Η επάνοδος και η νέα γενιά των «εξαριών»

Ο ρεαλισμός επιστρέφει στο ποδόσφαιρο και μαζί του η ανάδειξη των καθαρών αμυντικών μέσων, στην πιο σύγχρονη εκδοχή τους.  

Η αξιολόγηση των στοιχείων των αμυντικών μέσων μεταβάλλεται σε άμεση συνάρτηση με τις τακτικές τάσεις που κυριαρχούν στο ποδόσφαιρο. Το 2004, όταν ο Γκαμπριέλ Μαρκότι είχε γράψει πως ο Πεπ Γκουαρδιόλα ως ποδοσφαιριστής έχει γίνει «απαρχαιωμένος», με το ίδιο παιχνίδι να του κλείνει την πόρτα, ο  Καταλανός είχε τονίσει: «Δεν έχω αλλάξει εγώ. Τα στοιχεία μου δεν είναι σε πτώση. Είναι απλά ότι το ποδόσφαιρο τώρα είναι διαφορετικό. Παίζεται σε υψηλότερο ρυθμό και έχει περισσότερες σωματικές απαιτήσεις. Οι τακτικές είναι διαφορετικές, πρέπει να κερδίζεις τη μπάλα, να κάνεις τάκλιν, σαν τον Πατρίκ Βιεϊρά ή τον Έντγκαρ Ντάβιντς. Αν μπορείς να πασάρεις, αυτό είναι ένα μπόνους. Ωστόσο η έμφαση, όσον αφορά τους κεντρικούς μέσους, είναι στην αμυντική δουλειά. Παίκτες σαν εμένα είναι προς εξαφάνιση». 

Η τάση ήθελε ισορροπία ανάμεσα σε έναν Ντάβιντς και έναν Ζιντάν. Έναν Φαρινός και έναν Μενδιέτα. Έναν Έφενμπεργκ και έναν Χάργκριβς. Και στη συνέχεια, έναν Μακελελέ, ο οποίος δούλευε για τους υπόλοιπους. Σταδιακά το 4-4-2 έγινε ακόμα περισσότερο ντεμοντέ, αφήνοντας τη θέση του σε συστήματα με πιο ειδικευμένους ρόλους στο κέντρο και έναν επιθετικό.  Ο Ζοσέ Μουρίνιο είχε πει: «Αν έχω ένα τρίγωνο στο κέντρο, τον Μακελελέ πίσω και τους άλλους δύο μπροστά, πάντα θα έχω πλεονέκτημα απέναντι στο καθαρό 4-4-2 και τους δύο κεντρικούς μέσους στην ευθεία. Αυτό επειδή πάντα θα υπάρχει ένας έξτρα παίκτης. Ξεκινάει με τον Μακελελέ, που βρίσκεται ανάμεσα στις γραμμές. Αν κανείς δεν πάει πάνω του, μπορεί να βλέπει όλο το γήπεδο και έχει χρόνο αντιδράσεις. Αν κλείνεται, σημαίνει ότι κάποιος από τους άλλους δύο είναι ελεύθερος. Αν κλειστούν κι αυτοί και οι εξτρέμ της άλλης ομάδας έρθουν κεντρικά για να βοηθήσουν, σημαίνει ότι υπάρχει χώρος για εμάς στα άκρα, είτε για τους δικούς μας εξτρέμ, είτε για τους μπακ».

Η έξτρα θέση στη μεσαία γραμμή έφερε την ανάγκη της δημιουργίας από πιο οπισθοχωρημένες θέσεις και την νέα γενιά μέσων. Τα κλασικά «10άρια» και τα κλασικά «6άρια» ξεπεράστηκαν. Δεν καταργήθηκαν προφανώς, αφού υπήρχαν ποδοσφαιριστές με την κλάση να προσαρμοστούν σε νέες απαιτήσεις και ρόλους, ή ακόμα και να διατηρήσουν το δικό τους. Οι deep lying playmakers έγιναν ο επιθυμητός συνδυασμός χαρακτηριστικών.

Στα τέλη της ίδιας δεκαετίας, ο Πεπ Γκουαρδιόλα επανέφερε το είδος των μέσων που είχε αρχίσει να εκλείπει. Η δύναμη και η ικανότητα χωρίς τη μπάλα άφησαν τη θέση τους στην τεχνική. Η εποχή των Τσάβι-Ινιέστα, του Πίρλο, του Σβάινσταϊγκερ, του Λάμπαρντ, του Τζέραρντ, ακόμα και του Κάρικ, ο οποίος παρότι έπαιζε το ρόλο του κλασικού αμυντικού χαφ, δεν είχε τα αγωνιστικά χαρακτηριστικά του Μακελελέ, για παράδειγμα. Μέσοι όπως ο Φάμπρεγας άρχισαν να κοστίζουν ιλιγγιώδη ποσά και η ιδέα του πνιξίματος του αντιπάλου με την κατοχή απαιτούσε ποδοσφαιριστές με τεχνικά χαρίσματα που στα παλιά, παραδοσιακά εξάρια δύσκολα συναντούσε κανείς. Όλα περιστρέφονταν γύρω από την ικανότητα με τη μπάλα.

Τελευταία, ο ρεαλισμός γίνεται ολοένα και πιο θελκτικός. Ακόμα και ο Αρσέν Βενγκέρ, έβαλε νερό στο κρασί του. Πέρυσι τον Ιανουάριο έφτασε στη νίκη επί της Μάντσεστερ Σίτι πέφτοντας ακόμα και στο 25% κατοχή. Φέτος, τη νίκησε ξανά με μέσο όρο 37.3%. Βέβαια, όταν είδε τη Σουόνσι του Γκάρι Μονκ, μια ομάδα που τα τελευταία χρόνια έχει ως προτεραιότητα το πάσινγκ γκέιμ, να κάθεται πίσω και να τον χτυπάει στη κόντρα, ξέσπασε τονίζοντας πως «δεν έπαιξαν καθόλου ποδόσφαιρο!». Την ίδια σεζόν, η Τσέλσι του Μουρίνιο κατέκτησε το Πρωτάθλημα έχοντας μια απολύτως ρεαλιστική προσέγγιση όλη τη σεζόν. Και φυσικά ένα καθαρό εξάρι, τον Μάτιτς, να στηρίζει τη σφικτή λειτουργία του κέντρου.

Ο ρόλος του anchorman, του εξαριού με στόχο πρωτίστως την οχύρωση της ανασταλτικής λειτουργίας (που αν μπορεί να πασάρει είναι μπόνους, όπως είχε πει ο Γκουαρδιόλα) γίνεται ξανά σημαντικός. Ο Έρικ Ντάιερ έγινε από κεντρικός αμυντικός αμυντικός χαφ και η δουλειά που που του έχει δώσει ο Ποκετίνο στην πορεία Πρωταθλητισμού της Τότεναμ είναι κομβικής σημασίας. Έχει φτάσει να θεωρείται must στην Εθνική. Ο Καντέ, παρότι έχει σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη, είναι πρωτίστως για τα τρεξίματα, τα κλεψίματα και την εξαιρετική ανάγνωση του παιχνιδιού του  αντιπάλου που έχει γίνει περιζήτητος, δίπλα σε έναν παίκτη που συνδυάζει επίσης ανάλογα χαρακτηριστικά, τον Ντάνι Ντρινκγουότερ, σε μια άκρως μοντέρνα εκδοχή του 4-4-2.

Η Μπαρτσελόνα χωρίς τον Μπούσκετς να προσφέρει ασφάλεια μπροστά στην άμυνα είναι διαφορετική ομάδα, ενώ στο πρόσφατο clasico το είδαμε και από τη Ρεάλ Μαδρίτης του Ζιντεντίν Ζιντάν. Ο Καζεμίρο σε ρόλο καταστροφέα, μπροστά από τα στόπερ, με βασικό ρόλο το να κόψει την πρόσβαση στους επιθετικούς της Μπαρτσελόνα και να απελευθερώσει τους Κρόος και Μόντριτς. H αμυντική προσέγγιση των Μερένγκες με το κλείσιμο των χώρων και την έμφαση στην αλληλοκάλυψη προκάλεσε χλευασμό στα social media στο ημίχρονο. Το πλάνο των Μπλαουγράνα του Λουίς Ενρίκε πέρυσι στο Μόναχο, στην υπεράσπιση του 3-0 του πρώτου ημιτελικού του Champions League, δεν είχε λιγότερο ρεαλισμό. Ο έλεγχος της κατοχής παραχωρήθηκε στον αντίπαλο και η Μπάρτσα χτύπησε δις στην κόντρα. Στον τελικό του League Cup ανάμεσα στην Λίβερπουλ και την Μάντσεστερ Σίτι ο Πελεγρίνι χρησιμοποίησε με μεγάλη επιτυχία στο ρόλο αυτόν τον Φερνάντο. Ο Λούκας Λέιβα, όταν είναι καλά, είναι εξαιρετικά χρήσιμος ως holder και στο ξεκίνημα της σεζόν, όπου οι Ρεντς είχαν μια καλή αμυντική συγκομιδή, ήταν από τους βασικούς συντελεστές.

Προφανώς, στο σύγχρονο ποδόσφαιρο και ειδικά σε τόσο υψηλό επίπεδο δεν μπορεί κάποιος να επιβιώσει μόνο με τρεξίματα και τάκλιν. Η νέα γενιά «εξαριών» έχει πολύ πιο ανεπτυγμένα τα υπόλοιπα στοιχεία. Ο Καντέ για παράδειγμα είναι εξαιρετικά αποδοτικός τρέχοντας με τη μπάλα και πασάροντας ψηλά. Ο Ντάιερ έχει πολύ γρήγορες αντιδράσεις στην πάσα. Οι απαιτήσεις αυξάνονται συνεχώς, όμως το μοτίβο όμως του «εξαριού», στην σύγχρονη εκδοχή του, δείχνει να γίνεται και πάλι απαραίτητο σε συγκεκριμένες τακτικές, που βάσει αποτελέσματος είναι επιτυχημένες. Toυλάχιστον σε συγκεκριμένες «σχολές».