Αψηφώντας τον θάνατο και το ποδοσφαιρικό παρακράτος

Αψηφώντας τον θάνατο και το ποδοσφαιρικό παρακράτος

To FourFourTwo ανακαλύπτει την απίστευτη ιστορία του προπονητή που ξεγέλασε το θάνατο σε μια ιστορία με παγιδευμένα τηλέφωνα και συνωμοσίες.

«Ο πρόεδρός μου είπε ότι αν γυρίζω στην Καμπότζη υπάρχει ένα 20% να με σκοτώσουν». Μιλώντας για τα όσα έγιναν στη ζωή του προπονητή της Πνομ Πεν Κράουν, Σαμ Σβάινγκραμπερ τους προηγούμενους έξι μήνες, η δήλωση του Μπιλ Σάνκλι ότι το ποδόσφαιρο είναι πιο σημαντικό από ένα θέμα ζωής ή θανάτου αποκτά νέο νόημα.

Η Πνομ Πεν είναι η πιο επιτυχημένη ομάδα στην ιστορία του καμποτζιανού ποδοσφαίρου, ένας φάρος για τους ταλαντούχους παίκτες. Έχει το δικό της γήπεδο και κατέχει ένα εντυπωσιακό ρεκόρ που περιλαμβάνει την κατάκτηση των μισών πρωταθλημάτων από το 2002 μέχρι σήμερα.

Εξίσου σημαντική, ίσως, είναι η κοινωνική ευαισθησία του συλλόγου. Έχει αναπτύξει δεσμούς με αρκετές ΜΚΟ, συμπεριλαμβανόμενης της SALT (Sports and Leadership Training) Academy και του World Vision. Επίσης είναι μια από τις λίγες ομάδες της χώρας που έχουν τεθεί δημόσια υπέρ της μάχης για τα στημένα ματς και τη διαφθορά.

Αυτή η στάση, πιστεύουν πολλοί, είναι που οδήγησε κοντά στον θάνατο τον γεννημένο στην Ελβετία προπονητή της πέρυσι, μόλις δύο μέρες μετά την κατάκτηση του πρωταθλήματος για τέταρτη φορά στα τελευταία έξι χρόνια.

Σκοτεινές μέρες

Ένα μήνα πριν τον θρίαμβο ο σύλλογος κλονίστηκε, όταν κυκλοφόρησαν τα νέα πως επτά παίκτες και τέσσερα μέλη του επιτελείου αποβλήθηκαν δια παντός. Ο πρόεδρος και ιδιοκτήτης, Ρίτι Σάμνανγκ έκανε λόγο για «ωμά παραπτώματα», στα οποία συμπεριέλαβε την διαφθορά και την χειραγώγηση αγώνων. Όπως τόνισε ο Σάμνανγκ στην Phnom Penh Post τον Νοέμβριο, οι 11 τιμωρήθηκαν παραβιάζοντας τους όρους στα συμβόλαιά τους για «χειραγώγηση και σκόπιμη φθορά στην εικόνα της Πνομ Πεν Κράουν».

«Η τιμιότητα και η ακεραιότητα είναι οι θεμέλιοι λίθοι του επαγγελματικού ποδοσφαίρου και δεν θα ανεχτούμε δραστηριότητες που σχετίζονται με το στήσιμο των αγώνων και την επιρροή των αποτελεσμάτων», τόνισε και πρόσθεσε: «Η διαφθορά και η χειραγώγηση είναι ένα δηλητήριο στον αθλητισμό και θέλουμε το ποδόσφαιρο να παίζεται σε μια ατμόσφαιρα όπου οι οπαδοί μπορούν να εμπιστευτούν την ακεραιότητα των παικτών και την ειλικρίνεια των αποτελεσμάτων».

Οι τιμωρίες ήρθαν μετά από καταγεγραμμένες συνομιλίες που έπεσαν στα χέρια του συλλόγου. Ο Σβάινγκρουμπερ είπε στο FourFourTwo ότι ήταν σοκαρισμένος που η ομάδα προσπάθησε σκοπίμως να αλλοιώσει αποτελέσματα. «Παρότι όλοι ξέρουν τι γίνεται στο ποδόσφαιρο της Καμπότζης και τι μπορεί να συμβεί, ήταν ένα μεγάλο σοκ για μένα», δήλωσε. «Είχα την αίσθηση ότι οι άνθρωποι μου μιλούσαν ειλικρινά, αλλά στη συνέχεια πίσω από την πλάτη δρούσαν διαφορετικά. Σχεδόν τυχαία βρήκαμε αποδείξεις και όταν ακούσεις αυτές τις συνομιλίες είσαι 100% σίγουρος για το τι συμβαίνει».

Το σοβαρό τίμημα της επιτυχίας

Για αυτό που συνέβη στη συνέχεια ωστόσο, κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος. Με όλους αυτούς τους παίκτες να αποχωρούν (επτά διεθνείς), η ομάδα ήταν ξεκάθαρο αουτσάιντερ στους τελικούς του πρωταθλήματος με τη Νάγκα Γουόρλντ. Ωστόσο, αφού η σειρά ολοκληρώθηκε ισόπαλη 3-3, η Πνομ Πεν θριάμβευσε στα πέναλτι, με τον 18χρονο τερματοφύλακα Κέο Σοκσέλα, ο οποίος ανέβηκε μετά τις τιμωρίες, να πιάνει δύο εκτελέσεις.

Δύο μέρες μετά το ματς, ο Σβάινγκρουμπερ γιόρταζε με τον αδερφό του και άλλους φίλους, όταν ενεπλάκη σε ατύχημα με τη μηχανή του επιστρέφοντας σπίτι. Δεν υπήρξε επίσημη αναφορά που να είδε το φως της δημοσιότητας και ο Σβάινγκρουμπερ δεν θυμόταν τι έγινε. Ωστόσο, υπήρχαν ξεκάθαρες ενδείξεις ότι δεν ήταν απλά ένα ατύχημα.

Στην Καμπότζη, όπως και σε μεγάλο μέρος της Νοτιοανατολικής Ασίας, είναι εύκολο να κάνεις τα "προβλήματα" να εξαφανιστούν και ήταν ξεκάθαρο πως ο Σβάινγκρουμπερ και όλη η ομάδα είχαν αναστατώσει αρκετό κόσμο στη μάχη τους κατά της διαφθοράς. Όποιοι κι αν ήταν οι λόγοι, η πραγματικότητα ήταν η εξής: Ο Σβάινγκρουμπερ μεταφέρθηκε σε τοπικό νοσοκομείο, όπου και έμεινε για πολλές μέρες σε κρίσιμη κατάσταση, πριν χειροτερέψει και κριθεί αναγκαίο να μεταφερθεί στην Μπανγκόκ. 

Μπαίνοντας και βγαίνοντας από κώμα, ειπώθηκε στους δικούς του να περιμένουν το χειρότερο. Και ύστερα, πέρα από όλες τις προσδοκίες, η κατάστασή του άρχισε να βελτιώνεται. Τόσο, που του επετράπη να επιστρέψει στην Ελβετία και να μπει σε κλινική αποκατάστασης στα μέσα Ιανουαρίου, όπου αναμενόταν να μείνει για αρκετούς μήνες.

«Πάρτε με από εδώ!»

Όπως δήλωσε αποκλειστικά στο FourFourTwo, ήταν μια εμπειρία που τον έκανε να επανεκτιμήσει τη ζωή του και να γίνει πιο αποφασιστικός από ποτέ στην αντιμετώπιση των εμποδίων που έβρισκε μπροστά του.

«Θυμάμαι πραγματικά πολύ λίγα από το διάστημα που πέρασα στην Ταϊλάνδη, εκτός από το ότι ήμουν πάντα διψασμένος και ήθελα να πίνω ένα είδος χυμού. Με σταμάτησαν επειδή έπινα πάρα πολύ, αλλά συνέχιζα να τρυπώνω στην κουζίνα νωρίς το πρωί και να βρίσκω το χυμό. Μετά, όταν πήγα στην Ελβετία, μπήκα στην κλινική με άλλους ασθενείς με σημαντικές εγκεφαλικές βλάβες, αλλά κατάλαβα ότι δεν ήθελα με τίποτα να περνάω τις μέρες μου εκεί, οπότε έκανα ό,τι μπορούσα για να φύγω.

Έπρεπε να μάθω να περπατώ ξανά και δυσκολευόμουν ακόμα και να φάω, αλλά μου έβαζαν μικρά τεστ τα οποία τα περνούσα. Μετά ρωτούσα για όλο και υψηλότερες δοκιμασίες και συνέχιζα να επιτυγχάνω σε όλες. Βελτιώθηκα τόσο γρήγορα, που σύντομα είχα το ελεύθερο να φύγω». 

Η επόμενη δοκιμασία ήταν μία, στην οποία η οικογένεια και οι φίλοι του ήταν απολύτως αντίθετοι. Να γυρίσει στην Καμπότζη και να βρεθεί ξανά με τον πεντάχρονο γιο του. Παρά τις αντιθέσεις και τις ανησυχίες από τους γιατρούς που επέμεναν να μην κοιμηθεί στην πτήση, έκλεισε εισιτήρια και γύρισε στη χώρα που αποκαλούσε σπίτι για πάνω από μια δεκαετία και σε ένα σύλλογο που έβαλε στην καρδιά του. «Κανείς δεν ήθελε να επιστρέψω μέχρι να τους εξηγήσω ποιος είμαι και τι θέλω στη ζωή μου. Και το ποδόσφαιρο σε αυτό τον σύλλογο είναι μέρος της. Δεν είχα τελειώσει στην προσπάθεια αλλαγής του μέλλοντος της Καμπότζης και βλέπω το σύλλογο ως το εργαλείο για να το πετύχω», λέει στο FourFourTwo ο Σβάινγκρουμπερ, σχεδόν δυο βδομάδες μετά την επιστροφή του στη χώρα.

Πολλοί στη θέση του δεν θα έπαιρναν το ρίσκο να επιστρέψουν σε ένα μέρος, στο οποίο η σταυροφορία για καθαρό ποδόσφαιρο δημιούργησε τόσους εχθρούς. «Ρίσκαρα τη ζωή μου επιστρέφοντας, αλλά ο γιος μου ζει εδώ και δεν έχω τίποτα άλλο. Ο κόσμος μου είπε ότι είμαι σε κίνδυνο και ότι υπάρχουν άνθρωποι που ίσως προσπαθήσουν να με σκοτώσουν, αλλά το ξανασκέφτηκα, αφού αυτή η ομάδα έχει τη δυνατότητα να αλλάξει το πως ο κόσμος βλέπει το ποδόσφαιρο στην Καμπότζη».

Τυχερή απόδραση Νο.2

Κι όμως, αυτή δεν ήταν η πρώτη φορά που ο Σβάινγκρουμπερ ξεγέλασε το θάνατο, έχοντας ακυρώσει διακοπές στο Πουκέτ μόλις δύο μέρες πριν το φονικό τσουνάμι σκοτώσει πάνω από 4000 ανθρώπους. Αυτές οι εμπειρίες τον βοήθησαν να συνεχίσει, με την στήριξη του συλλόγου, τη μάχη απέναντι στον δαίμονα των στημένων ματς που ταλανίζει για χρόνια το ποδόσφαιρο της Καμπότζης.

«Υπάρχουν υψηλά επίπεδα χειραγώγησης και απόκρυψης της αλήθειας. Οργανώνεται από πολύ σημαντικούς ανθρώπους, ενώ καλύπτεται και προστατεύεται επίσης από "μεγάλους". Δεν θέλω να σκοτωθώ, οπότε δεν μπορώ να μείνω πάρα πολύ. Αλλά είναι ένα πρόβλημα που αφορά πολλά επίπεδα της κοινωνίας εδώ», τονίζει.

Αυτή η αφοσίωση στο στόχο της κάθαρσης είναι που κάνει την επιτυχία της Πνομ Πεν Κράουν πιο σημαντική. Έχουν ξεριζώσει μεθοδικά κάθε ύποπτο στοιχείο, ξέροντας πως οι περισσότεροι δίπλα τους είτε κάνουν τα στραβά μάτια είτε ενθαρρύνουν τέτοιες συμπεριφορές. Ενώ τα τέσσερα μέλη του προπονητικού επιτελείου που τιμωρήθηκαν αποκλείστηκαν και από το πρωτάθλημα, οι επτά ποδοσφαιριστές είχαν την δυνατότητα να μεταγραφούν σε άλλες ομάδες και να συνεχίσουν τις διεθνείς καριέρες τους.

Είναι μια μη εποικοδομητική διαδικασία, που κάνει αυτούς που διοικούν το ποδόσφαιρο να φαίνονται συνωμότες, αλλά και μία που ελπίζεται πως θα κάνει την AFA και τη FIFA να κοιτάξει προσεκτικότερα τα όσα γίνονται. Τα τελικά αποτελέσματα αυτών των αλλαγών έκαναν την Πνομ Πεν Κράουν να ξεκινάει την τρέχουσα σεζόν με μια άπειρη ομάδα και να προωθήσει πολλούς από την ακαδημία της νωρίτερα από ότι αναμενόταν.

Ο Σβάινγκρουμπερ παραδέχεται ότι η σεζόν θα είναι δύσκολη. «Όταν αρχίσαμε να βλέπουμε την πλήρη εικόνα και ακούσαμε στις καταγραφές τα όσα γίνονταν, δεν είχαμε άλλη επιλογή από το να αρχίσουμε από την αρχή, ακόμα κι αν αυτό θα είχε επίδραση στην ομάδα. Υπάρχουν κάποιοι σπουδαίοι νεαροί παίκτες, αλλά τώρα το θέμα είναι κατά πόσο είναι έτοιμοι, επειδή είμαστε το μόνο κλαμπ που προσπαθεί να καταστρέψει τις χρόνιες πλάγιες μεθόδους, οπότε θα δούμε. Μπορούμε να στεφθούμε πρωταθλητές, αλλά δεν θα είναι εύκολο. Τουλάχιστον ξέρουμε ότι οι παίκτες δουλεύουν για το σύλλογο και όχι εναντίον του».

Ο Ελβετός ήταν στο τιμόνι κατά τη διάρκεια της σεζόν του τίτλου το 2014 και το 2015, οπότε αποτελεί γέφυρα τόσο με το παρελθόν, όσο και με το μέλλον.Ωστόσο, η ομάδα προσέλαβε τον Ισπανό Οριόλ Μοχεντάνο προπονητή την περίοδο που ο Σβάινγκρουμπερ ήταν στο νοσοκομείο, οπότε δεν είναι ακόμα ξεκάθαρο το πως θα λειτουργήσει όλο αυτό.

Το σίγουρο είναι πως ο Σβάινγκρουμπερ έχει δουλέψει σκληρά για να προωθήσει όχι μόνο το ποδόσφαιρο, αλλά και τις ευκαιρίες για τους νεαρούς από την Καμπότζη, οι οποίοι δεν είναι γνωστοί στο ευρύ κοινό. Αφού τελείωσε την καριέρα τους ως παίκτης/προπονητής στη χώρα το 2006, πέρασε ένα μεγάλο μέρος της δεκαετίας που ακολούθησε δημιουργώντας και στηρίζοντας προγράμματα επιμόρφωσης των φτωχών παιδιών, κυρίως κοριτσιών, μέσα από το ποδόσφαιρο.

Το 2012 ανέλαβε την Πνομ Πεν. «Ξέρω ότι δεν είμαι ο καλύτερος προπονητής του κόσμου, αλλά νοιάζομαι πολύ για αυτή τη χώρα και αυτή την ομάδα. Μιλώ άπταιστα τη γλώσσα και ευελπιστώ σύντομα να πάρω την υπηκοότητα. Θέλω να μείνω και να βοηθήσω αυτούς τους παίκτες και αυτή την ομάδα να αναγνωριστούν για τη δουλειά που κάνουν.

Μέσα στην Καμπότζη οι άνθρωποι ίσως πιστεύουν ότι είμαστε μια πλούσια ομάδα, επειδή έχουμε το δικό μας γήπεδο και αρκετές επιτυχίες, αλλά δίνουμε μάχη για να κάνουμε τα πράγματα με το σωστό τρόπο και ο πρόεδρος και ο σύλλογος αξίζουν να γίνουν γνωστοί γι' αυτό. Κάποιοι θα τα παρατούσαν μετά την παραλίγο απώλεια της ζωής και τις απειλές που αντιμετωπίζω, αλλά για μένα αυτό δεν έχει να κάνει με τη δουλειά ή την καριέρα, αλλά είναι κάτι μεγαλύτερο...»