγμή είναι να παίζω», ξεκαθαρίζει. «Από εκεί και πέρα καλό είναι να παίζω σε πολλές θέσεις μέχρι τα 20 μου. Θα έχω τρεις γεμάτες σεζόν. Αν θέλω, όμως, να ανέβω επίπεδο και να φτιάξω το όνομά μου, θα πρέπει τότε να καθιερωθώ στη θέση μου».

Ο βαθμός δυσκολίας είναι πολύ μεγάλος. «Ξέρω απόλυτα τι χρειάζεται για να παίξω σε όλες τις θέσεις της άμυνας, ακόμη και ως αμυντικός μέσος», συνεχίζει με σιγουριά. Το θέμα είναι ότι κανένας δεν δουλεύει ξεχωριστά για κάθε θέση. Είναι απλά θέμα ταλέντου, προσαρμογής και αντίληψης. Σιγά-σιγά γίνεται εμφανές γιατί ο τεχνικός διευθυντής των «ασπιρίνων», Ρούντι Φέλερ, επένδυσε τόσα πολλά πάνω του. «Με μπερδεύει κάποιες φορές (σ.σ. το να παίζει σε διαφορετικές θέσεις), αλλά προσπαθώ να είμαι συγκεντρωμένος 100%», λέει ο Πάνος. «Προσαρμόζομαι». Σύμφωνα με τον αδερφό του Μιχάλη, αυτό το τελευταίο είναι και το μεγαλύτερο ποδοσφαιρικό του προσόν. «Το πιστεύω κι εγώ», επιβεβαιώνει ο αμυντικός της Λεβερκούζεν.

Τι είναι, όμως, αυτό που τον κάνει να ξεχωρίζει; Από τα λεγόμενά του καταλαβαίνεις ότι έχει βάλει σκοπό να γίνει κάτι ξεχωριστό. Και με αυτά που μας είπαν από τη Μπάγερ, όλοι πιστεύουν ότι μπορεί να το καταφέρει. «Αυτό που έχω και λείπει από πολλούς αμυντικούς σε αυτό το επίπεδο είναι το κουβάλημα της μπάλας. Τρελαίνομαι να την παίρνω και να την οδηγάω στην επίθεση. Είναι κάτι που σήμερα οι προπονητές λατρεύουν». Δεν είναι, όμως, μόνο αυτό. Ο Πάνος είναι σούπερ ανταγωνιστικός. «Όταν χάνουμε τρελαίνομαι. Δεν μπορώ να κοιμηθώ. Έχει τύχει να γυρίσω σπίτι στη μία τα ξημερώματα και να κάτσω να δω ξανά το ματς που χάσαμε».

Το μάτι του γυαλίζει. Αν προσθέσουμε και την ευφυία, τότε στο μέλλον μπορεί να αφήσει εποχή στο ελληνικό ποδόσφαιρο. «Προσπαθώ να σβήνω τον αντίπαλο χωρίς να χρειαστεί να φτάσω στο σημείο που να χρειαστεί να πέσω. Όχι ότι δεν το κάνω. Απλά προσπαθώ να τον εξουδετερώσω, ελαχιστοποιώντας το ρίσκο».

Το μέλλον μόνο θα δείξει που θα φτάσει, αλλά τα πρώτα δείγματα είναι άκρως ενθαρρυντικά. Η ωριμότητα είναι ένα προσόν που δεν συναντάς εύκολα στην ηλικία του Πάνου. Αυτό φαίνεται περισσότερο στη στάση που προσπαθεί να τηρήσει στη ζωή και στα εφόδια που του έχει δώσει η οικογένειά του. «Όταν κάνεις το χόμπι σου επάγγελμα, δεν υπάρχει πίεση. Δεν υπάρχει άγχος. Δεν υπάρχει τίποτα αρνητικό», μας λέει. «Πρέπει μόνο να το ευχαριστιέσαι. Κάθε πρωί πρέπει να σηκωνόμαστε με τη σκέψη ότι πάμε να κάνουμε αυτό που αγαπάμε, ότι πάω να παίξω ποδόσφαιρο. Όταν φτάνω στο προπονητικό κέντρο το πρωί και βλέπω τους ανθρώπους που φροντίζουν τον αγωνιστικό χώρο να με υποδέχονται με ένα χαμόγελο και εγώ να είμαι με τα μούτρα στο πάτωμα, καταλαβαίνω ότι πολλές φορές δεν μπορούμε να εκτιμήσουμε τα πιο απλά πράγματα. Για ποιον λόγο να είμαι έτσι;», αναρωτιέται.

Έτσι, φροντίζει να περνάει το χρόνο του στην Ελλάδα όσο πιο απλά γίνεται. Τα χρήματα και η επιτυχία δεν τον έχουν αλλάξει. Θα συναντήσει τα παιδιά, δίπλα στα οποία έκανε τα πρώτα του ποδοσφαιρικά βήματα («τον Μανθάτη, τον Νικολάου, τον Ανδρούτσο») και θα βρει τους φίλους του στον Άγιο Δημήτριο. Μαζί θα περάσουν αρκετά βράδια στα σκαλιά ενός Γυμνασίου, όπου μοιράστηκαν τα μαθητικά τους χρόνια. «Αυτό που μου λείπει περισσότερο εδώ είναι αυτή η παρέα». Η νοσταλγία δεν κρύβεται στο βλέμμα του. «Να τους πάρω και να πάμε σε μία καφετέρια της γειτονιάς στον Άγιο Δημήτριο και να τα πούμε. Μόνο αυτό».

Η συνέντευξη φτάνει στο τέλος της. Η αμυντική του στάση έχει εξελιχθεί στην απόλυτη χαλαρότητα. Θυμήθηκε τις άσχημες και τις καλές στιγμές της σύντομης – μέχρι τώρα – καριέρας του, εκμυστηρεύτηκε τα όνειρά του, μοιράστηκε τους στόχους του, ίσως να έμαθε και νέα πράγματα για τον εαυτό του. Μέσα σε λίγα λεπτά προσαρμόστηκε στην παρουσία μας, όπως ακριβώς κάνει και στον αγωνιστικό χώρο. Και φεύγοντας, πήγε να βρει τους φίλους και την οικογένειά του για μεσημεριανό. Αν υπήρχε ένα μέρος στο Λεβερκούζεν, όπως το γυμνάσιο στον Άγιο Δημήτριο, είμαστε σίγουροι ότι εκεί θα προτιμούσε να φάει μαζί τους. Στα σκαλιά, με ένα currywurst στο χέρι. Απλά, σε αντίθεση με το σύνθετο παιχνίδι του...