Η ιστορία και οι «πατέρες» του πρέσινγκ!

Από τα τηλεοπτικά κανάλια μέχρι τις παμπ, όλοι μιλούν γι' αυτό. Τι είναι όμως το πρέσινγκ; Πώς ξεκίνησε να εφαρμόζεται και ποιος το πρωτοχρησιμοποίησε; Το  FourFourTwo έχει τις απαντήσεις!

H ιδέα του Γκόρμαν

Το 1934 ένας αθλητικός δημοσιογράφος που έγινε προπονητής με το όνομα Τόμας Πάτρικ Γκόρμαν είχε μια ιδέα. Από αμνημονεύτων χρόνω οι ομάδες ακολουθούσαν μια φυσική παρόρμηση όταν δεν είχαν την κατοχή της μπάλας: Οχυρώνονταν για να προστατέψουν την εστία τους από τις επιθέσεις. Τι θα γινόταν, αναρωτήθηκε ο Γκόρμαν, αν γινόταν το αντίθετο; Αν έβγαιναν μπροστά και έβαζαν πίεση στους αντιπάλους, ώστε από την πρώτη στιγμή να μην καταφέρουν να ξεκινήσουν μια επίθεση;

Ο Γκόρμαν είπε στους επιθετικούς του να πιέσουν δυνατά τους αντιπάλους που προσπαθούσαν να χτίσουν επιθέσεις από την άμυνα. Ο ένας επιθετικός θα αναλάμβανε τον παίκτη που είχε την κατοχή δίπλα στην εστία του, ενώ οι υπόλοιποι θα μπλόκαραν τους διαδρόμους για τις πάσες. Στη συνέχεια, ο Γκόρμαν έδωσε οδηγίες στους αμυντικούς του να πάρουν μέτρα και να τοποθετηθούν στη μέση του γηπέδου, ώστε να κόψουν μια γρήγορη πάσα ή να σταματήσουν κάποιον αντίπαλο που πιθανόν να έβρισκε τρόπο να περάσει το... δίχτυ που είχαν δημιουργήσει οι επιθετικοί.

Οι παίκτες του Γκόρμαν έξυσαν το κεφάλι τους. Ακουγόταν αυτοκτονικό. Αν κάποιος από αυτός αποτύγχανε, η αντίπαλη ομάδα θα έβρισκε μπροστά της ανοιχτό γήπεδο. Ακόμα και αν κάθε παίκτης ανταποκρινόταν στα καθήκοντά του, κάποιοι ευκίνητοι και τεχνικά προικισμένοι αμυντικοί θα μπορούσαν να δραπετεύσουν από την πολιορκία με μια σειρά γρήγορων, κοντινών πασών. Δεν ξέρουμε πως ο Γκόρμαν έπεισε την ομάδα του. Ίσως τους είπε ότι οι ευκίνητοι και τεχνικά προικισμένοι παίκτες συνήθως δεν είναι αμυντικοί. 

Η ομάδα χρειάστηκε λίγο χρόνο για να προσαρμοστεί στη νέα τακτική. Έχασαν τέσσερα από τα πέντε επόμενα ματς τους. Αλλά στη συνέχεια κάτι έκανε κλικ. Η ομάδα του Γκόρμαν έγινε σαν μηχανή. «Σαρώναμε τους αντιπάλους και τους φθείραμε», εξηγούσε ο 47χρονος Καναδός. Τρεις μέρες νωρίτερα, η ομάδα του κατέκτησε το Πρωτάθλημα για πρώτη φορά στην ιστορία της. 

Το όνομα εκείνου του πρωταθλήματος ήταν National Hockey League και της ομάδας Σικάγο Μπλάκχοκς. Ο τίτλος που ο προπονητής του χόκεϊ επί πάγου έδωσε στην τακτική του ήταν "forechecking". Είπε στους ρεπόρτερ ότι "το forechecking κατέκτησε το Πρωτάθλημα. Αντί να οχυρώνονται μακριά από την ζώνη του αντιπάλου, η Μπλάκχοκς συνέχισαν να της επιτίθενται. Το σύστημα δούλεψε καλύτερα από ότι περιμέναμε".

Το Forechecking έγινε pressing

Οκτώ δεκαετίες αργότερα, ο νεοτερισμός του Γκόρμαν βρίσκεται στα χείλη σχεδόν του καθενός στο αγγλικό ποδόσφαιρο απλά  όχι ως "forechecking". Πλέον, όλοι μιλούν για το pressing.  O λόγος που η συγκεκριμένη τακτική είναι τόσο δημοφιλής είναι ξεκάθαρος: Ο Μαουρίτσιο Ποκετίνο και ο Γίργκεν Κλοπ τον χρησιμοποιούν με τρομερή αποτελεσματικότητα στην Premier League με την Τότεναμ και τη Λίβερπουλ αντίστοιχα, ενώ αμφότεροι ενθουσιάζονται να μιλούν γι' αυτό. Πριν οι δύο ομάδες συναντηθούν στο White Hart Lane τον Οκτώβριο, ο Ποκετίνο δήλωσε ότι το δικό του pressing game ήταν διαφορετικό από εκείνο που ο Κλοπ καθιέρωσε στη Bundesliga με τη Μπορούσια Ντόρτμουντ, στο οποίο ο Αργεντινός αναφέρθηκε ως "medium block".

Ωστόσο, στη Γερμανία ο Κλοπ συσχέτισε το παιχνίδι του με μόνο ένα είδος πρέσινγκ: Το gegenpressing, ή αλλιώς counter pressing. Για να περιπλέξουν τα πράγματα περισσότερο, κάποιοι από τους συναδέρφους του Κλοπ πίσω στην πατρίδα δεν αναφέρονταν στο σύστημα του Ποκετίνο ως πρέσινγκ, αλλά ως... "forechecking"! Είναι όλα τόσο μπερδεμένα που σχεδόν συμπάσχεις με τον Χάρι Ρέντναπ. Όταν ρωτήθηκε για τις απόψεις του στις νέες τακτικές τάσεις, ο 69χρονος είπε με σκωπτικό ύφος: «Όλα αυτά για το πρέσινγκ είναι ανοησίες. Δεν πρόκειται για κάτι καινούργιο. Όλες οι ομάδες που είναι επιτυχημένες πρέπει να δουλεύουν σκληρά». Υπάρχει κάποια αλήθεια στα λόγια του Ρέντναπ, απλά όχι στο σημείο περί σκληρής δουλειάς. Το πρέσινγκ δεν είναι το ίδιο με το να τα δίνεις όλα ή να καλύπτεις κάθε εκατοστό στο χορτάρι, αν και οι περισσότερες μορφές της συγκεκριμένης τακτικής απαιτούν πολλή κίνηση από τους ποδοσφαιριστές. Εκεί που ο Χάρι έχει δίκιο, είναι στο σημείο ότι δεν αποτελεί κάτι το νέο.

Αν και οι παρατηρητές έχουν σημειώσει το πόσο αποτελεσματικό ήταν το forechecking στο χόκεϊ, δείχνει αδύνατο να ενσωματωθεί κάτι αντίστοιχο στο ποδόσφαιρο. Σε τελική ανάλυση, το ποδόσφαιρο έχει τους διπλούς παίκτες στο γήπεδο και ο αγωνιστικός χώρος είναι σχεδόν διπλάσιος στο μήκος και τριπλάσιος στο πλάτος, κάτι που σημαίνει ότι ο υπό πίεση αμυντικός έχει πολύ περισσότερες επιλογές (συμπεριλαμβανόμενου του να παίξει τη μπάλα πάνω από το κεφάλι του επερχόμενου αντιπάλου, κάτι που δεν μπορεί να γίνει στο χόκεϊ). Έπειτα, υπάρχει το πρόβλημα της αντοχής. Ο Γκόρμαν μπορούσε να ξεκουράζει τους παίκτες του με κινήσεις από τον πάγκο ή αλλάζοντας τις γραμμές. Ένας προπονητής ποδοσφαίρου δεν έχει αυτό το πλεονέκτημα. 

Η Ολλανδία του Μίχελς

Ήταν στο Μουντιάλ του 1974, όταν το επιθετικό forechecking μεταφέρθηκε με επιτυχία σε κορυφαίο επίπεδου του ποδοσφαίρου. Οι εικόνες αρχείου δείχνουν πως η θρυλική Ολλανδία του Ρίνους Μίχελς δεν έδινε ποτέ στους αντιπάλους της το χρόνο να χτίσουν σωστές επιθέσεις από τα μετόπισθεν, πιέζοντας αδιάκοπα μέχρι να τους ωθήσει σε πάσα ανάγκης. Ήταν κρίμα που ο Γκόρμαν, ο οποίος πέθανε το 1961, ποτέ δεν είχε την ευκαιρία να το δει. 

Το στιλ εκείνης της Ολλανδίας πέρασε στην ιστορία ως "ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο", αλλά ο ίδιος ο Μίχελς προτιμούσε έναν άλλο όρο. «Θέλω να απομακρύνω τον κόσμο από το total football, αφού δεν αποτελεί δική μου έκφραση», έγραψε λίγα χρόνια μετά τη διοργάνωση. «Για μένα, θα ήταν καλύτερο να αποκαλείται το παιχνίδι μου ως pressing football. Αυτό ήθελα να δημιουργήσω με τον Άγιαξ και με την Εθνική Ολλανδίας. Μια τακτική όπου δέκα παίκτες θα πιέζουν μπροστά ακόμα και όταν δεν έχουμε τη μπάλα. Πάντα πιέζαμε μπροστά», έλεγε. Στην πραγματικότητα, ο Μίχελς θα έδινε την έγκρισή του για ένα μονταρισμένο βίντεο στο Youtube.  Ο τίτλος του είναι "hard pressing of total footall". 

O συγγραφέας Ντέιβιντ Γουίνερ έγραψε για το πρέσινγκ του Μίχελς ότι είναι σαν να «κυνηγάς σαν αγέλη και να αμύνεσαι στη γραμμή του κέντρου». Είναι μια καλή περιγραφή για αυτό που θα δείτε στα κλιπάκια του YouTube. Δύο, ή και κάποιες φορές τρεις Ολλανδοί παίκτες κινούνται προς εκείνον που έχει τη μπάλα. Ένας από αυτούς επιτίθεται στον αντίπαλο, ενώ οι άλλοι είτε μαρκάρουν τον κοντινό του συμπαίκτη είτε μπλοκάρουν κάθε πιθανό διάδρομο για τη μπάλα. Ο άτυχος που έχει την κατοχή όταν εμφανίζεται το πορτοκαλί τείχος δεν μπορεί καν να κλωτσήσει τη μπάλα μακριά. Η τελευταία γραμμή άμυνας των Ολλανδών είναι κοντά στο κέντρο, οπότε όποιος είναι πίσω της βρίσκεται σε θέση οφσάιντ. 

Ο εφευρέτης του πρέσινγκ

Από που προήλθε αυτό το κουραστικό, αλλά έξυπνο και ενορχηστρωμένο ποδόσφαιρο; Οι περισσότεροι συμφωνούν ότι ο Μίχελς δεν ήταν ο εφευρέτης του πρέσινγκ. Ήταν απλά σε θέση να τελειοποιήσει την προηγούμενη εκδοχή του λόγω των εξαιρετικών παικτών πυο είχε στην διάθεσή του, κυρίως τον τρομερά aggresive δουλευταρά Γιόχαν Νέεσκενς. Ο ίδιος ο Μίχελς έγραψε: «Για να παίξεις το συγκεκριμένο παιχνίδι στην πλήρη διάστασή του χρειάζεσαι τουλάχιστον τρεις ή τέσσερις από τους καλύτερους παίκτες του κόσμου. Οι πιο αδύναμες ομάδες θα χτυπηθούν στην κόντρα και αυτό μπορεί να οδηγήσει σε καταστροφή». Οι περισσότεροι επίσης συμφωνούν ότι οι σπόροι του πρέσινγκ γκέιμ φυτεύτηκαν στο δεύτερο μισό των 60ς, όταν η γενική φυσική κατάσταση των ποδοσφαιριστών ξεκίνησε να βελτιώνεται. Όπως εξηγεί ο Τζόναθαν Γουίλσον στο βιβλίο «αντιστρέφοντας την πυραμίδα», το να πιέζεις αδιάκοπα τον παίκτη που έχει την κατοχή «απαιτεί σχεδόν συνεχή κίνηση από τους μέσους και χρειάζεται ιδιαίτερά καλή σωματική κατάσταση, γεγονός που ίσως εξηγεί γιατί δεν καθιερώθηκε νωρίτερα».

Ωστόσο, υπάρχει διαφωνία σχετικά με το ποιος πρέπει να αποκαλεστεί ως ο Τόμι Γκόρμαν του ποδοσφαίρου.Ο Γουίλσον απονείμει τα εύσημα στον Ρώσο προπονητή Βίκτορ Μασλόβ, ο οποίος ήταν στην Ντιναμό Κιέβου από το 1964 και το 1970. Οι περισσότεροι, ωστόσο, θεωρούν τον Αυστριακό Ερνστ Χάπελ ως τον δημιουργό. Το 1970 οδήγησε τη Φέγενορντ σε μια εκπληκτική κατάκτηση Κυπέλλου Πρωταθλητριών Ευρώπης βασισμένος σε δύο άξονες. Το τεχνητό οφσάιντ και το πρέσινγκ. Ο Χάπελ ήταν τόσο συνδεδεμένος με το πρέσινγκ, ώστε όταν πέθανε μια εφημερίδα από τη χώρα του έγραψε: «Η πίεση γύρω από το φέρετρο ήταν όπως την είχε φανταστεί».

Αν και υπάρχει διαφωνία για το ποιος εφάρμοσε πρώτος την ποδοσφαιρική εκδοχή του forechecking, τουλάχιστον υπάρχουν αρκετές ενδείξεις για το άθλημα από το οποίο την ξεσήκωσε. Είναι αμερικανικό και ονομάζεται μπάσκετ! Υπάρχουν πολλά αμυντικά συστήματα στο μπάσκετ, όλα ανεπτυγμένα στα 50ς, που βασίζονται στην πίεση στον χειριστή της μπάλας. Υπάρχει, για παράδειγμα, το πρες σε μισό γήπεδο και το πρες σε ολόκληρο γήπεδο. Είναι το ίδιο και στο ποδόσφαιρο. Όταν μιλούν για πρέσινγκ οι περισσότεροι έχουν στο μυαλό τους την εκδοχή του Μίχελς, την πίεση δηλαδή στην αντίπαλη ομάδα από τη δική της περιοχή. Ωστόσο, εδώ αυτή είναι η μοναδική εκδοχή. «Μπορείς να εφαρμόσεις το πρέσινγκ σε κάθε περιοχή του αγωνιστικού χώρου», τονίζει ο Πίτερ Χιμπάλα, προπονητής στην ομάδα Κ-19 της Λεβερκούζεν στο FourFourTwo. Ο Χιμπάλα έχει την φήμη του ειδικού. Πέρυσι προσκλήθηκε από την Hennes Weisweilier Academy, όπου οι Γερμανοί προπονητές παίρνουν τα διπλώματά τους, για να κάνει μια παράδοση αποκλειστικά για το πρέσινγκ.

«Αν πιέσεις πραγματικά ψηλά στο γήπεδο, κοντά στην αντίπαλη εστία, τότε θα το αποκαλούσα forechecking», τονίζει ο Χιμπάλα. «Μετά έχουμε το πρέσινγκ της άμυνας, του κέντρου και της επίθεσης. Όταν παίζεις αμυντική πίεση μένεις πίσω και αρχίζεις να επιτίθεσαι στη μπάλα όταν φτάνει κοντά στην περιοχή σου. Αλλά πρέπει να επιτίθεσαι, αλλιώς δεν είναι πρέσινγκ. Φυσικά, υπάρχουν κι άλλες αμυντικές στρατηγικές. Μπορεί να είσαι ικανοποιημένος με το να κλείνεις τους διαδρόμους και να αφήνεις την άλλη ομάδα να παίζει από την άμυνα. Αλλά το πρέσινγκ αυτό καθεαυτό σημαίνει μια κατάσταση ή μια στιγμή όπου ενεργά και επιθετικά προσπαθείς να πάρεις την κατοχή. Τελικά, έχει να κάνει με το να κερδίσεις τη μπάλα ακριβώς στο σημείο του γηπέδου που θέλει ο προπονητής». Άλλοι όροι για την πίεση άμυνας, κέντρου και επίθεσης είναι το χαμηλό μπλοκ, το μεσαίο μπλοκ και το υψηλό μπλοκ. Όταν ο Ποκετινό είπε ότι ο Κλοπ χρησιμοποίησε "μεσαίο μπλοκ" στη Ντόρτμουντ απλά εννοούσε ότι η γερμανική ομάδα δεν έπαιζε το πρέσινγκ τόσο ψηλά όσο η Τότεναμ, αλλά περίμενε πρώτα η αντίπαλη ομάδα να αναπτυχθεί μέχρι το κέντρο του γηπέδου. Αυτή η αξιολόγηση δεν ήταν 100% σωστή. Η Ντόρτμουντ κυρίως εφάρμοζε το μεσαίο μπλοκ (πίεση στο κέντρο) στο Champions League, όπου γενικά αντιμετώπιζε δυνατές, γρήγορες και τεχνικά προικισμένες ομάδες που ήξεραν πως να πασάρουν για να αποφύγουν την πίεση. Συχνά πρέσαραν ψηλότερα σε ματς με χαμηλότερης δυναμικής αντιπάλους στο πρωτάθλημα.

Η εκδοχή του Σάκι

Αν το πρέσινγκ είναι τόσο παλιό που μπορεί να εντοπιστεί στα 60ς, τότε γιατί δείχνει τόσο νέο; Είναι κυρίως λόγω των πρόσφατων εξελίξεων και νεωτερισμών. Η έκδοση του Μίχελς, όπως σημείωσε ο ίδιος, εκπληκτικούς ποδοσφαιριστές. Οπότε ήταν δύσκολο εξαρχής να αντιγραφεί ευρέως. Αλλά κατά τη διάρκεια των 80ς, ο προπονητής της Μίλαν Αρίγκο Σάκι (ο οποίος είχε παρακολουθήσει προπονήσεις του Χάπελ στο Αμβούργο) κατέστησε δημοφιλή μια προσέγγιση η οποία έγινε το πρότυπο για το σύγχρονο ποδόσφαιρο. Σύμφωνα με αυτή, ολόκληρη η ομάδα κινείται προς τη μπάλα, αφήνοντας επίτηδες αμαρκάριστους παίκτες σε ζώνες μακριά της.

Δεν ήταν πρέσινγκ του τύπου «ενεργή και επιθετική επανάκτηση της κατοχής» αλλά δημιούργησε τις ιδανικές συνθήκες για την πίεση. Το αποτέλεσμα για το σύστημα του Σάκι ήταν ότι η ομάδα που είχε την κατοχή λειτουργούσε σε έναν πολύ περιορισμένο χώρο και συχνά έβρισκε περισσότερους αντιπάλους σε αυτή τη ζώνη. Από τη στιγμή που οι ομάδες ανέπτυξαν αυτή την λειτουργία, δεν χρειάζονταν πια τρεις ή τέσσερις από τους καλύτερους παίκτες του κόσμου για να παίξουν το πρέσινγκ. Ίσως ένας μεγάλος παράγοντας ήταν η εισαγωγή του κανόνα που απαγόρευσε στους τερματοφύλακες να πιάνουν τη μπάλα με τα χέρια σε επιστροφή από συμπαίκτη του το 1992, γεγονός που έβγαλε από την εξίσωση μια εύκολη επιλογή για τους υπό πίεση αμυντικούς, οι οποίοι δεν μπορούσαν πλέον να παγιδέψουν τη μπάλα στην αγκαλιά του γκολκίπερ.

Η επαναστάση του Γκουαρδιόλα

Ομοίως, η εισαγωγή των 24 δευτερολέπτων ανά επίθεση στο NBA το 1954 λέγεται ότι έφερε την εξέλιξη του πρέσινγκ στο μπάσκετ. Είχε νόημα να βάζεις πίεση στον αντίπαλο με τη μπάλα, όταν ο περιορισμένος χρόνος οδηγούσε σε πάσες με ρίσκο ή ντρίμπλες που απαιτούσαν χρόνο. Πιο πρόσφατα, η Μπάρτσα του Πεπ Γκουαρδιόλα, η ομάδα με τη μεγαλύτερη επιρροή μετά την Μίλαν του Σάκι, οδήγησε το πρέσινγκ σε ένα νέο επίπεδο. Παλιότερα θεωρούταν ότι οι ομάδες ήταν περισσότερο ευάλωτες στα πρώτα δευτερόλεπτα αφού έχουν χάσει την κατοχή, αφού έπρεπε να γυρίσουν από κατάσταση επίθεσης σε κατάσταση άμυνας. Το λογικό επιχείρημα του Γκουαρδιόλα ήταν ότι αυτό επίσης έβρισκε εφαρμογή στις ομάδες που κέρδιζαν την κατοχή. Οι  Καταλανοί έκαναν πράξη τη θεωρία και άρχιζαν να πιέζουν επιθετικά σαν ομάδα ακριβώς τη στιγμή που έχαναν τη μπάλα κοντά στην αντίπαλη περιοχή, σταματώντας εν τη γενέσει τους τις πιθανές αντεπιθέσεις. Ενώ η πίεση είναι εξ' ορισμού αμυντικό μέτρο -από την ομάδα που δεν έχει τη μπάλα-, το counter press της Μπαρτσελόνα μπορεί να αποκαλεστεί σχεδόν επιθετική στρατηγική, επειδή αν η ομάδα επανακτήσει τη μπάλα το κάνει σε επικίνδυνη ζώνη και απέναντι σε μια ομάδα που μόλις έχει αρχίσει να κινείται μπροστά. Στην πραγματικότητα, υπάρχουν κάποιοι που ισχυρίζονται ότι σύντομα ίσως δούμε μια ομάδα που, σε συγκεκριμένη κατάστασ και σε συγκεκριμένη ζώνη, θα δώσει την μπάλα με πρόθεση προκειμένου να ξεκινήσει το αντί-πρέσινγγκ!

Αυτή ήταν η εκδοχή για την οποία έγινε γνωστός ο Κλοπ και τον βοήθησε να κατακτήσει τον τίτλο της Bundesliga το 2011 και το 2012. Ωστόσο, πήρε λίγο χρόνο για να εφαρμοστεί. Μπορείς να διδάξεις άλλες μορφές πρέσινγκ λέγοντας στους παίκτες πως να κινηθούν και να μείνουν συμπαγείς ως σύνολο, αλλά το counter pressing δεν είναι κάτι που μπορεί να γίνει κτήμα μόνο με λεκτικές οδηγίες. Χρειάζεται εξάσκηση. Πολλή εξάσκηση.

Όταν το FFT βρέθηκε στις προπονήσεις του Κλοπ κατά τη διάρκεια της χειμερινής προετοιμασίας πριν από τρία χρόνια, ο Γερμανός είπε: «Πρέπει να προπονήσεις την παρόρμηση... την κίνηση σε μία κατάσταση επανάκτησης αμέσως αφού χάσεις τη μπάλα. Δεν διδάσκεις μια κατάσταση. Διδάσκεις την ώθηση μέχρι να γίνει φυσική αντίδραση». Ο πρώην αρχηγός του Κλοπ, Σεμπάστιαν Κελ, ο οποίος σταμάτησε τη μπάλα το καλοκαίρι, εξηγεί: «Στα αρχικά στάδια, ένας ποδοσφαιριστής πρέπει να δώσει το σύνθημα για να ξεκινήσει το counter-press, αλλά όσο ο καιρός περνά χρειάζεσαι όλο και λιγότερα συνθήματα γιατί ο καθένας αναπτύσσει ένα φυσικό ένστικτο. Χρειάζεσαι ένα συγκεκριμένο τύπο ποδοσφαιριστών για αυτό το παιχνίδι. Το παιχνίδι γίνεται πολύ έντονο, οπότε χρειάζεσαι παίκτες που όχι μόνο κατέχουν υψηλό επίπεδο τακτικής κατανόησης, αλλά επίσης είναι πρόθυμοι να τρέχουν συνεχώς και να κυνηγούν την μπάλα».

Ο Χιμπάλα συμφωνεί: «Το πρέσινγκ είναι έντονο. Μπορεί να δείχνει άγριο και χρειάζεται πολλά σπριντ. Και μπορεί να είναι δύσκολο να πείσεις έναν κλασικό επιθετικό. Θα σου πει: "Υποτίθεται ότι ρόλος μου είναι να κινούμαι στην περιοχή και να πετυχαίνω γκολ, όχι να κυνηγάω τον κόσμο"».. Ωστόσο, όλα τα σημάδια δείχνουν ότι οι αντιρρησίες θα εξαφανιστούν στο μέλλον. Ότι το πρέσινγκ είναι εδώ για να μείνει και να εξελιχθεί. Όταν ο Τόμι Γκόρμαν ρωτήθηκε το 1934 αν άλλες ομάδες θα χρησιμοποιήσουν το forechecking, απλά απάντησε: «Θα πρέπει να το κάνουν...»