Η ομάδα που (πρωτο)νίκησε τον ρατσισμό

Η ομάδα που (πρωτο)νίκησε τον ρατσισμό

Η Βάσκο ντα Γκάμα ιδρύθηκε τέτοιες μέρες πριν από 118 χρόνια και ο Θάνος Σαρρής γράφει για το πως άνοιξε πανιά κόντρα στον αέρα του ρατσισμού και των κοινωνικών διακρίσεων.

Ήταν στις 21 Αυγούστου του 1898, όταν οι Πορτογάλοι του Ρίο ίδρυσαν έναν σύλλογο με το όνομα του μεγάλου εξερευνητή Βάσκο Ντα Γκάμα, του πρώτου Ευρωπαίου που έφτασε ακτοπλοϊκά στην Ινδία. το κλαμπ έμελλε να γιγαντωθεί για την ποδοσφαιρική του ομάδα, η οποία από τα πρώτα χρόνια της ύπαρξής του έδειξε μια διαφορετικότητα καθοριστική για την εξέλιξη του ποδοσφαίρου σε... εθνικό σπορ στη χώρα της Νοτίου Αμερικής.

Η δουλεία επισήμως καταργήθηκε στη Βραζιλία το 1888. Ήταν η τελευταία χώρα στην Αμερική που έσπασε τις αλυσίδες, έχοντας στο μεταξύ εισάγει έξι φορές μεγαλύτερο αριθμό σκλάβων από τις ΗΠΑ. Υπολογίζεται ότι περίπου 3.5 εκατομμύρια έμειναν ελεύθεροι μετά το τέλος της δουλείας, οι οποίοι έπρεπε να αφομοιωθούν κυρίως στις μεγάλες πόλεις. Στην ποδοσφαιρική ιστορία της Βραζιλίας έπαιξαν σπουδαίο ρόλο, όμως στα πρώτα βήματα του παιχνιδιού τους απαγορευόταν να παίξουν και να παρακολουθήσουν. Παρόλα αυτά, ο έρωτας τους με την μπάλα δεν άργησε να θεριέψει. Η «ευκολία» του αθλήματος, με δεδομένο ότι δεν χρειάζονταν τίποτα άλλο εκτός από μια μπάλα, την οποία στη χειρότερη έφτιαχναν και μόνοι τους, καθιστά σχεδόν αδύνατη την τοποθέτηση φραγμάτων.

Το 1910 το ποδόσφαιρο είχε ήδη εξελιχθεί στο πιο δημοφιλές άθλημα της Βραζιλίας, καταφέρνοντας να κυριαρχεί τόσο στα πλούσια προάστια, όσο και στα δρομάκια των φτωχογειτονιών. Οι ομάδες όμως της πρωτεύουσας το θεωρούσαν αυστηρά κτήμα των αριστοκρατών. Οι μαύροι, καθώς και οι εκπρόσωποι της εργατικής τάξης, για εκείνους δεν είχαν θέση στις εξέδρες ή στον αγωνιστικό χώρο.

Η πρώτη ομάδα στο Ρίο που άνοιξε τις πύλες τις σε μαύρους ήταν η Μπανγκού, την οποία ίδρυσαν Άγγλοι που δούλευαν στην κλωστοϋφαντουργία. Ωστόσο, ήταν η εξαίρεση. Οι μεγάλες του Ρίο συνέχιζαν να τους αγνοούν επιδεικτικά και η μικρούλα από τα προάστια δεν μπορούσε να τους πιέσει για να κάνουν το αντίθετο. Το καταστατικό των κλαμπ ήταν έτσι δομημένο ώστε να κρατήσουν τους πρώην σκλάβους εκτός των ποδοσφαιρικών συλλόγων. Το γεγονός ότι το άθλημα ήταν καθαρά ερασιτεχνικό, οπότε χρειαζόταν οι παίκτες να έχουν πόρους από αλλού, βοηθούσε στη λογική τους. 

Σταδιακά παίκτες με μικτή καταγωγή ξεκίνησαν να μπαίνουν δειλά-δειλά στις ομάδες, όμως οι υπόλοιποι τους έκαναν να αισθάνονται ντροπή. Ο Κάρλος Αλμπέρτο, ο οποίος έγινε ο πρώτος μυγάς που φόρεσε τη φανέλα της Φλουμινένσε, έβαζε σκόνη ρυζιού στο πρόσωπο του πριν βγει στον αγωνιστικό χώρο, για να φαίνεται περισσότερο άσπρος. Όταν η σκόνη έφευγε, ο κόσμος φώναζε "pó de arroz", σκόνη από ρύζι δηλαδή. Οι συγκεκριμένες λέξεις έμειναν ως προσωνύμιο της «Φλου» και οι οπαδοί στις κερκίδες έκαναν παράδοση να πετούν ταλκ στον αέρα πριν τα ντέρμπι.

 Η ομάδα που τους χάλασε τη μαγιά είχε πορτογαλικές ρίζες, σαν τους ανθρώπους που ανακάλυψαν τη Βραζιλία. Ήταν η Βάσκο Ντα Γκάμα. 

Η Βάσκο ελεγχόταν από τους Πορτογάλους του Ρίο και αποφάσισε πως ο καλύτερος τρόπος για να ξεπεράσει σε απόδοση τους ανταγωνιστές της, ήταν να αναζητά παίκτες σε όλες τις μικρές περιφερειακές λίγκες, ανεξαρτήτως καταγωγής ή χρώματος. Τους πρόσφερε, μάλιστα, δουλειά στα καταστήματα των Πορτογάλων εμπόρων, προκειμένου να διασφαλίσει τα προς το ζην τους.Το 1923, όταν πρωτοανέβηκε στην πρώτη κατηγορία του Ρίο, η Βάσκο κατέκτησε το Πρωτάθλημα έχοντας στη σύνθεσή της τρεις μαύρους, έναν μυγά και 7 λευκούς εργάτες. Ήταν η πρώτη ομάδα τέτοιου βεληνεκούς που έκλεισε τα αυτιά της στις ταξικές και φυλετικές διακρίσεις και κατέκτησε πρωτάθλημα με μικτή ομάδα, κάνοντας ακόμα πιο έξαλλους τους υπόλοιπους.

Εξοργισμένοι από το... πραξικόπημα της Βάσκο, τα άλλα κλαμπ ίδρυσαν το δικό τους πρωτάθλημα, αποκλείοντας την, εκτός αν δεχόταν να κόψει 12 παίκτες. Συμπτωματικά, ήταν όλοι μαύροι και εργάτες. Η αιτιολογία τους ήταν πως η Βάσκο είχε παίκτες «αμφιβόλου επαγγέλματος» και δεν διέθετε δικό της γήπεδο.  Όμως  οι «Κρουζμαλτίνο» είχαν τεράστια οπαδική βάση και δυναμική. Η επιστολή του προέδρου Ζοσέ Αουγούστο Πρέστες, με την οποία ενημέρωσε ότι δεν δέχεται τους όρους των «αριστοκρατών», θέλοντας να συμμετέχει στην Mητροπολιτική Αθλητική Ένωση διατηρώντας το αντιρατσιστικό προφίλ της ομάδας του, έμεινε στην ιστορία ως «ιστορική απάντηση».

Οι υπόλοιποι έκοψαν και έραψαν τους όρους του πρωταθλήματος έτσι ώστε αφενός να μην φανεί ότι δεν θέλουν τους μαύρους, αλλά στην πράξη να τους αποκλείσουν. Ένας βασικός όρος συμμετοχής ήταν κάθε παίκτης να ξέρει να γράφει το όνομά του. Οι περισσότεροι μαύροι και μυγάδες της Βάσκο ήταν αναλφάβητοι, όμως η Βάσκο βρήκε τρόπο να αντιμετωπίσει το πρόβλημα. Έστειλε τους παίκτες της σε μαθήματα ανάγνωσης και γραφής, αλλάζοντας και μερικά δύσκολα και πολύπλοκα ονόματα! Έτσι, κάποιος που το όνομά του μπορεί να αποτελούταν από έξι λέξεις, γινόταν απλά Σίλβα! 

Μετά, τα υπόλοιπα κλαμπ απαίτησαν κάθε ομάδα υποχρεωτικά να έχει το δικό της στάδιο. Η Βάσκο είχε και εδώ απάντηση, χτίζοντας το Σάο Ζανουάριο, το μεγαλύτερο γήπεδο της Βραζιλίας. Ο τρόπος της ομάδας των Πορτογάλων, αργά ή γρήγορα θα νικούσε τις προκαταλήψεις και αυτό ήταν εμφανές στις αντιδράσεις κάθε τρικλοποδιάς που προσπαθούσαν να της βάλουν. Δεν γινόταν οι τοίχοι γύρω από το ποδόσφαιρο να διατηρηθούν για πολύ. Το 1925, αναγκάστηκαν να την δεχθούν με τα ίδια δικαιώματα των ιδρυτικών συλλόγων. Η Βάσκο είχε βάλει τα θεμέλια για τις επόμενες γενιές του «Joga Bonito». Του Πελέ, του Γκαρίντσα, του Ρονάλντο, του Ρομάριο, του Ροναλντίνιο.

Στο ξεκίνημα της δεκαετίας του '30, όταν οι ευρωπαϊκοί σύλλογοι ξεκίνησαν να δελεάζουν τους Λατινοαμερικάνους, ο επαγγελματισμός στο ποδόσφαιρο ήταν η μόνη λύση για να διατηρήσουν οι ομάδες τους παίκτες τους. Το 1933, στο Ρίο και στο Σάο Πάουλο ιδρύθηκαν επαγγελματικές λίγκες. Οι ρατσιστικές και ταξικές διακρίσεις κατέρρευσαν οριστικά.

*Με πληροφορίες από το βιβλίο Futebol του Άλεξ Μπέλος