27/6/1954: Η μάχη της Βέρνης

27/6/1954: Η μάχη της Βέρνης

Σαν σήμερα διεξήχθη ένας από τους πιο «βίαιους» αγώνες στην ιστορία των Παγκοσμίων Κυπέλλων και ο Δημοσθένης Γεωργακόπουλος γυρίζει το χρόνο πίσω, θυμίζοντας τι έγινε ακριβώς πριν από 62 χρόνια.

Παγκόσμιο Κύπελλο της Ελβετίας. Τέσσερα χρόνια μετά το ‘‘Maracanazo’’, η εθνική Βραζιλίας προσπαθούσε να συνέλθει από τον εφιάλτη της Ουρουγουάης και να κάνει μια νέα αρχή. Εκείνη την εποχή, η ομάδα που σάρωνε τα πάντα στο πέρασμά της και προκαλούσε τον τρόμο δεν ήταν άλλη από την Ουγγαρία. Κάτι που είχαν νιώσει από... πρώτο χέρι οι αντίπαλοί της στο ξεκίνημα της διοργάνωσης. Στους ομίλους, οι «Μαγυάροι» είχαν ισοπεδώσει με 9-0 τη Νότιο Κορέα και με 8-3 τη Δυτική Γερμανία. Αν και στο τελευταίο ματς, ο «συνταγματάρχης» Φέρεντς Πούσκας τραυματίστηκε και δεν μπορούσε να ενισχύσει τις προσπάθειες τις ομάδας του, ο προημιτελικός ανάμεσα σε Ουγγαρία και Βραζιλία είχε ένα ξεκάθαρο φαβορί. Την Ουγγαρία.

Στις 27 Ιουνίου του 1954, στο Wankdorf Stadium της Βέρνης, Χιντεγκούτι και Κόσιτς φρόντισαν από πολύ νωρίς (στο 4’ και στο 7’) να δείξουν στη «σελεσάο» και στους 60 χιλιάδες θεατές, που βρίσκονταν στις εξέδρες παρά τη βροχή, ποιος ήταν το αφεντικό της αναμέτρησης. Η Βραζιλία κατάφερε να μειώσει στο 18’ σε 2-1 με ένα πέναλτι του Τζαλμά Σάντος, όμως ένα ακόμη πέναλτι, αυτή τη φορά για την Ουγγαρία στο 60’, ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριών. Μετά το 3-1 από τον Λάντος, εισέβαλαν στον αγωνιστικό χώρο κάθε λογής Βραζιλιάνοι, μέχρι και δημοσιογράφοι! Μάλιστα, χρειάστηκε η επέμβαση της αστυνομίας για να τους απομακρύνει και να συνεχιστεί το παιχνίδι. Πέντε λεπτά αργότερα η Βραζιλία μείωσε εκ νέου με τον Ζουλίνιο, όμως το παιχνίδι ήδη είχε αρχίσει να ξεφεύγει από τα όρια. Κλωτσιές, επικίνδυνα τάκλιν και κάθε μορφής βία ήταν το σκηνικό εντός αγωνιστικού χώρου, μεταξύ των ποδοσφαιριστών.

Αποκορύφωμα της έντασης (εν ώρα αγώνα) ήταν η γενική σύρραξη στο 71’, μετά το επεισόδιο με πρωταγωνιστές τους Γιόζεφ Μπόζικ και Νίλτον Σάντος. Οι δύο ποδοσφαιριστές ήρθαν στα χέρια, γρονθοκοπώντας ο ένας τον άλλον, με αποτέλεσμα ο διαιτητής Άρθουρ Έλις να τους αποβάλλει και τους δύο. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, οι Βραζιλιάνοι προσπάθησαν λυσσασμένα και με κάθε – σκληρό – τρόπο για την ισοφάριση. Το μόνο που κατάφεραν, όμως, ήταν να δεχθούν και δεύτερη αποβολή, όταν ο Ουμπέρτο κλώτσησε τον Γκιούλα και είδε την κόκκινη κάρτα. Οι «Μαγυάροι» εκμεταλλεύθηκαν το αριθμητικό πλεονέκτημα και λίγο πριν το φινάλε διαμόρφωσαν το τελικό 4-2 με τον Κότσις.

Με τη λήξη, όμως, έγινε το... έλα να δεις. Από τον πάγκο των νικητών εκσφενδονίστηκε ένα μπουκάλι (οι Βραζιλιάνοι ισχυρίστηκαν ότι το έκανε ο Πούσκας) που τραυμάτισε τον Πινέιρο, ενώ ο Τζαλμά Σάντος κυνηγούσε σε όλο το γήπεδο τον Κότσις. Ο Χιντεγκούτι πάτησε το πόδι του – πεσμένου στο έδαφος από γροθιά – Ίντιο, με το σκηνικό «πολέμου» να συνεχίζεται και στα αποδυτήρια. Οι Βραζιλιάνοι ποδοσφαιριστές έσπασαν όλα τα φώτα στη φυσούνα και μέσα στο σκοτάδι άρχισαν να κυνηγούν τους Ούγγρους, πετώντας ό,τι έβρισκαν μπροστά τους. Ένα από τα μπουκάλια έσκισε το κεφάλι του Ούγγρου υπουργού αθλητισμού και ταυτόχρονα προπονητή των «Μαγυάρων», Γκουστάβ Σέμπες. Για μερικά λεπτά, τα αποδυτήρια είχαν μετατραπεί σε «πεδίο μάχης» και το ξύλο ήταν ανελέητο.

Προς έκπληξη, τότε, όλων η FIFA δεν τιμώρησε καμία από τις δύο ομάδες, για όσα έγιναν ανάμεσα σε Ούγγρους και Βραζιλιάνους. Χαρακτηριστική ήταν η δήλωση του διαιτητή της αναμέτρησης. «Πίστευα πως θα ήταν το καλύτερο παιχνίδι, που θα είχα δει ποτέ. Είτε οι πολιτικές, είτε οι θρησκευτικές διαφορές οδήγησαν τους παίκτες να συμπεριφέρονται σαν ζώα. Ήταν πραγματική ντροπή. Σε μια άλλη εποχή, θα είχαν αποβληθεί όλοι τους. Εγώ το μόνο που σκεφτόμουν ήταν να τελειώσει το παιχνίδι», ήταν τα λόγια του Άρθουρ Έλις. Την επόμενη του αγώνα, οι Times του Λονδίνου χαρακτήρισαν την αναμέτρηση ως τη «Μάχη της Βέρνης». Και μάλλον όχι άδικα...

Υ.Γ. Λίγες ημέρες μετά τη «Μάχη της Βέρνης» ακολούθησε στο ίδιο γήπεδο το «Θαύμα της Βέρνης». Η Δυτική Γερμανία (που είχε ηττηθεί στους ομίλους με 8-3) έκανε την ανατροπή στον τελικό απέναντι στην Ουγγαρία και από 0-2, έκανε το παιχνίδι 3-2, κατακτώντας το Παγκόσμιο Κύπελλο.