Αυτοί που «αναστήθηκαν» σε μεγάλη ηλικία

Αυτοί που «αναστήθηκαν» σε μεγάλη ηλικία

Το Μεγάλο Σάββατο γιορτάζεται η Ανάσταση του Ιησού και ο Δημοσθένης Γεωργακόπουλος παρουσιάζει πέντε ποδοσφαιριστές, που είδαν την καριέρα τους να εκτοξεύεται, όταν ξεπέρασαν τα 30.

Συνήθως για το κρασί λένε πως όσο περισσότερο ωριμάζει, τόσο καλύτερη γεύση αποκτά. Στο ποδόσφαιρο αυτό είναι ένα φαινόμενο που δεν αποτελεί κανόνα, καθώς οι παίκτες φτάνουν στο «πικ» της καριέρας τους, πριν... ωριμάσουν. Ίσως η καλύτερη ηλικία είναι αυτή από τα 25 μέχρι τα 30, όταν οι ποδοσφαιριστές μπορούν να συνδυάσουν τα αθλητικά προσόντα με την εμπειρία. Υπάρχουν όμως και οι περιπτώσεις παικτών, που «αναστήθηκαν» ποδοσφαιρικά σε μεγαλύτερη ηλικία. Και μάλιστα, όσο περνούσε ο χρόνος, εκείνοι γίνονταν ολοένα και καλύτεροι. Κυρίως γιατί τα προσόντα τους δεν ήταν η δύναμη και η ταχύτητα, αλλά το μυαλό και η εμπειρία. Το FourFourTwo του gazzetta.gr παρουσιάζει πέντε χαρακτηριστικές περιπτώσεις.

Έντβιν Φαν Ντερ Σαρ
Μέλος της μεγάλης ομάδας του Άγιαξ στα μέσα της δεκαετίας του ’90, ο Ολλανδός αναδείχθηκε το 1995, σε ηλικία 25 ετών, κορυφαίος Ευρωπαίος τερματοφύλακας. Το 1999 πήρε μεταγραφή για τη Γιουβέντους, όμως δύο χρόνια αργότερα η «Κυρία» απέκτησε τον Μπουφόν και αναγκάστηκε να αποχωρήσει. Ο Φαν Ντερ Σαρ ήταν ήδη 31 ετών και με τη μετακίνησή του στην αγγλική Φούλαμ πολλοί πίστεψαν πως σιγά σιγά «τελείωνε» ποδοσφαιρικά. Μετά από τέσσερα χρόνια στο Κρέιβεν Κότατζ, ο Σερ Άλεξ Φέργκιουσον αποφάσισε να κάνει κάτοικο Ολντ Τράφορντ τον 35χρονο – τότε – γκολκίπερ. Και δεν έκανε λάθος στην επιλογή του.

Πραγματικός «κέρβερος» κάτω από τα δοκάρια της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, ο Φαν Ντερ Σαρ γινόταν χρόνο με το χρόνο ολοένα και καλύτερος. Ο Ολλανδός συνέβαλε τα μέγιστα στην κατάκτηση τεσσάρων πρωταθλημάτων και ενός Τσάμπιονς Λιγκ, πιάνοντας μάλιστα το τελευταίο πέναλτι του Ανελκά στον τελικό με την Τσέλσι. Εκτός από την ικανότητά του στις εκτελέσεις από την άσπρη βούλα, ο ίδιος κατέχει το ρεκόρ απαραβιάστης εστίας στην Πρέμιερ Λιγκ (1311 λεπτά). Στα 39 του χρόνια και 14 χρόνια μετά (!) ο Φαν Ντερ Σαρ ξαναπήρε το βραβείο του κορυφαίου τερματοφύλακα στην Ευρώπη, με τον ίδιο να παραμένει στη Γιουνάιτεντ μέχρι τα 41 του!

Αντόνιο Ντι Νατάλε
Αποτελεί ένα παίκτη-θρύλο της Serie A, καθώς αποτελεί τον έκτο σκόρερ όλων των εποχών στο ιταλικό πρωτάθλημα. Κι όμως, ο Ντι Νατάλε δεν αγωνίστηκε ποτέ σε κάποια από τις λεγόμενες μεγάλες ομάδες της χώρας του, ενώ σε εθνικό επίπεδο, δεν έπαιξε ποτέ στις μικρές εθνικές ομάδες της Ιταλίας και η πρώτη του παρουσία σε μεγάλη διοργάνωση με τη «σκουάντρα ατζούρα» ήταν σε ηλικία 31 ετών. Άλλωστε, στην τέταρτη δεκαετία της ζωής του «εκτοξεύθηκε» ποδοσφαιρικά.

Πριν από τα 30, ο Ντι Νατάλε σπάνια σημείωνε διψήφιο αριθμό τερμάτων στο Καμπιονάτο. Στα 31 του πέτυχε 17, και στα του 32 πέτυχε 12. Το «μπαμ», όμως, έγινε ακόμα πιο μετά. 29 τέρματα στα 33, 28 τέρματα στα 34, 23 τέρματα στα 35 και στα 36, 17 τέρματα στα 37 και 14 τέρματα στα 38 του χρόνια. Αυτή η «ερωτική» του σχέση με τα αντίπαλα δίχτυα του έδωσε δύο φορές το βραβείο του πρώτου σκόρερ στη Serie A (2010, 2011) και μία φορά τον τίτλο του κορυφαίου παίκτη του πρωταθλήματος (2010). Αν και δύο φορές είχε ανακοινώσει πως θα αποσυρθεί από την ενεργό δράση, εντούτοις ο Ιταλός επιθετικός συνεχίζει έως και σήμερα, στα 39 του χρόνια, να αγωνίζεται με τη φανέλα της Ουντινέζε.

Μάρκος Σένα
Μέχρι τα 26 του χρόνια αγωνιζόταν σε ομάδες της πατρίδας του και ήταν άγνωστος στο ευρύ ποδοσφαιρικό κοινό. Το 2002, ο Βραζιλιάνος αμυντικός μέσος πήρε μεταγραφή στην Βιγιαρεάλ και από εκείνη τη στιγμή κι έπειτα η καριέρα του ξεκίνησε να παίρνει σιγά-σιγά την… ανηφόρα. Η σταθερή του παρουσία στην ενδεκάδα του «κίτρινου υποβρυχίου» και η έλλειψη παικτών με τα δικά του χαρακτηριστικά στην εθνική Ισπανίας, οδήγησαν την ποδοσφαιρική ομοσπονδία της χώρας στη λύση... Σένα.

Μετά από τέσσερα χρόνια παρουσίας στη χώρα, ο Βραζιλιάνος απέκτησε το 2006 - και σε ηλικία 30 ετών - την ισπανική υπηκοότητα και ταυτόχρονα το δικαίωμα να αγωνιστεί με τη φανέλα των «φούριας ρόχας». Την ίδια χρονιά αγωνίστηκε με την Ισπανία στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Γερμανίας, όμως το «μπαμ» το έκανε δύο χρόνια αργότερα. Στα 32 του ήταν βασικό και αναντικατάστατο μέλος της ομάδας του Λουίς Αραγονιές, που έφτασε στην κατάκτηση του Euro, στα γήπεδα της Αυστρίας και της Ελβετίας. Ο ίδιος ήταν, μάλιστα, μέλος της καλύτερης ενδεκάδας της διοργάνωσης. Αν δεν τραυματιζόταν, θα είχε βρεθεί και στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Νοτίου Αφρικής το 2010. Στη Βιγιαρεάλ αγωνίστηκε μέχρι τα 37 του.

Λοράν Μπλαν
Μέχρι τα 30 του είχε αγωνιστεί μόλις για μία σεζόν μακριά από τη χώρα του (Νάπολι 1991-92). Ο τρόπος παιχνιδιού του, όμως, του επέτρεψε να φτάσει σε σπουδαία επιτεύγματα σε μεγάλη ποδοσφαιρική ηλικία. Ο Μπλαν δεν ήταν ποτέ του ιδιαίτερα... αθλητικός, με αποτέλεσμα όσο μεγαλώνει, να γίνεται ολοένα και καλύτερος. Το 1996, σε ηλικία 31 ετών, πήρε μεταγραφή για την Μπαρτσελόνα, όπου έμεινε μόλις για μία σεζόν. Επέστρεψε στην πατρίδα του (Μαρσέιγ) προκειμένου να έχει όσο το δυνατόν περισσότερες συμμετοχές, ενόψει και του Παγκοσμίου Κυπέλλου, που θα γινόταν στην Γαλλία το 1998.

Για τη συγκεκριμένη διοργάνωση... ζούσαν και ανέπνεαν όλοι οι Γάλλοι ποδοσφαιριστές. Στα 33 του, πλέον, ο Μπλαν ήταν ο ηγέτης στην άμυνα των «τρικολόρ». Στη φάση των «16» πέτυχε το «χρυσό» γκολ στην παράταση απέναντι στην Παραγουάη, ενώ αν δε δεχόταν άδικη κόκκινη κάρτα στον ημιτελικό με την Κροατία, τότε ενδεχομένως να μην έχανε ούτε λεπτό. Ακόμη και χωρίς αυτόν, η Γαλλία σήκωσε το τρόπαιο, ενώ δύο χρόνια αργότερα, στο Euro του 2000, ο 35χρονος – τότε – Λοράν Μπλαν δέσποζε και πάλι στην άμυνα της Γαλλίας. Δεν απουσίασε ούτε ένα λεπτό, σηκώνοντας στο τέλος το τρόπαιο. Εν τω μεταξύ, ήταν ήδη παίκτης της Ίντερ, ενώ στα 36 πήρε μεταγραφή για την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, με την οποία αγωνίστηκε έως τα 38 του, οπότε και αποσύρθηκε από την ενεργό δράση.

Τέντι Σέριγχαμ
Ποτέ δε φημιζόταν για τα αθλητικά του προσόντα. Το μυαλό και η «μυρωδιά» στο γκολ ήταν τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματά του, γι’ αυτό και όσο μεγάλωνε, γινόταν ολοένα και καλύτερος. Άλλωστε, σε μικρή ηλικία δεν είχε να επιδείξει κάτι το αξιοσημείωτο. Στα 26 του πήρε μεταγραφή για την Τότεναμ και ένα χρόνο αργότερα φόρεσε για πρώτη φορά τη φανέλα της εθνικής Αγγλίας. Στο Γουάιτ Χαρτ Λέιν παρέμεινε για τέσσερα χρόνια και στα 31 του αποφάσισε να πει το «ναι» στην πρόταση της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, προκειμένου να φτάσει στην κατάκτηση τίτλων. Ένα χρόνο νωρίτερα, είχε αγωνιστεί για πρώτη φορά με το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα της χώρας του σε μεγάλη διοργάνωση (Euro 1996).

Η παρουσία του στο Ολντ Τράφορντ ήταν ονειρεμένη. Κατέκτησε πρωταθλήματα, κύπελλα και φυσικά το Τσάμπιονς Λιγκ. Ο Τέντι Σέριγχαμ ήταν πρωταγωνιστής σε όλες αυτές τις επιτυχίες. Όχι σαν βασικός μέλος της ενδεκάδας, αλλά ως ένας παίκτης που έμπαινε συνήθως αλλαγή από τον Σερ Άλεξ Φέργκιουσον και με την εμπειρία του έδινε τη λύση στο σκοράρισμα. Έτσι, είχε γίνει και στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ κόντρα στην Μπάγερν το 1999. Ο 33χρονος – τότε – επιθετικός μπήκε στο παιχνίδι στο 67ο λεπτό και εκεί που όλα έμοιαζαν χαμένα για τη Γιουνάιτεντ, εκείνος ισοφάρισε στο 91’, πριν ο Σόλσκιερ ολοκληρώσει την ανατροπή, λίγα δευτερόλεπτα πιο μετά. Στα 35 αναδείχθηκε καλύτερος παίκτης της σεζόν 2000-01, ενώ είναι ο γηραιότερος ποδοσφαιριστής που έχει αγωνιστεί ποτέ στην Πρέμιερ Λιγκ (40 ετών και 272 ημερών) και έχει σκοράρει σε αυτή (40 ετών και 268 ημερών). «Κρέμασε» τα παπούτσια του στα 42.

Υ.Γ. Καλό Πάσχα σε όλους! Μακάρι το φως του Κυρίου να φωτίσει τις ψυχές όλων και να δώσει δύναμη για τα δύσκολα. Γιατί, μην ξεχνάμε το ποδόσφαιρο ανήκει στα... εύκολα. Άλλα είναι τα σημαντικά στη ζωή μας. Χρόνια πολλά!