Ηττα ή θάνατος, Νίκη ή θάνατος!

Ηττα ή θάνατος, Νίκη ή θάνατος!

Ο διπλός θάνατος του Λουιζίτο Μόντι. Οι δύο τελικοί Μουντιάλ με διαφορετικές χώρες και οι απειλές-προσταγές που υπάκουσε, για να γίνει μισητός και λατρεμένος.

 

Γεννημένος (1901) σε μία καλύβα στην γειτονιά της Λα Μπόκα, γιος Γενοβέζου μετανάστη, ο Λουίς Φελίπε Μόντι, έμελλε να γίνει ο απόλυτος άρχοντας του αργεντίνικου ποδοσφαίρου στην πρώιμη ερασιτεχνική εποχή του. Μεγαλώνοντας όμως η μοίρα του έπαιξε δύο διαφορετικά παιχνίδια. Δύο αγώνες, δύο τελικοί Παγκοσμίου Κυπέλλου με διαφορετικές χώρες και άλλες τόσες απειλές για την ζωή του. «Ηττα ή θάνατος» όριζε η πρώτη. «Νίκη ή θάνατος» πρόσταζε η δεύτερη.

Ο Λουιζίτο, όπως τον αποκαλούσαν οι οπαδοί της Ουρακάν και της Σαν Λορέντσο, υπήρξε ουσιαστικά πιονέρος του αθλήματος. Ο τρόπος που χειριζόταν τη μπάλα, η μαεστρική, εγκεφαλική, αρχοντική συμπεριφορά και το πως ξεκινούσε τις επιθέσεις από πίσω, ενώ έπαιζε αμυντικός μέσος, τον όρισαν ως τον πρώτο ever καταγεγραμμένο παίκτη που θα μπορούσε να θεωρηθεί deep-lying playmaker.

Ο διπλός θάνατος του Λουιζίτο Μόντι

Ως τέτοιος λοιπόν βρέθηκε αρχηγός στην Εθνική Αργεντινής, με την οποία αρχικά πήρε το Κόπα Αμέρικα (1927) και ηττήθηκε στον τελικό των Ολυμπιακών Αγώνων της Στοκχόλμης (1928) από την Ουρουγουάη. Οι γείτονες θα τον στοίχειωναν, αλλά δύο χρόνια αργότερα στο φινάλε του πρώτου Μουντιάλ, δεν θα μπορούσε να πάρει εκδίκηση. Κάθε άλλο μάλιστα, καθώς η ανατροπή-ήττα (4-2) από τη Σελέστε θα άλλαζε μία για πάντα την καριέρα ή ακόμα περισσότερο, την ζωή του.

Σε όλη τη διοργάνωση ήταν ο κορυφαίος, αλλά στον τελικό ο χειρότερος. Στα αποδυτήρια, λίγο πριν ξεκινήσει ο αγώνας, τον είχαν επισκεφτεί τρεις τύποι ντυμένοι με την κλασική -αλά Χάμφρεϊ Μπόγκαρντ στην ταινία «Καζαμπλάνκα» - αμφίεση της εποχής. Ηταν Ιταλοί πράκτορες απεσταλμένοι του Μπενίτο Μουσολίνι. «Εάν νικήσει η Αργεντινή, εσύ, η γυναίκα, τα παιδιά και η μητέρα σου θα υποστείτε τις μοιραίες συνέπειες», έγραφε το σημείωμα που του παρέδωσαν. Αμέσως ζήτησε να μην αγωνιστεί. Αυτό όμως δεν γινόταν. Πως θα το εξηγούσαν στον κόσμο;

Στο γήπεδο ο Μόντι όχι μόνο δεν ήταν καλός, αλλά βοηθούσε ακόμα και όποιον αντίπαλο έπεφτε στο έδαφος. «Δεν ήταν μόνο ο Λουιζίτο. Ολοι μας υποφέραμε. Ολοι μας είχαμε δεχτεί απειλές.  Σηκώναμε το κεφάλι μας και βλέπαμε μόνο ένστολους με αυτόματα γύρω από τον αγωνιστικό χώρο. Επρεπε να χάσουμε. Επρεπε να νικήσει η Ουρουγουάη», εξηγούσε χρόνια αργότερα στην αυτοβιογραφία του ο νεαρότερος Αργεντινός στην αποστολή, Φρανσίσκο Βαράγιο. Και όντως έτσι είχαν συμβεί τα γεγονότα...

Η επιστροφή στο Μπουένος Αϊρες ήταν ένα μαρτύριο τόσο για την Εθνική γενικότερα, μα πάνω απ' όλα για τον αρχηγό της. Είχε κυκλοφορήσει η φήμη ότι είχε πάρει χρήματα και γι αυτό δεν ήταν καλός και ήθελαν να τον λιντσάρουν. Δεν μπορούσε καν να πάει σπίτι του για μήνες και κρυβόταν. Τη φανέλα της αγαπημένης του Αλμπισελέστε δεν θα τη φορούσε ποτέ ξανά. Θα βρισκόταν όμως και πάλι στον επόμενο τελικό του Μουντιάλ. Σε εκείνη την δεύτερη ευκαιρία του θα υπηρετούσε την αγαπημένη του πατέρα του, την Ιταλία. Μόνο που δεν θα το έκανε από επιλογή, μα περισσότερο από ανάγκη και ούτε αυτό θα του το συγχωρούσε ο λαός πίσω στην Αργεντινή.

Ο μύθος λέει λοιπόν ότι εκείνοι οι πράκτορες του Μουσολίνι του παρέδωσαν την απειλή ως το πρώτο σκέλος ενός καλά οργανωμένου σχεδίου. Βάσει αυτού ο Μόντι θα υπηρετούσε την Σκουάντρα Ατζούρα στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1934. Βέβαια το δεύτερο μέρος του σχεδίου περιλάμβανε πλούσια ανταλλάγματα για τον παίκτη, ο οποίος παρά την κατακραυγή, δεν ήθελε να φύγει από το Μπουένος Αϊρες.


Με τη φανέλα της Γιουβέντους και της Ιταλίας
 

Στη Σαν Λορέντζο λάμβανε μηνιαίο μισθό 50 δολάρια και δούλευε και στον Δήμο. Ο Μουσολίνι του έδωσε 5.000 δολάρια το μήνα, βίλα στο Τορίνο και αυτοκίνητο και έτσι έγινε πραγματικότητα το ταξίδι για την επιστροφή στις ρίζες. Φτάνοντας στο λιμάνι της Γένοβας τον περίμεναν άνθρωποι της Γιουβέντους. Εκεί ήταν παραγραμματισμένο ότι θα ανήκε. Με την Βέκια Σινιόρα κατέκτησε τέσσερα διαδοχικά Σκουντέτι και ένα Κύπελλο. Ο κορυφαίος τίτλος βέβαια θα ερχόταν με την Εθνική υπό τις οδηγίες του Βιτόριο Πότσο.

Καθώς ο Λουιζίτο είχε πλέον φτάσει τα 33 χρόνια, ο θρυλικός κόουτς ακολούθησε το παράδειγμα του τεχνικού της Γιούβε, Κάρλο Καρκάνο και τον τοποθέτησε κι εκείνος πιο πίσω ως κεντρικό αμυντικό. Αυτή ήταν η κίνηση ματ που απογείωσε το παιχνίδι της Ιταλίας. Ο Μόντι οργάνωνε απίθανα την ομάδα και από τα πόδια του περνούσε κάθε επίθεση, η οποία χτιζόταν από τα μετόπισθεν, κάτι πρωτοποριακό για την εποχή. Και κάπως έτσι φτάσαμε στον μεγάλο τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Αντίπαλος η εκπληκτική Τσεχοσλοβακία των Νέγιεντλι (1ος σκόρερ του τουρνουά με 5 γκολ), Πουτς, Σβόβοντα, Σομπότκα.


Ο Μόντι (δεξιά) σηκώνει στα χέρια τον Ιταλό εκλέκτορα, Βιτόριο Πότσο
 

Μόνο που λίγο πριν ξεκινήσει ο αγώνας, ο ήρωας μας βίωσε κάτι από το σκληρό παρελθόν. Ενας άγνωστος μπήκε στα αποδυτήρια και παρέδωσε σε εκείνον και τον Ραϊμούντο Ορσι (σ.σ.: επίσης Αργεντινός, αυτό που οι Ιταλοί αποκαλούν Οριούντο) ένα σημείωμα. Ο θρύλος λέει ότι ήταν υπογεγραμμένο από τον ίδιο τον Ντούτσε. «Η νικάς ή πεθαίνεις», ήταν το ραβασάκι του Ιταλού φασίστα.

«Πριν από τέσσερα χρόνια ήθελαν να με σκοτώσουν εάν νικούσα. Μετά ήθελαν να με σκοτώσουν εάν έχανα. Τα έκανα και τα δύο. Ελπίζω να είναι ευτυχισμένοι οι εκβιαστές μου. Εγώ πάλι πάντα θα κλαίω για εκείνη την ήττα με την Αργεντινή», είχε δηλώσει ο ίδιος στην τελευταία του συνέντευξη το 1980, τρία χρόνια πριν φύγει από τη ζωή στα 82 του. Με παράπονο ή χαρά πάντως ένα είναι σίγουρο: ότι αυτά που βίωσε ο Λουιζίτο Μόντι σε διάστημα τεσσάρων ετών, δεν τα έχει ζήσει κανείς άλλος στην ιστορία του ποδοσφαίρου...

Follow me: @jorgekaraman