8+2 μεταγραφές που μας άφησαν... άφωνους

Ο Δημοσθένης Γεωργακόπουλος παρουσιάζει δέκα μεταγραφές, που όταν έγιναν έκαναν το ποδοσφαιρικό κοινό να αναφωνήσει «ουάου» από έκπληξη.

Τις περισσότερες φορές οι «ασυνήθιστες» μεταγραφές έχουν να κάνουν με ποδοσφαιριστές, που επιλέγουν να αφήσουν τα ευρωπαϊκά σαλόνια και να αγωνιστούν στα... αλώνια του υπόλοιπου πλανήτη. Το χαλί εκατομμυρίων, που στρώνουν στα πόδια τους ομάδες από Ηνωμένες Πολιτείες, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Κίνα, Αυστραλία και Ινδία κάμπτουν οποιαδήποτε αντίσταση, με αποτέλεσμα ολοένα και περισσότεροι παίκτες εγνωσμένης αξίας να κάνουν ένα τέτοιο βήμα στην καριέρα (και το πορτοφόλι) τους.

Το φαινόμενο, που δε θεωρείται και... καθημερινό είναι αυτό στο οποίο ποδοσφαιριστές παγκόσμιας κλάσης επιλέγουν «τριτοδεύτερες» ομάδες από την Ευρώπη για να συνεχίσουν την καριέρα τους, χωρίς, ωστόσο, οι συγκεκριμένοι σύλλογοι να διαθέτουν δισεκατομμυριούχο ιδιοκτήτη. Ή αντίθετα, κορυφαία κλαμπ της Γηραιάς Ηπείρου αποκτούν κάποιον... απίθανο ποδοσφαιριστή, αφήνοντας άφωνους τους φιλάθλους. Το FourFourTwo του gazzetta.gr παρουσιάζει δέκα τέτοιες περιπτώσεις.

 

Σερντάν Σακίρι (Στόουκ)

Το ταλέντο και οι εμφανίσεις του Ελβετού βιρτουόζου μέσου με τη φανέλα της Βασιλείας την τριετία 2009-2012 όχι μόνο του έδωσαν το παρατσούκλι «Μέσι των Άλπεων», αλλά τον έφεραν στην Μπάγερν Μονάχου. Η πλειάδα αστέρων των Βαυαρών στη μεσοεπιθετική γραμμή δεν έδωσαν ποτέ τη δυνατότητα στον Σακίρι να πάρει φανέλα βασικού, με αποτέλεσμα τον Ιανουάριο του 2015 να πάρει μεταγραφή για την Ίντερ. Στο Μιλάνο έμεινε μόλις έξι μήνες, καθώς το περασμένο καλοκαίρι η αγγλική Στόουκ έκαμψε την αρχική αντίσταση του 25χρονου άσου, κάνοντας δικό της, έναντι 15 εκατομμυρίων ευρώ (η πιο ακριβή μεταγραφή στην ιστορία του συλλόγου). Πλέον, στα γήπεδα της Πρέμιερ Λιγκ ο Σακίρι προσπαθεί να κάνει ένα restart στην καριέρα του, καθώς η ποδοσφαιρική του αξία δεν είναι για ομάδες επιπέδου Στόουκ, αλλά για πολύ παραπάνω.

 

Ζούλιο Σέζαρ (ΚΠΡ)

Ο κορυφαίος Βραζιλιάνος τερματοφύλακας της τελευταίας 10ετίας, με τεράστια καριέρα στην «σελεσάο» και στην ιταλική Ίντερ. Ο Ζούλιο Σέζαρ κατέκτησε δεκάδες τίτλους, τόσο σε συλλογικό, όσο και σε εθνικό επίπεδο και το 2012, σε ηλικία 33 ετών, πήρε την απόφαση να αποχωρήσει από τους «νερατζούρι». Προς έκπληξη όλων, αποφάσισε να συνεχίσει την καριέρα του στην αγγλική ΚΠΡ, υπογράφοντας 4ετές συμβόλαιο συνεργασίας. Ξεκίνησε βασικός, όμως σιγά-σιγά έχασε τη θέση του κάτω από τα δοκάρια, ενώ στο τέλος της σεζόν η ομάδα του υποβιβάστηκε στην Τσάμπιονσιπ. Ο Ζούλιο Σέζαρ έμεινε στην ΚΠΡ, όμως δεν αγωνίστηκε ποτέ στη δεύτερη κατηγορία. Στα μισά, πήγε δανεικός στο Τορόντο, ενώ από το 2014 έως και σήμερα συνεχίζει επιτυχημένα - αν και είναι 37 ετών πλέον – την καριέρα του στην Μπενφίκα.

 

Έντγκαρ Ντάβιντς (Μπαρνέτ)

Το «πίτμπουλ» του παγκοσμίου ποδοσφαίρου, με κατακτήσεις Τσάμπιονς Λιγκ, πρωταθλημάτων και συμμετοχές σε Παγκόσμιο Κύπελλο άφησε τους πάντες άφωνους με την απόφασή του το 2012 να επιστρέψει στο ποδόσφαιρο (είχε σταματήσει το 2010) ως παίκτης-προπονητής της αγγλικής Μπαρνέτ, η οποία αγωνιζόταν στη League 2. Μάλιστα, στην πρώτη σεζόν του Ντάβιντς, η ομάδα υποβιβάστηκε στην Conference, όμως ο ίδιος παρέμεινε στο σύλλογο. Μάλιστα, συνέχισε να αγωνίζεται όπως στο παρελθόν, δηλαδή τόσο δυναμικά, που αντίκρισε τρεις φορές την κόκκινη κάρτα στα οκτώ πρώτα παιχνίδια. Τελικά, αποχώρησε από την Μπαρνέτ τον Ιανουάριο του 2014.

 

Κλαούντιο Κανίγια (Νταντί)

Ένας από τους κορυφαίους Αργεντινούς ποδοσφαιριστές τη δεκαετία του ’90, με συμμετοχές σε τρία Παγκόσμια Κύπελλα με τη φανέλα της «αλμπισελέστε». Την ίδια εποχή, όμως, το... αλλόκοτο του χαρακτήρα του δεν τον άφηνε να κάνει όσα μπορούσε στον αγωνιστικό χώρο, αφού ήταν ιδιαίτερα «ζωηρός» εκτός γηπέδων. Μάλιστα, το 1993 είχε τιμωρηθεί για χρήση κοκαΐνης. Μία από τις πιο παράξενες αποφάσεις του ήταν αυτή το 2000 να συνεχίσει την καριέρα του στην σκωτσέζικη Νταντί, καθώς προπονητής ήταν ο Ιβάνο Μπονέτι, με τον οποίο γνωρίζονταν από την Ιταλία. Στην Νταντί έμεινε μόλις επτά μήνες (πήρε μεταγραφή για την Ρέιντζερς), ωστόσο πρόλαβε να γίνει ιδιαίτερα αγαπητός στους φίλους της ομάδας.

 

Μπεμπέ (Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ)

«Νόμιζα ότι μου έκαναν πλάκα, όταν μου είπαν πως η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ θέλει να με αποκτήσει», ήταν τα λόγια του Πορτογάλου επιθετικού, όταν έγινε παίκτης των «μπέμπηδων» το 2010. Και πώς να το πιστέψει, άλλωστε, ο Μπεμπέ, ο οποίος λίγους μήνες νωρίτερα αγωνιζόταν στη δεύτερη κατηγορία της Πορτογαλίας, με τη φανέλα της Εστρέλα. Ούτε ελεύθερο δεν τον πήρε εκείνο το καλοκαίρι η Αϊντχόφεν, ισχυριζόμενη πως δεν ήξερε τίποτα για εκείνον, με τον Μπεμπέ να καταλήγει στην Γκιμαράες. Κάποιες καλές εμφανίσεις του στα φιλικά προετοιμασίας κίνησαν το ενδιαφέρον του Σερ Άλεξ Φέργκιουσον, ο οποίος «πέταξε» 9 εκατομμύρια ευρώ για να τον αποκτήσει το ίδιο καλοκαίρι. Μόλις δύο συμμετοχές στην Πρέμιερ Λιγκ και μία στο Τσάμπιονς Λιγκ (με το ζόρι να πέρασε το ένα 90λεπτο σε σύνολο χρόνου συμμετοχής) ήταν ο απολογισμός του Πορτογάλου επιθετικού με τη Γιουνάιτεντ, σε μία από τις πιο αποτυχημένες μεταγραφές επί εποχής Φέργκιουσον.

 

Ρόνι Ο’Μπράιεν (Γιουβέντους)

Πόσοι θυμούνται το όνομα αυτού του ποδοσφαιριστή, ο οποίος στα τέλη της δεκαετίας του ’90 έγινε ποδοσφαιριστής της Γιουβέντους; Παρά το γεγονός πως η Μίντλεσμπρο τον άφησε ελεύθερο το 1999, η «Μεγάλη Κυρία» είπε να μη χάσει το... κελεπούρι, υπογράφοντας μαζί του 5ετές συμβόλαιο συνεργασίας. Ωστόσο, ο Ιρλανδός μέσος δεν αγωνίστηκε ούτε μία φορά με τη φανέλα των «μπιανκονέρι», αφού δόθηκε δανεικός κατά σειρά σε Λουγκάνο, Κροτόνε, Λέτσε και Νταντί Γιουνάιτεντ, πριν αποχωρήσει το 2002 για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η μεταγραφή του, ωστόσο, στη Γιουβέντους το 1999 τον έκανε ήρωα στη χώρα του, με τον ίδιο να ψηφίζεται από τους αναγνώστες του περιοδικού Time, ως η προσωπικότητα του αιώνα, πάνω και από τον Άλμπερτ Αϊνστάιν!

 

Ζουλιέν Φομπέρ (Ρεάλ Μαδρίτης)

Για έναν περίεργο λόγο, οι εμφανίσεις του Γάλλου δεξιού μέσου με τη φανέλα της Γουέστ Χαμ... συγκίνησαν τη «βασίλισσα». Τόσο πολύ, μάλιστα, που τον πήρε δανεικό τον Ιανουάριο του 2009 για έξι μήνες, με οψιόν αγοράς το επόμενο καλοκαίρι. Οι μόλις δύο συμμετοχές του Φομπέρ με τη φανέλα της Ρεάλ Μαδρίτης ήταν το λιγότερο, αφού οι περισσότεροι τον θυμούνται για τα καμώματά του. Είτε γιατί δεν πήγε σε προπόνηση, νομίζοντας ότι η ομάδα είχε δώσει ρεπό, είτε γιατί ο φωτογραφικός φακός τον έπιασε να κοιμάται στον πάγκο, σε έναν αγώνα κόντρα στη Βιγιαρεάλ. Φυσικά, το καλοκαίρι του 2009 επέστρεψε στη Γουέστ Χαμ.

 

Αλί Ντιά (Σαουθάμπτον)

Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως ο «Πινόκιο» του παγκοσμίου ποδοσφαίρου. Τι σκαρφίστηκε το 1996 για να αγωνιστεί στη Σαουθάμπτον; Είπε πως ήταν ξάδελφος του Ζορζ Γουεά, ο οποίος είχε τότε είχε αναδειχθεί καλύτερος ποδοσφαιριστής του κόσμου, κατακτώντας τη Χρυσή Μπάλα. Κάποιος, λοιπόν, πήρε τηλέφωνο τον προπονητή των «Αγίων», Γκρέιαμ Σούνες, ισχυριζόμενος πως ήταν ο Γουεά και του πρότεινε να πάρει στην ομάδα τον «ξάδελφό», ο οποίος – υποτίθεται – είχε αγωνιστεί στην Παρί Σεν Ζερμέν και ήταν διεθνής με την εθνική ομάδα της χώρας του. Πράγματι, ο Αλί Ντιά υπέγραψε συμβόλαιο ενός μηνός με τη Σαουθάμπτον και αγωνίστηκε σε έναν αγώνα. Γρήγορα, όμως, η αλήθεια βγήκε στην επιφάνεια και μετά από 14 ημέρες απομακρύνθηκε από την ομάδα. Η καριέρα του πριν και μετά; Σε ερασιτεχνικές ομάδες και μόνο. Τουλάχιστον, έζησε το όνειρο για δύο εβδομάδες!

 

Κάρλος Τέβες-Χαβιέρ Μασεράνο (Γουέστ Χαμ)

Ο λόγος του... +2 στον τίτλο του θέματος. Με ένα σμπάρο, δυο τριγώνια για τα «σφυριά», που κατάφεραν το 2006 να αποκτήσουν από την Κορίνθιανς δύο από τους καλύτερους νέους παίκτες στον κόσμο. Ομάδες όπως η Ρεάλ Μαδρίτης, Μπαρτσελόνα, Τσέλσι και Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ ήθελαν να τους κάνουν δικούς τους, όμως εκείνοι κατέληξαν – προς έκπληξη όλων – στη Γουέστ Χαμ. Τότε, ακούστηκαν πολλά σχετικά με το παρασκήνιο αυτών των δύο μεταγραφών, αφού πολλοί ισχυρίζονταν πως Τέβες και Μασεράνο δεν αποκτήθηκαν ποτέ στην πραγματικότητα από τους Λονδρέζους, αλλά τα δικαιώματά τους άνηκαν αλλού. Ποδοσφαιρικά, πάντως, το ταλέντο τους δεν μπορούσε να περιοριστεί για πολύ σε ομάδα τύπου Γουέστ Χαμ, με τη συνέχεια της καριέρας τους να το αποδεικνύει περίτρανα αυτό.