Ο μάγος της διπλανής πόρτας

Μετά το χθεσινό ρεσιτάλ του Ινιέστα απέναντι στην Ατλέτικο, ο Βασίλης Σαμπράκος γράφει για το απόλυτο πρότυπο του είδους των ποδοσφαιριστών που θα έπρεπε να νοιάζεται να προβάλει το ίδιο το ποδόσφαιρο. 

Παρακολουθώντας το βράδυ της Τετάρτης ακόμη μια φοβερή παράσταση μοντέρνου ποδοσφαίρου της υψηλότερης ποιότητας από τον Αντρές Ινιέστα, έπιασα τον εαυτό μου να αναρωτιέται πώς δεν αποπειράθηκε ο Πεπ Γκουαρδιόλα να τον δελεάσει, πατώντας πάνω στο γεγονός ότι η Μπαρτσελόνα δεν του έχει ακόμη προσφέρει μια συμφωνία για επέκταση του συμβολαίου του (λήγει το 2018), για να τον πάρει στο Μάντσεστερ και να τον βοηθήσει να κόψει δρόμο στο χτίσιμο μιας καλής Σίτι. Ο Πεπ το είχε δοκιμάσει τρία χρόνια πίσω, το καλοκαίρι του 2013, όταν προσπάθησε να τον ψήσει να τον ακολουθήσει στο Μόναχο για να τον χρησιμοποιήσει ως μεταφραστή ποδοσφαίρου εντός τερέν προκειμένου να γίνει το συντομότερο κατανοητός στους υπόλοιπους. Κι ίσως γι' αυτό δεν δοκίμασε και τούτη τη φορά, επειδή γνώριζε από τότε την απάντηση.

Στην εποχή της απόλυτης εμπορευματοποίησης του ποδοσφαίρου ένας παίκτης του υψηλότερου επιπέδου αποφασίζει με ρομαντικά κίνητρα. “Ο Γκουαρδιόλα γνωρίζει πώς σκέφτομαι και τι θέλω, γνωρίζει την επιθυμία μου να τελειώσω στη Μπαρτσελόνα”, απάντησε στην απορία μου, πάνω στην ώρα, χθες βράδυ ο Ινιέστα σε μια συνέντευξη στο ισπανικό ραδιόφωνο Cadena COPE. Αν δεν ήταν τόσο ταπεινός, ο Ισπανός μπαλαδόρος θα αποκάλυπτε αυτό που όλοι φανταζόμαστε, δηλαδή ότι ο δρόμος για το Μάντσεστερ ήταν ορθάνοιχτος αυτό το καλοκαίρι αν ήθελε να τον διαβεί.

Θεωρητικώς, αυτή η δημόσια εκδήλωση της επιθυμίας του να κλείσει την καριέρα του φορώντας τη μοναδική φανέλα συλλόγου που έχει φορέσει ποτέ επαγγελματικά δεν είναι συμβατή με την εξυπηρέτηση των επαγγελματικών συμφερόντων του. Μετά από αυτό, και ενώ ήδη η Μπαρτσελόνα έχει καθυστερήσει να τον καλέσει για διαπραγμάτευση με συνέπεια να της ασκείται κριτική, ο Ινιέστα θα πάει με ανοιχτά χαρτιά σε μια επαγγελματική συζήτηση. Δίνει ασίστ στη διοίκηση για να τον κρατήσει στην πιο συμφέρουσα τιμή, και την ίδια ώρα κλείνει όλες τις πόρτες σε μια εποχή που θα μπορούσε να ζητεί από τον εαυτό του, στα 32 του, ένα τελευταίο πολύ υψηλό συμβόλαιο. Στη σημερινή εποχή του ποδοσφαίρου ο Ινιέστα είναι είδος υπό εξαφάνιση. Και δεν είναι μόνο αυτή η διάσταση που τον κάνει ξεχωριστό.

Δύο χρόνια πίσω έτυχε να βρεθώ στη Βαρκελώνη, προσκεκλημένος της Nike για την παρουσίαση ενός ποδοσφαιρικού παπουτσιού, με τον Ινιέστα στο ρόλο του “μοντέλου”. Περισσότεροι από 400 δημοσιογράφοι από κάθε γωνιά του πλανήτη βρεθήκαμε σε ένα μουσείο σύγχρονης τέχνης στη Βαρκελώνη, σε χώρους ειδικά διαμορφωμένους για αυτή την εκδήλωση. Ακόμη ηχούν στα αυτιά μου οι “Andres, please, show us your face, give us a smile, please look at us, don't look the floor” παρακλήσεις από Αγγλους, Γάλλους, Πορτογάλους, Κινέζους, Αμερικάνους, Αφρικανούς φωτογράφους και βιντεογράφους, που προσπαθούσαν να πείσουν τον Ινιέστα να ποζάρει σε στιγμές που δεν ήταν πάνω στη σκηνή και να μη κυκλοφορεί στην αίθουσα με το βλέμμα καρφωμένο στο πάτωμα. Εχω βρεθεί κοντά σε δεκάδες σούπερ σταρς του παγκοσμίου ποδοσφαίρου και σε αμέτρητους σταρς του ελληνικού. Αν έφτιαχνα μια λίστα με τους πιο ντροπαλούς και ταπεινούς ποδοσφαιριστές, δεν θα είχα καμιά απολύτως αμφιβολία για την “νούμερο 1” επιλογή μου.

Ψυλλιασμένος από άλλες fake δημόσιες “ταπεινές” συμπεριφορές, έστησα ένα πηγαδάκι με συναδέλφους μου που ζουν και εργάζονται στη Βαρκελώνη παρακολουθώντας στενά την Μπαρτσελόνα, ρωτώντας σχετικά με την καθαρότητα και τη γνησιότητα της συμπεριφοράς του Ινιέστα. “Σε εκπλήσσει τώρα, που είναι πιο εξωστρεφής από ποτέ. Μέχρι και πριν από τέσσερα χρόνια πήγαινες να τον ρωτήσεις για τη Χρυσή Μπάλα, για την οποία ήταν υποψήφιος, κοκκίνιζε και κάρφωνε το βλέμμα στο έδαφος. Τουλάχιστον έπαψε να κοκκινίζει συνέχεια”, ήταν η απάντηση που εισέπραξα.

Στην πιο virtual εποχή του ποδοσφαίρου, ο Ινιέστα είναι, αν όχι η μόνη, μια από τις μοναδικές περιπτώσεις ποδοσφαιριστή που δεν αλλοιώθηκε στο ελάχιστο από την φθορά που συνήθως προκαλεί η μεγάλη προβολή, η υπερβολική ψηφιακή έκθεση, ο πλουτισμός, η εύκολη ζωή. Και από τις μοναδικές περιπτώσεις τέτοιας συνέπειας λόγων και πράξεων. Ενα παιδί που χωρίς να φωνάζει έχει βοηθήσει με χρήμα και ενέργειες περισσότερα από δέκα φιλανθρωπικά ιδρύματα, που έφτασε να αγοράσει την ομάδα των παιδικών του χρόνων, την Αλμπαθέτε για να τη σώσει απ' τη χρεοκοπία. Ενας τύπος που κάνει εκτός γηπέδου το ίδιο αθόρυβη ζωή με αυτή που κάνει εντός του τερέν: πάντα πολύτιμος και αθόρυβος, πάντα να αφήνει τις πράξεις να μιλούν, ποτέ προκλητικός, ποτέ εγωπαθής, ποτέ υπερβολικός. Χωρίς σκάνδαλα, κοινωνικά, οικονομικά ή φορολογικά.

Ενα παιδί που τρέχει δίπλα στον φίλο του που χτύπησε, για να του δώσει ένα φιλί στο κεφάλι, επειδή το νιώθει σημαντικό να σταθεί δίπλα του στη δύσκολη στιγμή, κι ας είναι αυτός ο Μέσι.

Πιθανόν να είναι υπερβολή ο ισχυρισμός ότι είναι “αδικημένος” ένας ποδοσφαιριστής που πρωταγωνιστεί εδώ και 14 χρόνια, έχει κατακτήσει τα πάντα σε συλλογικό και εθνικό επίπεδο, έχει φτάσει να γίνει ο δεύτερος παίκτης σε συμμετοχές στην ιστορία της Μπαρτσελόνα πίσω από τον Τσάβι. Είναι όμως ένα δημοσιογραφικό κλισέ αυτό, ότι αδικείται ο Ινιέστα από το γεγονός ότι φλέρταρε αλλά δεν κατέκτησε ποτέ την Χρυσή Μπάλα. Στην πραγματικότητα πάντως είναι το ποδόσφαιρο που έχει αδικηθεί από αυτό, και σίγουρα είναι το ποδόσφαιρο που έχει χάσει από αυτό. Διότι κανονικά αυτόν, τον Ινιέστα θα έπρεπε να προβάλει ως το απόλυτο παράδειγμα του είδους των αθλητών που το ποδόσφαιρο θα ήθελε να φτιάχνει. Αυτός θα έπρεπε να είναι το απόλυτο πρότυπο. Και από αυτή την άποψη είναι κρίμα που ο Ινιέστα μεγαλούργησε στην εποχή της απόλυτης επιρροής των επιχειρηματικών συμφερόντων στις ψήφους που χαρίζουν χρυσές μπάλες. Κρίμα όχι για τον Ινιέστα, αλλά για το ποδόσφαιρο.