Η αποτελεσματικότητα του Πεπ, το μεγαλύτερο σημερινό πρόβλημα του Μουρίνιο

Ο Βασίλης Σαμπράκος κοιτάζει τις επιλογές, τις μεθόδους και την πολιτική του Μουρίνιο στη Γιουνάιτεντ και αντιλαμβάνεται ως “υστερική” την αντίδραση των αγγλικών media μετά από τρία αρνητικά αποτελέσματα.

Πολύ συχνά, οι αθλητικοί δημοσιογράφοι στεκόμαστε στον ελληνικό παρορμητισμό, στην τρέλα που μας οδηγεί να στήνουμε γάμο ή κηδεία μετά από έναν ποδοσφαιρικό αγώνα, δίχως υπομονή και σύνεση. Το κουσούρι αυτό όμως δεν είναι ελληνικό, ούτε βαλκανικό, ούτε μεσογειακό. Είναι ποδοσφαιρικό. Ρίχνεις μια ματιά σε αυτό που συμβαίνει στα αγγλικά media στη διάρκεια των τελευταίων ημερών με την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, διαβάζεις τα σχόλια και τα ποσταρίσματα των οπαδών και εύκολα οδηγείσαι στο συμπέρασμα ότι τρεις σερί ήττες ήταν παραπάνω από αρκετές για να προκληθεί πανικός. Η Γιουνάιτεντ, την οποία περίπου το σύνολο της ποδοσφαιρικής κοινωνίας, και πάντως η πλειοψηφία του συνόλου των αναλυτών της Premier League και μαζί τους οι bookmakers, αντιλαμβανόταν ως ένα εκ των φαβορί για την κατάκτηση του τίτλου μέχρι και πριν από 20 ημέρες, όταν συμπλήρωνε τρεις σερί νίκες στο πρωτάθλημα έχει φτάσει σήμερα να παρουσιάζεται σε απόλυτη κρίση. Κι ας συζητάμε για το αγγλικό πρωτάθλημα, στο οποίο αρκούν μερικές εβδομάδες για να έρθουν τα πάνω κάτω. Απέχει 6 βαθμούς από την πρωτοπόρο Σίτι, όλοι ξέρουν ότι ακόμη η νεότευκτη ομάδα του Πεπ Γκουαρδιόλα δεν έχει δοκιμαστεί από στραβό αποτέλεσμα ή φτωχή εμφάνιση, και παρ' όλα αυτά η Γιουνάιτεντ παρουσιάζεται ως βαριά άρρωστη. Ή, πιο σωστά, ο Ζοσέ Μουρίνιο παρουσιάζεται ως ένας προπονητής που έχει χάσει το παιχνίδι προτού καλά καλά αυτό αρχίσει.

Τι συμβαίνει στην πραγματικότητα; Ο Πορτογάλος προπονητής βρίσκει μπροστά του την περσινή φθορά του με την Τσέλσι. Την ώρα που η πλειοψηφία των οπαδών της Γιουνάιτεντ και πάντως σίγουρα η συντριπτική πλειονότητα των τακτικών επισκεπτών του Ολντ Τράφορντ τον εμπιστεύεται με διαμορφωμένη συνείδηση ότι ο σύλλογος δεν έχει περιθώριο να κάψει και έναν Μουρίνιο στην μετά Φέργκιουσον εποχή, τα media αμφισβητούν πιο έντονα από ποτέ τις μεθόδους του, τις επιλογές προσώπων, τις τακτικές του, τους σχηματισμούς του, την διαχείριση των προσωπικοτήτων, τα πάντα του. Ο συνδυασμός μιας μέτριας εικόνας με τρία αρνητικά αποτελέσματα ήταν αρκετός για να κάνουν τα media την πρόσθεση, βάζοντας στο άρθροισμα και την κατάρρευση της Τσέλσι του, και να βάλουν τον Μουρίνιο να ζει υπό τον εκνευρισμό μιας φαινομενικής, τουλάχιστον για την ώρα, κρίσης.

Τι του συμβαίνει του Μουρίνιο με όρους ποδοσφαιρικούς; Στην πραγματικότητα τίποτα σπουδαίο. Περίπου 2 μήνες μετά από την πρώτη μέρα στη νέα δουλειά, ο Πορτογάλος δεν έχει ακόμη σχηματίσει τον ιδανικό συνδυασμό ποδοσφαιριστών που θα υπηρετήσουν το αγωνιστικό μοντέλο που έχει επιλέξει. Προκειμένου να κόψει δρόμο και να παρουσιάσει μια επαρκώς έτοιμη έκδοση της Γιουνάιτεντ στην πρώτη σειρά των αγώνων της Premier League, ο Μουρίνιο και οι συνεργάτες του κατέληξαν γρήγορα σε έναν σχηματισμό (4-2-3-1, με plan b το 4-3-3), και δίδαξαν ένα περιορισμένο ρεπερτόριο τόσο στο χτίσιμο των επιθέσεων (με μόλις τρεις διαφορετικές εκδοχές, που δεν αναλύω προκειμένου να μην πλατειάσω) όσο και στις ειδικές καταστάσεις που επιθυμεί ο μάνατζερ να δημιουργούν οι ποδοσφαιριστές στους αντιπάλους τους όταν η Γιουνάιτεντ επιχειρεί να ανακτήσει την κατοχή της μπάλας. Ολα αυτά βεβαίως συνέβαιναν υπό τις αντικειμενικές δυσκολίες που δημιουργούσε η σταδιακή ενσωμάτωση ποδοσφαιριστών στον κορμό είτε λόγω “καθυστερημένων” μεταγραφών είτε λόγω αδειών σε παίκτες που συμμετείχαν στο Euro 2016.

Ενας μάνατζερ με την εμπειρία του Μουρίνιο προφανώς είχε δει τον κίνδυνο να εκκινήσει με μια έκδοση ομάδας που δεν θα έχει φτάσει πάνω από το 60% στην ωρίμανση του παιχνιδιού της. Και προκειμένου να περιορίσει τα ρίσκα, επέλεξε να εμπιστευτεί, κατά πλειοψηφία, τους πιο έμπειρους εκ των ποδοσφαιριστών που διαθέτει, με την πίστη ότι έχουν την τακτική κουλτούρα για να αφομοιώσουν γρήγορα τις νέες ρυθμίσεις παιχνιδιού. Δεν την “πατάει” εκεί όμως μέχρι στιγμής. Κυρίως – φαινομενικά – την “πατάει” επειδή επιχείρησε μέχρι εδώ να δείξει συνέπεια λόγων και πράξεων, δηλαδή να είναι από την αρχή συνεπής στην διακήρυξή του περί κυριαρχικού και “επιθετικού” ποδοσφαίρου. Ο Μουρίνιο ήταν υποχρεωμένος να “τάξει” στη Γιουνάιτεντ αυτό που ήθελε η Γιουνάιτεντ να ακούσει, δηλαδή ότι θα παίξει κυριαρχικό και επιθετικό ποδόσφαιρο, διευκρινίζοντας ότι από τα δύο είδη του, δηλαδή ανάμεσα στο ποδόσφαιρο μεγάλης κατοχής της μπάλας και αυτό που κάνει μια ομάδα επιδιώκοντας να περνάει τον περισσότερο από τον χρόνο κατοχής της μπάλας στο επιθετικό 1/3 του τερέν εκείνος προτιμά το δεύτερο. Θεώρησε ότι θα το επιτύχει αυτό με την σύγχρονη παρουσία του Ζλάταν με τον Ρούνεϊ στο αρχικό σχήμα. Και προκειμένου να “ανεχθεί” το κοινό του “Ολντ Τράφορντ” αυτό που δεν ανεχόταν από τον Λουίς Φαν Χάαλ, δηλαδή την ύπαρξη δύο ανασταλτικών μέσων, ο “Μου” επιχείρησε να παίξει με δύο “επιθετικογενείς” κεντρικούς μέσους, τον Φελαϊνί και τον Πογκμπά. 

Ο σημερινός Ρούνεϊ με τον σημερινό συνδυασμό των κεντρικών μέσων επηρέασαν αρνητικά την ανασταλτική συμπεριφορά μιας ομάδας που - κυρίως λόγω Ρούνεϊ και Ζλάταν - κάνει άμυνα με 9 παίκτες, την ίδια ώρα που δυσκολεύεται να δημιουργήσει. Για να θεραπεύσει τη δημιουργία, αλλά και να κρατήσει χαρούμενο τον θερμοστάτη των αποδυτηρίων Ρούνεϊ, ο Μουρίνιο έφτασε να ζήσει τη φάση του 83’ου λεπτού στο ματς με τη Γουότφορντ, και να δει την ομάδα του να αμύνεται νωθρά με 7 παίκτες και τον τερματοφύλακα σε μια στιγμή που η μπάλα “έκαιγε” και η Γιουνάιτεντ - θεωρητικά - καιγόταν για να φτάσει στη νίκη. 

Ο “Μου” επέλεξε εκ των υστέρων να τα ‘χώσει δημοσίως στον Λουκ Σο, για τα μέτρα που έδωσε στον Αμραμπατ, με την υπερβολή ότι “αντί να του δώσει 5 μέτρα, τον μάρκαρε από 25 μέτρα απόσταση”. Είναι όμως βέβαιο ότι όταν θα είδε τη φάση θα συμφώνησε με αυτό που σκεπτόμαστε όλοι: αν ο Ράσφορντ και ο Ρούνεϊ (όπως άλλωστε και ο Ζλάταν και ο Ασλεϊ Γιανγκ) δεν έμεναν παρατηρητές της φάσης και είχαν κάνει συμμετοχή, ο Ζούνιγκα δεν θα έβρισκε αυτό το στρέμα γης για να εκτελέσει τον Ντε Χέα. Προκειμένου να βρει λύση, σε αυτό το ματς ο Μουρίνιο πήγε κόντρα στην αρχή που είχε θέσει εξαρχής (“ο Ρούνεϊ μπορεί να παίξει ως 10αρι, 9αρι, ψευτοεννιάρι, αλλά ποτέ στη μεσαία γραμμή”) και έφερε τον αρχηγό του στο κέντρο. Και τα έκανε χειρότερα. 

Και τώρα; Αναμφίβολα το πρόβλημα του Μουρίνιο είναι κυρίως η εικόνα, ή πιο σωστά η σύγκριση της εικόνας που παρουσιάζει η Σίτι του Πεπ με την εικόνα της Γιουνάιτεντ. Η αποτελεσματικότητα του Γουαρδιόλα μεγαλώνει την ανυπομονησία των media και αυξάνει την πίεση στον προπονητή της Γιουνάιτεντ. Του κάνει τη ζημιά να φαίνεται μεγαλύτερη. Του μεγαλώνει φαινομενικά την ευθύνη, δημιουργώντας τον “στο ίδιο διάστημα ο Πεπ έκανε τη Σίτι Μπάγερν και ο Μουρίνιο τα έκανε όλα λάθος”. Ο Μουρίνιο καίγεται πλέον για αποτελέσματα που θα του εξασφαλίσουν την αναγκαία ηρεμία για να εξελίξει το πλάνο του. Γι’ αυτό και σήμερα το πιθανότερο είναι να βάλει σε εφαρμογή το καθεστώς ασφαλούς λειτουργίας, δηλαδή να δημιουργήσει την βάση της καλής ανασταλτικής συμπεριφοράς και να περιμένει τα γκολ από την ατομική ποιότητα. Λογικά στην 11αδα δεν θα υπάρχει πολύς χώρος για παίκτες που δεν μαρκάρουν ή πηγαίνουν μονίμως δεύτεροι στη διεκδίκηση της μπάλας μόνο για να μοιάζουν τακτικά συνεπείς. Αυτή η ανάγκη μπορεί να οδηγήσει τον Μουρίνιο στην επιλογή που μοιάζει σήμερα με απαίτηση εντός κοινωνίας Γιουνάιτεντ: ο Ρούνεϊ στον πάγκο. Τούτο βεβαίως δεν θα λύσει από μόνο του το πρόβλημα. Αν δεν καταφέρει να πείσει, να παρακινήσει και να εμπνεύσει τους ποδοσφαιριστές του να βάλουν μεγαλύτερη ένταση στα μαρκαρίσματά τους και να προσηλωθούν στα ανασταλτικά τους καθήκοντα, ο Μουρίνιο θα χάσει κι άλλα αποτελέσματα, κι άλλο χρόνο. Και τότε η κρίση θα γίνει πραγματική.