Ο Τσάβι αποκλειστικά στο FourFourTwo!

Ο Τσάβι αποκλειστικά στο FourFourTwo!

Το gazzetta.gr εξασφάλισε αποκλειστικά τη συνέντευξη του Τσάβι στο FourFourTwo! Μπαρτσελόνα, Γκουαρδιόλα, Iσπανία και μεγάλες ατάκες από τον πρώην αρχηγό των Καταλανών.

Ο Τσάβι νιώθει μπερδεμένος. Δεν είχε δει ποτέ ξανά στη ζωή του ένα rattle (μουσικό όργανο σαν... κουδουνίστρα). «Αλήθεια το παίρνουν μαζί τους αυτό σε αγώνες στην Αγγλία;» μας ρωτάει. Τότε, φωνάζει και μία κακοφωνία γεμίζει το δωμάτιο του ξενοδοχείου, όπου βρισκόμαστε στην Ντόχα. «Διάολε, κάνει πολύ θόρυβο! Κάνει μεγαλύτερο θόρυβο από τις βουβουζέλες στη Νότιο Αφρική». Αυτό που θα σκέφτεστε πιθανότατα είναι: γιατί; 

Γιατί αυτό το όργανο; Γιατί το FourFourTwo ταξίδεψε περισσότερα από 4.000 χιλιόμετρα, προκειμένου να πάρει συνέντευξη από έναν παίκτη, που έχει σχεδόν αποσυρθεί στο Κατάρ. Αφήνοντας το Καμπ Νόου τον περασμένο Μάιο, ο Τσάβι άφησε πίσω του και το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο. Παραμένει, όμως, μία αριστοκρατική μορφή του παγκόσμιου ποδοσφαίρου. Το κλειδί μίας ομάδας που κυριάρχησε για περίπου μία δεκαετία με μία φιλοσοφία και στυλ, που δεν έχει καμία άλλη. Και δεν είναι μόνο η Μπαρτσελόνα. Είναι και η Ισπανία, που ίσως και να ήταν απίθανο να τα είχε καταφέρει χωρίς εκείνον.

Υπάρχουν περισσότερα, όμως, σχετικά με τον Τσάβι από τις 17 σεζόν του με την Μπαρτσελόνα, τους 28 τίτλους του και από τη σύνδεσή του με το tiki-taka. Νιώθει το ποδόσφαιρο ίσως περισσότερο από κάθε άλλον. Και θέλουμε να μάθουμε τι ακολουθεί για ένα από τα σημαντικότερα μυαλά του αθλήματος. Το ποδόσφαιρο ήταν πάντα στη ζωή του Τσάβι και έχεις την αίσθηση ότι το ίδιο συμβαίνει και με το μιλάει για αυτό.

Όπως θα διαπιστώσετε οι διαφορές του να μιλάς χαλαρά, πίνοντας για καφέ, με μία επίσημη συνέντευξη δεν είναι και τόσο διακριτές. Μας συνάντησε στο λόμπι του ξενοδοχείου και αμέσως ένιωσε την ανάγκη να μας ζητήσει συγνώμη για το γεγονός ότι η προπόνηση άργησε να τελειώσει και αυτό καθυστέρησε το ραντεβού μας. Το πρώτο που έκανε ήταν να μας ρωτήσει πώς ήταν το ταξίδι και πώς βλέπουν οι Άγγλοι την πορεία της Λέστερ.

«Είδατε την εκπληκτική ασίστ του Μαχρέζ χθες το βράδυ», μας ρώτησε (αναφερόταν στο ματς με την Γουέστ Μπρομ). «Πφφφφ, απίστευτο. Άλλαξα την La Liga μόνο και μόνο για να το δω. Ας ελπίσουμε ότι η Λέστερ θα συνεχίσει έτσι και να κατακτήσει το πρωτάθλημα. Έχει καλή ομάδα», συνεχίζει, πριν μας κατακλίσει μία ομάδα από την Κόστα Ρίκα, της οποίας οι νεαροί παίκτες ήθελαν αυτόγραφα. «Είναι πολύ συμπαγής. Ο Βάρντι είναι πολύ γρήγορος στην αντεπίθεση και ο Μαχρέζ έχει πολλή ποιότητα. Ο Καντέ είναι φαινόμενο, ενώ πολύ καλοί είναι ο Ντρίνκγουοτερ και ο Φουξ. Και ο Χουτ είναι τεράστιος στα στόπερ».

Η ενασχόλησή του με το ποδόσφαιρο έμοιαζε πεπρωμένο από τη στιγμή που η μητέρα του Μαρία Μέρθε συνάντησε τον πατέρα του, Χοακίμ, πάνω από ένα επιτραπέζιο τραπεζάκι στο μπαρ των γονιών της στις αρχές της δεκαετίας του ’70. «Το σπίτι μας ήταν γεμάτο ποδόσφαιρο», θυμάται ο Τσάβι. «Με τα αδέρφια μου μαζεύαμε κάρτες, ειδικά όταν είχε Παγκόσμιο Κύπελλο».

«Η πρώτη μου ανάμνηση είναι όταν βρέθηκα για πρώτη φορά στο Καμπ Νόου. Πρέπει να ήμουν 5 ετών, ίσως και μικρότερος. Ήταν ένα απογευματινό παιχνίδι. Ήταν τέλεια. Τρελάθηκα μόλις είδα τον αγωνιστικό χώρο». Η οικογένειά του βρήκε το ιδανικό σπίτι στην Carrer de Galileu, έναν δρόμο της Τεράσα, περίπου 45’ μακριά από το κέντρο της Βαρκελώνης. Δεν πέρασε ούτε μία μέρα από πότε, χωρίς ο Τσάβι να ακουμπήσει μπάλα. Κάποια μέρα, ο Χοακίμ πήγε να δει τον 5χρονο γιο του να παίζει. «Ήρθε και μου είπε: γιατί δεν παίζεις στην επίθεση; Σίγουρα θα σκοράρεις», λέει ο Τσάβι με ένα χαμόγελο, που φωτίζει ολόκληρο το πρόσωπό του. «Προφανώς, του απάντησα: αλλά μπαμπά, αν πάω στην επίθεση, ποιος θα μείνει να καλύψει την άμυνα; Ήδη σκεφτόμουν την τακτική, πριν καν πάω σχολείο».

Ούτε ο Χοακίμ, που έπαιξε ποδόσφαιρο επαγγελματικά στην Τεράσα και για λίγο στην Σαμπαδέλ και έγινε προπονητής στη συνέχεια, δεν γλίτωσε από την τακτική ανάλυση. «Καθόμασταν στις εξέδρες στα παιχνίδια του, συζητώντας τι αλλαγές θα κάναμε», λέει γελώντας ο Τσάβι. «Πριν από κάθε ματς, αναλύαμε τις ενδεκάδες, λέγοντας: διάολε, γιατί αυτός δεν παίζει; Ήταν η ζωή μας».

Αυτό το πάθος μεταφερόταν μέχρι τον «ποδοσφαιρικό καναπέ» στο σπίτι, από τον οποίο η οικογένεια πρέπει να είδε «χιλιάδες παιχνίδια». Εκεί ήταν που ο Τσάβι λάτρεψε και το αγγλικό ποδόσφαιρο, χάρη κυρίως σε έναν άνθρωπο. «Στην Καταλωνία συνηθίζαμε να έχουμε ένα πρόγραμμα κάθε Δευτέρα, όπου βλέπαμε τα καλύτερα γκολ της Premier League», θυμάται ο Τσάβι. «Κάθε βδομάδα ο Ματ Λε Τισιέ ήταν σε αυτή την εκπομπή. Δεν έλειπε ποτέ. Μιλάω για εκπληκτικά γκολ, άρρωστα. Με κάθε δυνατό και αδύνατο τρόπο. Λέγαμε: Ο Λε Τισιέ είναι απίστευτος, όμως ποτέ δεν πήγε σε μεγάλη ομάδα. Μένει στη Σαουθάμπτον. Είναι απίστευτο. Θα μπορούσε να παίξει παντού! Το σπίτι μας είχε εμμονή μαζί του». 

 

Δεν ήταν ο Λε Τισιέ, αλλά το αγγλικό ποδόσφαιρο γενικότερα. «Θυμάμαι τον Τζον Μπαρνς στη Λίβερπουλ. Τι παίκτης ήταν! Και η Γιουνάιτεντ με τους Μπέκαμ, Γκιγκς, τους Νέβιλ και τον Μπατ. Έμοιαζε κατά κάποιον τρόπο στην Μπαρτσελόνα, καθώς ήταν η σταθερά της για χρόνια. Πηγαίνοντας πιο πίσω, ήταν ο Μπράιαν Ρόμπσον, τον οποίο θαύμαζα για τη μαχητικότητά του. Και φυσικά τον θρυλικό Καντονά. Η Αγγλία αναπνέει για το ποδόσφαιρο περισσότερο από την Ισπανία. Στην Αγγλία οι ποδοσφαιριστές είναι σαν θεοί. Το αγγλικό ποδόσφαιρο είναι ένα παράδειγμα συμπεριφοράς, καθώς ποτέ δεν μπορείς να κλέψεις. Είναι ευγενής, ακόμη και στην ήττα. Κοιτάξτε τον Μπόμπι Ρόμπσον στην Μπαρτσελόνα: ένας πραγματικός κύριος. Κανένας δεν έχει να πει κάτι κακό για εκείνον».

Οι γονείς του Τσάβι ανησυχούσαν για το... μικρό του μέγεθος, που καθυστέρησε την πρώτη του δοκιμή στην Μπαρτσελόνα. Ήρθε τον Ιούλιο του 1991, όταν ήταν 11 ετών. «Δεν πρόκειται να ξεχάσω ποτέ τον πατέρα μου να με πηγαίνει στο παιχνίδι. Μου είπε: δεν παίρνουν πολλοί αυτή την ευκαιρία. Έτσι, θα πρέπει να κάνεις το καλύτερο που μπορείς. Αν πάει καλά, ίσως συνεχίσεις εκεί. Είχα τόσο άγχος. Συνήθως έπαιζα πίσω από το επιθετικό. Εκείνη την ημέρα, με έβαλαν στην κορυφή. Κερδίσαμε πέναλτι, κανένας δεν ήθελε να το χτυπήσει και ως επιθετικός, είπα να αναλάβω την ευθύνης. Τελικά, εκείνη την ημέρα έκανα χατ τρικ. Το μοναδικό στην καριέρα μου. Ήμουν τόσο χαρούμενος. Τότε, ο πατέρας μου μου είπε την αλήθεια. Είχε ήδη συμφωνηθεί να συνεχίσω στην Μπαρτσελόνα, όμως δεν μου το είχε πει. Ήθελε απλά να παίξω όσο καλύτερα μπορώ».

 

Στην άλλη ομάδα ήταν ένα μέσος, που τρόμαξε με αυτό που είδε. «Κανένας δεν μπορούσε να του πάρει την μπάλα. Σκεφτόμουν: δεν πρόκειται ποτέ να με πάρουν, αν οι άλλοι είναι τόσο καλοί!». Τελικά, και η καριέρα του Κάρλες Πουγιόλ εξελίχθηκε μια χαρά. Επιστρέφοντας κάθε βράδυ στην Τεράσα για δείπνο με τους γονείς του (η μητέρα του δεν ήθελε να τον αφήσει να μείνει στη Massia, ο Τσάβι ποτέ δεν φορούσε τη φανέλα της Μπαρτσελόνα, ώστε να αποφύγει την προσοχή. Οι φίλοι έμεναν έξω μέχρι αργά, όμως εκείνος καθόταν στον ποδοσφαιρικό καναπέ με τον πατέρα του ή εξασκούσε το άλλο του πάθος: η συλλογή μανιταριών.

Η πρώτη του αγορά ήταν μία τοστιέρα, που τότε κόστιζε 30 ευρώ, δώρο για την μητέρα του. Το 1997 ήταν ήδη βασικός στη δεύτερη ομάδα της Μπαρτσελόνα. Έναν χρόνο αργότερα έκανε το ντεμπούτο του υπό τις οδηγίες του Φαν Χάαλ στο Σούπερ Καπ με την Μαγιόρκα, όταν και σκόραρε στη νίκη με συνολικό σκορ 3-1. Παρά την καταστροφική φόρμα της Μπαρτσελόνα εκείνη τη σεζόν, όταν είχε 4 σερί ήττες τον Δεκέμβριο, στο τέλος κατέκτησε το πρωτάθλημα και ο Τσάβι ψηφίστηκε ως η αποκάλυψη της σεζόν. Τον Απρίλιο του 1999 έκανε εξαιρετικές εμφανίσεις με την Ισπανία στο Παγκόσμιο Κύπελλο U20 στη Νιγηρία. Παρά το γεγονός ότι σε ηλικία 19 ετών είχε κάνει μεγάλη αίσθηση, ο Τσάβι ανησυχούσε για τη σύγκρισή με το είδωλό του, τον Πεπ Γκουαρδιόλα. Εντυπωσιασμένος από όσα είδε στη Νιγηρία, ο Αντριάνο Γκαλιάνι ήταν έτοιμος να πληρώσει τη ρήτρα του για λογαριασμό της Μίλαν. «Ο Πεπ ήταν 27, 28 ετών και στην καλύτερη κατάσταση της καριέρα του», θυμάται ο Τσάβι. Ο πατέρας μου μου είπε: είναι καλύτερο να φύγεις, καθώς εδώ η ομάδα είναι ήδη έτοιμη. Φαινόταν ότι δεν υπάρχει θέση για μένα, ενώ στην Μίλαν θα έπαιζα δίπλα στον Αλμπερτίνι».

Μοιάζει αδύνατο να ακούς τον Τσάβι να λέει ότι θα έπαιζε σε άλλη ομάδα στην Ευρώπη, όμως έφτασε πολύ κοντά στο να συμβεί. «Και τα αδέρφια μου μου είπαν να πάω. Μόνο η μητέρα μου πίστευε ότι έπρεπε να μείνω. Τελικά, δεν μου φαινόταν σωστό. Ο θρύλος λέει ότι εκείνη το σταμάτησε, όμως η απόφαση ήταν δική μου», εξομολογείται. Παρόλα αυτά, η ζωή θα δυσκόλευε ακόμη περισσότερο για τον Τσάβι στο Καμπ Νόου. Ο Φαν Χάαλ τον χρησιμοποιούσε αραιά και που χρειάστηκε η αποχώρηση του Γκουαρδιόλα για την Μπρέσια το 2001, ώστε να τον διαδεχθεί. Ακόμη και για τη φυγή του τελευταίου κατηγορήθηκε ο Τσάβι. Από εκείνο το πρωτάθλημα του 1999 ακολούθησαν 6 χρόνια χωρίς τίτλο.

«Η Μπαρτσελόνα δεν ήταν καν στη διεκδίκηση τίτλων εκείνη την περίοδο», λέει με την απογοήτευση ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του ο Τσάβι. «Ο Τύπος έψαχνε κάποιον να ρίξει το φταίξιμο και ήμουν ο εύκολος στόχος. Ήμουν αργός. Ήμουν ξεπερασμένος. Θα έπρεπε να φύγω. Η Μπαρτσελόνα δεν μπορούσε να είναι ανταγωνιστική στο υψηλότερο επίπεδο με εμένα στο κέντρο και έπρεπε να ψάξει για ψηλότερους, πιο δυνατούς παίκτες. Είχαμε μία φιλοσοφία, όμως ήθελαν να αλλάξει, καθώς τα χρόνια χωρίς τίτλους δεν τελείωναν. Καταλάβαινα την κριτική, όμως ήταν πολύ σκληρή. Κάποια στιγμή είχε γίνει προσωπικό το θέμα και επηρέασε την προσωπική μου ζωή. Με πλήγωσε».

Σύμφωνα με τον ισπανικό τύπο εκείνης της εποχής, το μόνο που έκανε ο Τσάβι ήταν να πασάρει τη μπάλα από τη μία πλευρά στην άλλη. «Έχεις δύο επιλογές, όταν σου ασκείται τέτοια κριτική: ή πέφτεις σε κατάθλιψη ή παλεύεις. Είμαι ξεροκέφαλος και αυτό με έκανε πιο σκληρό. Έπρεπε να δείξω τι μπορώ να κάνω. Λίγο-λίγο έφτασα στο κορυφαίο επίπεδο και είμαι πολύ περήφανος που το κατάφερα». Σε κάποιο σημείο, η Μπαρτσελόνα τον είχε βγάλει στην αγορά. Εκείνο που τον κράτησε ψυχολογικά ήταν κάποια ταξίδια στην Αγγλία. Έκανε το ευρωπαϊκό του ντεμπούτο από τον πάγκο στο Ολντ Τράφορντ τον Σεπτέμβριο του 1998. «Δεν υπάρχει σύγκριση ανάμεσα στον Άγγλο και στον Ισπανό οπαδό. Εκεί υπάρχει σεβασμός για τους παίκτες, χάσουν ή κερδίσουν», λέει ο Τσάβι. «Θυμάμαι όταν κερδίζαμε με 3-1 στο Άνφιλντ τον Νοέμβριο του 2001, παίζοντας εκπληκτικά απέναντι στη Λίβερπουλ. Οι οπαδοί, όμως, δεν σταμάτησαν να χειροκροτούν την ομάδα τους. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Είχα μείνει με το στόμα ανοιχτό».

Το θέμα τον συνεπήρε και ξαφνικά μας πήγε λίγα χρόνια μπροστά. «Μίλησα με τον Μάτα και τον Ντε Χέα στο τέλος της προπέρσινης σεζόν. Η Γιουνάιτεντ είχε τερματίσει στην 7 η θέση, όμως μετά το τελευταίο ματς στο Ολντ Τράφορντ, οι οπαδοί χειροκρότησαν τους παίκτες. Αυτό είναι αδιανόητο στην Ισπανία. Θα πρέπει να φύγεις τρέχοντας για τα αποδυτήρια σε ανάλογες περιπτώσεις, αλλιώς θα σε λιντσάρουν. Η ατμόσφαιρα στην Αγγλία είναι διαφορετική. Όλη η οικογένεια πηγαίνει στο γήπεδο, όλοι έχουν φανέλες. Αυτή είναι η ουσία του ποδοσφαίρου». Χρειάστηκε να έρθει η αλλαγή προπονητή, για να νιώσει ξανά ο Τσάβι μέρος της Μπαρτσελόνα. Όταν ο Φρανκ Ράικαρντ υπέγραψε το 2003, μαζί με τον Λαπόρτα στην προεδρεία, η Μπαρτσελόνα ήρθε ξανά σε επαφή με το παρελθόν της. «Ήταν σαν να είχαμε επιστρέψει στην εποχή του Κρόιφ: 4-3- 3 με έφεση στην κατοχή. Για 4 χρόνια αγοράζαμε παίκτες, που ήταν πολύ νέοι, για να κάνουν τη διαφορά στα μεγάλα παιχνίδια. Τότε, είχαμε αποκτήσει τον Ντέκο, τον Ροναλντίνιο και τον Ετό. Πήραμε πίσω το όνειρό μας».

Στην πρώτη σεζόν του Ράικαρντ οι Καταλανοί είχαν τερματίσει στη 2 η θέση πίσω από την Βαλένθια του Μπενίτεθ. Η συνέχεια έφερε συνεχόμενους τίτλους και το Champions League το 2006 με σήμα το επιθετικό ποδόσφαιρο. Αν και ο Τσάβι είχε μείνει για καιρό έξω λόγω τραυματισμού στην τελευταία περίπτωση, είχε απελευθερωθεί στη μεσαία γραμμή, που του είχε στερήσει δημιουργικότητα. Δίπλα στον Ντέκο και μπροστά από τον Εντμίλσον ή τον Τιάγκο Μότα, ο Τσάβι είχε την άδεια να επιτεθεί. Να κάνει ασίστ. Να κάνει τη διαφορά.

Ο ρομαντισμός της Μπαρτσελόνα είχε αναβιώσει, όμως το 2008 ήταν το έτος, που η Μπαρτσελόνα επανίδρυσε τον εαυτό της με την επιστροφή του Πεπ Γκουαρδιόλα στον πάγκο. Οι τελευταίοι μήνες του Ράικαρντ χαρακτηρίστηκαν από την έλλειψη κινήτρου ενός ρόστερ, που είχε πολύ «εγώ». «Ο Πεπ σε ξεφλουδίζει σαν πορτοκάλι», λέει ο Τσάβι, κάνοντας χαρακτηριστικά την κίνηση. «Είναι σπουδαίο όταν ο προπονητής σου μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο. Ήταν ο απόλυτος άρχοντας σε κάθε προπόνηση και συζήτηση. Είναι τελειομανής και γεννημένος ηγέτης, που πάντα σε οδηγεί στα άκρα». Όλα ξεκίνησαν εκείνο τον Ιούλιο στην προετοιμασία στη Σκωτία.

«Είπα στον Πεπ: με υπολογίζεις για τη σεζόν; Μου απάντησε: Τσάβι, δεν μπορώ να φανταστώ αυτή την ομάδα χωρίς εσένα. Δεν χρειαζόταν να ακούσω κάτι παραπάνω. Θυμάμαι ότι μετά την πρώτη προπόνηση σκεφτόμουν: πάντα στην μπάλα, με ένταση, με πίεση. Με το Πεπ όλα θα πάνε καλά. Δεν μπορώ να πω ότι είχα προβλέψει τι θα ακολουθούσε, όμως με είχε ενθουσιάσει. Σου μεταδίδει τις ιδέες του τέλεια και αυτές οι ιδέες είναι πάνω-κάτω τέλειες».

Εκείνη την σεζόν, το 2008-09, ο Τσάβι σκόραρε 9 γκολ και έβγαλε 27 ασίστ. Ήταν οι κορυφαίοι αριθμοί στην καριέρα του στην Μπαρτσελόνα. Η "Μπάρτσα" που έκανε ασύλληπτα πράγματα στο πρωτάθλημα, την Ευρώπη, το Κύπελλο το Σούπερ Καπ αλλά και Παγκόσμιο πρωτάθλημα συλλόγων. Με αυτό το στιλ ποδοσφαίρου με τις γρήγορες κοντινές πάσες και την εξαιρετική κυκλοφορία που κρατάει μέχρι σήμερα. "Τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί με εκείνη την χρονιά και δεν πιστεύω πως μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο ποτέ ξανά", έλεγε ο Τσάβι. Όταν μιλάει από το ξενοδοχείο που είναι στη Ντόχα για την Μπαρτσελόνα γεμίζει καμάρι και... φουσκώνει με υπερηφάνεια. "Είναι με διαφορά το κορυφαίο ποδόσφαιρο που έχει παίξει ποτέ ομάδα πιστεύω και σίγουρα το κορυφαίο που έχω δει ποτέ εγώ. Απίστευτο. Είχαμε κατοχή 80% της μπάλας σταθερά σε κάθε ματς. Κυριαρχούσαμε στους αγώνες από το πρώτο λεπτό. Είχαμε 20 - 25 ευκαιρίες σε κάθε αγώνα. Κερδίσαμε τα πάντα. Έξι τίτλους! 

Ήμασταν σχεδόν αήττητοι και ανίκητοι. Εάν το δεις αυτό τέσσερα χρόνια μετά σου φαίνεται κάτι μοναδικό. Κάτι απίστευτο. Η Μπαρτσελόνα έκανε τα προβλήματά της... λύσεις. Έγινε η ομάδα - κλειδί. Το ποδόσφαιρο και το πως έπαιζα εγώ άλλαξε ριζικά; Όχι. Όμως το ποδόσφαιρο σαν ποδόσφαιρο αυτή η ομάδα το άλλαξε. Εγώ από την άλλη συνέχιζα να παίζω, όπως έκανα όταν ήμουν 11. Άλλαξαν όμως τα αποτελέσματα και η εικόνα. Αυτή είναι η επιρροή και η αλλαγή", συμπληρώνει. Τα τρόπαια συνέχισαν να έρχονται με τίτλους το 2010 και το 2011 με τρεμπλ. Και ο Τσάβι παρέμενε το αγαπημένο παιδί του Γκουαρδιόλα στην ποδοσφαιρική του επανάσταση. Στη νίκη με 3-1 επί της Γιουνάιτεντ στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ το 2011 άκουσε τον Άλεξ Φέργκιουσον να περιγράφει τον τρόπο παιχνιδιού του 'σαν να είναι σε ένα carousel! Ήξερε ακριβώς το τι έκανε και το πως'. 

Ο Φέργκιουσον αναφερόταν στον τρόπο που έβγαλε το πρώτο γκολ στον Πέδρο. "Για μένα η ασίστ είναι πιο σημαντική από το γκολ", ανέφερε ο Τσάβι. Λογικό να το πει αυτό για μία τόσο καλή ασίστ. "Είδα πως οι παίκτες της Γιουνάιτεντ έτρεξαν για να με πιέσουν. Ο Πέδρο έκανε τον αντίπαλό του να τον χάσει εξαιρετικά. Έκανε κίνηση προς τα μέσα τρομερά, σταμάτησε και μετά ανάμεσα σε δύο αμυντικούς πήρε την μπάλα που την περίμενε από την πάσα μου και έκανε το γκολ. Μπουμ. Πάρτο. Αυτά τα τρία ή τέσσερα δεύτερα για να γίνει η πάσα και μετά το γκολ με έκανε να ανατριχιάσω και να νιώσω τόσο ζωντανός. Ήταν και ο τρόπος που έγινε η πάσα που δεν άφηνε περιθώρια αντίδρασης", τόνιζε ακόμα. 

Είναι εύλογο και αναμενόμενο ο Τσάβι να επαινεί και να αποθεώνει διαρκώς τον Γκουαρδιόλα. Το προπονητικό του είδωλο και τον άνθρωπο με τον οποίο συνδέθηκε τόσο πολύ από το 2008 και μετά. Όμως ο Γκουαρδιόλα ήταν αυτός που επωφελήθηκε πιο πολύ από το τοπ της καριέρας του Τσάβι. 

 

Η άλλη μεγάλη προπονητική φυσιογνωμία για τον Τσάβι ήταν ο Λουίς Αραγονιές. "Μόνο με Πεπ και Λουίς ένιωσα το πραγματικό συναίσθημα της ομάδας και του ποδοσφαίρου (σ.σ. σε εκείνο το σημείο σταματάει, ξεφυσάει, σκέφτεται το παρελθόν και συνεχίζει). Φαντάζομαι πως ήμουν πιο συναισθηματικός και πιο δεμένος με τους δύο. Έμαθα πολλά. Όμως η αίσθηση του να καταλαβαίνω κάθε λέξη και να την εφαρμόζω ήταν μόνο με Πεπ και Λουίς. 

Ο Αραγονιές άλλαξε τα πάντα στην Ισπανία". Τα σχόλια του Αραγονιές για τον Ανρί και το ισπανικό ποδόσφαιρο δεν πέρασαν ποτέ απαρατήρητα. Το πιο σπουδαίο όμως ήταν αυτό με την Εθνική. Ο Αραγονιές χτύπησε την πόρτα του δωματίου του Τσάβι στις 2 τα ξημερώματα για να του πει πως "θέλω να γίνεις ο... οδηγός μας. Να αγγίζεις και να κυκλοφορείς την μπάλα περισσότερο από κάθε άλλον". Και η Ισπανία πήρε το Euro 2008...

Το αντίο και η νέα αρχή!

Δεν θα ξεχάσω ποτέ την αγάπη που πήρα στο τελευταίο ματς πρωταθλήματος στο Καμπ Νου κόντρα στη Λα Κορούνια. Πόσο φορτισμένος ήμουν, έτρεμα από συγκίνηση.  Στη συνέχεια, στον τελικό του Copa del Rey, όταν σήκωσα το τρόπαιο μαζί με τον φίλο μου τον Αντρές ήταν κάτι μοναδικό... Το καλύτερο πράγμα όμως για έναν παίκη που φορά τελευταία φορά τη φανέλα της Μπάρτσα είναι να σηκώσει ευρωπαϊκή κούπα ως αρχηγός. Δεν μπορεί να υπάρξει καλύτερο αντίο από αυτό! 

Βρίσκεται 3000 μίλια μακριά από τη βάση του, αλλά ο Τσάβι χαμογελά, χωρίς ίχνος μεταμέλειας. «Το ποδόσφαιρο είναι για μένα ακόμα ένα χόμπι. Αυτό είναι το μυστικό. Παίζω σε ένα επαγγελματικό πρωτάθλημα, υπάρχει δυνατή προετοιμασία, καλές ομάδες, αλλά δεν είναι σαν την Ευρώπη! Μου αρέσει που παίζω εδώ, η Αλ Σαντ μπορεί να παίξει ένα ποδόσφαιρο κατοχή, ώστε να μπορώ να ακουμπώ τη μπάλα περισσότερες από 100 φορές. Είμαι εδώ για το ποδόσφαιρο και θέλω να αφησω μια κληρονομιά για το Μουντιάλ του 2022. Η ζωή είναι ωραία εδώ, εκτός από την κίνηση, είναι απόλυτος εφιάλτης». Τον Ιανουάριο η γυναίκα του Τσάβι, Νουρια γέννησε την κόρη του «Εχει αλλάξει η ζωή μου με τον καλύτερο τρόπο που μπορούσα να φανταστώ, είναι απίστευτο». Η οικογένειά του ζει στα περίχωρα της Ντόχα, στο ίδιο σπίτι όπου έμενε ο Ραούλ, όταν έπαιξε μπάλα για την Αλ Σαντ το 2012