Τα όσκαρ του ποδοσφαίρου, που δηλητηριάζουν την ομαδικότητα

Ο Βασίλης Σαμπράκος γράφει για την θεαματική εξέλιξη της Χρυσής Μπάλας στη διάρκεια της τελευταίας 5ετίας και τους κινδύνους που δημιουργεί όσο οι τοπ ποδοσφαιριστές αποκτούν νοοτροπία τενίστα.  

Παρακολουθώντας το βράδυ της Δευτέρας το γκαλά της “Χρυσής Μπάλας” στη Ζυρίχη, έπιανα τον εαυτό μου να δέχεται ένα σοκ έκπληξης μπροστά στην διαπίστωση της αδιανόητα μεγάλης εξέλιξης αυτού του θεσμού στη διάρκεια της τελευταίας 5ετίας, δηλαδή από την στιγμή που ο επιχειρηματίας – πρόεδρος της FIFA Σεπ Μπλάτερ έκανε το προφανές: υπάκουσε στις προσταγές της παγκόσμιας αγοράς του ποδοσφαίρου και πάντρεψε το αδιάφορο, μέχρι τότε, βραβείο της FIFA με τη “Χρυσή Μπάλα” του France Football. Η τελετή ζει μια 5ετία διαρκούς αναβάθμισης και εξέλιξής της σε αυτό που όλοι φανταζόμασταν: στη βραδιά των όσκαρ του ποδοσφαίρου, με το κόκκινο χαλί του, τους παρουσιαστές του, τους τραγουδιστές του, τα πάντα του.

Περίπου 10 χρόνια πίσω, ένας άνθρωπος του ποδοσφαίρου μου περιέγραφε την εμπειρία μιας επίσκεψης στο σπίτι του Ριβάλντο στη Βαρκελώνη στις αρχές του 2000. Είχε σοκαριστεί με τη διαπίστωση ότι η Χρυσή Μπάλα, που είχε κερδίσει ο Βραζιλιάνος μάγος έναν χρόνο πίσω βρισκόταν σε ένα καλάθι μαζί με διάφορα άλλα παιχνίδια του υιού Ριβάλντο. Από εκεί, φτάσαμε στην εποχή που η Ρεάλ στήνει φεστιβάλ επίδειξης μιας Χρυσής Μπάλας από τον Κριστιάνο Ρονάλντο πριν από ένα παιχνίδι στο Μπερναμπέου και ο Μέσι έχει δημιουργήσει ένα ξεχωριστό χώρο στο σπίτι του με τις βιτρίνες τροπαίων, στις οποίες κυριαρχούν οι χρυσές μπάλες που έχει συλλέξει.

Και ναι, μπορεί κανείς να υποθέσει ότι ο Ριβάλντο είχε υποτιμήσει την αξία ενός σπουδαίου αναμνηστικού καριέρας, αλλά στην πραγματικότητα αυτό που συμβαίνει είναι ότι άλλαξε αδιανόητα πολύ το μέγεθος της αξίας, δηλαδή η υπεραξία του βραβείου, η οποία εκτινάχθηκε στα ύψη με συνέπεια να μαγεύει τους ποδοσφαιριστές του υψηλότερου επιπέδου, οι οποίοι την κυνηγούν πλέον μανιωδώς.

Η εξήγηση κρύβεται στην εκτίμηση της παγκόσμιας αγοράς στα brand names των Μέσι και Κριστιάνο Ρονάλντο. Κάθε τρίτος υποψήφιος φέρνει, έστω για λίγο, τον εαυτό του στο ίδιο επίπεδο με δύο εκ των κορυφαίων του αθλήματος όλων των εποχών. Και κάπως έτσι ακόμη και αυτό το δίωρο που περνά καθισμένος πλάι στον Μέσι και τον Ρονάλντο ως τρίτος φιναλίστ μπροστά στα μάτια της παγκόσμιας κοινωνίας (περίπου 180 χώρες είχαν live τηλεοπτική μετάδοση, και όλος ο υπόλοιπος πλανήτης έβλεπε την εκδήλωση μέσω της live streaming μετάδοσης από το fifa.com) ανεβάζει πάρα πολύ την απήχησή του και κατά συνέπεια την εμπορική αξία της εικόνας του.

Το συμβόλαιο του Νέιμαρ με την Μπαρτσελόνα προβλέπει μπόνους περίπου 500 χιλιάδων ευρώ σε περίπτωση που κατακτήσει τη Χρυσή Μπάλα στη διάρκειά του. “Για να προσφέρει τόσα στον Νέιμαρ, φαντάσου πόσα εκτιμά ότι θα κερδίσει η ίδια η Μπάρτσα”, μου έλεγε πρόσφατα ένα μέλος του τιμ που εργάζεται στην εμπορική εκμετάλλευση της εικόνας του Λίο Μέσι. Η εκτίμηση της επιχειρηματικής ομάδας που εργάζεται για τον Αργεντινό σούπερ σταρ είναι ότι μια Χρυσή Μπάλα αλλάζει όλο το business plan, διότι πολλαπλασιάζει τα έσοδα του Μέσι από τις εμπορικές συμφωνίες και φυσικά δημιουργεί προοπτικές για περισσότερα και υψηλότερα συμβόλαια. Την ίδια εκτίμηση κάνει και το επιτελείο των συνεργατών του Ζόρζε Μέντες, του ατζέντη που έχει στήσει την επιχείριση που εκμεταλλεύεται το brand name Κριστιάνο Ρονάλντο και έχει ήδη εκπονήσει μια μελέτη 5ετίας για την ανάπτυξη της επιχείρισης και την δραστηριοποίησή της σε περισσότερα πεδία.

Οσο η βραδιά της Χρυσής Μπάλας εξελίσσεται σε βραδιά των όσκαρ του ποδοσφαίρου, μέσα και από την επινόηση της βράβευσης της καλύτερης ενδεκάδας της χρονιάς, τόσο περισσότερο κυριαρχεί ανάμεσα στους ποδοσφαιριστές του υψηλότερου επιπέδου η αντίληψη και η νοοτροπία που θυμίζει επαγγελματίες τενίστες. Είναι όλο και περισσότεροι οι ποδοσφαιριστές του υψηλότερου επιπέδου, με τελευταίους τον Νέιμαρ και τον Πολ Πογκμπά που τονίζουν με τον δημόσιο λόγο τους ότι επιδιώκουν μετά μανίας τη Χρυσή Μπάλα. Γίνονται όλο και περισσότεροι οι ατζέντηδες που επιλέγουν ομάδα για τον πολλά υποσχόμενο πελάτη – ποδοσφαιριστή τους με κριτήριο τις προοπτικές κατάκτησης πρωταθλήματος και Champions League επειδή τις αντιλαμβάνονται ως απαραίτητο μέσο ανέλιξης του ποδοσφαιριστή προκειμένου αυτός να φτάσει στο γκαλά της Ζυρίχης ως υποψήφιος για τη Χρυσή Μπάλα.

Μπροστά σε όλα αυτά οι σκεπτικιστές του ποδοσφαίρου εκδηλώνουν εύλογα τον προβληματισμό που πρόσφατα διατύπωσε ο Αρσέν Βενγκέρ με τα “αυτό το τρόπαιο ενθαρρύνει τον εγωισμό και τον ατομισμό σε ένα άθλημα που απαιτεί και εκ φύσεως ενθαρρύνει την ομαδικότητα” και “έχω δει να καταστρέφονται καριέρες ποδοσφαιριστών εξαιτίας αυτής της εμμονής για την κατάκτηση της Χρυσής Μπάλας” επιχειρήματα. Αν κάτι σώζει μέχρι στιγμής το ποδόσφαιρο από αυτόν τον κίνδυνο είναι το κριτήριο της κατάκτησης ομαδικών τίτλων, το οποίο λαμβάνεται πολύ σοβαρά υπόψη από τους ψηφοφόρους (κυρίως από τους δημοσιογράφους και τους ομοσπονδιακούς προπονητές, όχι τόσο από τους ποδοσφαιριστές - αρχηγούς των εθνικών ομάδων) ως τεκμήριο επιτυχίας/αποτελεσματικότητας του ποδοσφαιριστή σε μια χρονιά. Την ημέρα που θα παγιωθεί ανάμεσα στην πλειοψηφία των ψηφοφόρων η αντίληψη ότι το απόλυτο κριτήριο είναι οι ατομικές επιδόσεις, το υψηλό ποδόσφαιρο θα έχει δηλητηριαστεί και θα έχει καταδικαστεί να ζήσει περισσότερες στιγμές ατομισμού αλα Ρονάλντο και ασύγκριτα λιγότερες στιγμές αλτρουισμού αλα MSN στην φετινή Μπαρτσελόνα.

Πριν από δεκαπέντε χρόνια ήταν ζήτημα αν θα έβλεπες κάτι παραπάνω από το εξώφυλλο του France Football με τον νέο κάτοχο της Χρυσής Μπάλας για να μάθεις ποιος ήταν ο νικητής. Οχι ακριβώς όπως με τον πρώτο νικητή, τον Στάνλεϊ Μάθιους το 1956, με το τεύχος – ανακοίνωση του ονόματος του πρώτου κατόχου, αλλά περίπου έτσι. Μέχρι το 2010. Στη διάρκεια της τελευταίας πενταετίας, η εκδήλωση άρχισε να εξελίσσεται στην κορυφαία ετήσια συνεύρεση της ελίτ του ποδοσφαίρου, και κάπως έτσι φτάσαμε στα παρακάτω νούμερα που δείχνουν την απήχηση που έχει η τελετή στην παγκόσμια κοινωνία των ποδοσφαιρόφιλων.

Με τις ευλογίες της FIFA και, ειδικά αυτής, της βιομηχανίας που παράγει ποδοσφαιρικά προϊόντα και εκμεταλλεύεται εμπορικά τα είδωλα του ποδοσφαίρου, το άθλημα κινδυνεύει περισσότερο από ποτέ να πληγεί από τον εγωισμό αθλητών που θα βάζουν το ατομικό συμφέρον πάνω από το ομαδικό. Κι η αρχή του “κακού” είναι η διαπίστωση των εταιρειών που εκμεταλλεύονται αθλητές ότι ανά τον κόσμο είναι μεγάλες οι μάζες που υποστηρίζουν πρόσωπο και όχι σύλλογο. Μια διαπίστωση που πλέον τεκμηριώνεται καθημερινά όλο και περισσότερο μέσα από την μέτρηση της απήχησης των ποδοσφαιριστών στα social media. Οι τοπ ποδοσφαιριστές έχουν μπει στην εποχή της ατομικής επιχείρισης, όπως περίπου αθώα απάντησε ο Κριστιάνο Ρονάλντο στην ερώτηση ενός έφηβου από την Δανία στην “τι θα κάνεις μετά το ποδόσφαιρο;”, ερώτηση που του απηύθυνε κατά τη διάρκεια του γκαλά: “Θα ασχοληθώ με την επιχείρησή μου, που εκμεταλλεύεται το brand name μου, κι έχουμε ήδη χαράξει ένα πολύ ενδιαφέρον στρατηγικό πλάνο”.