Η Premier League στην εποχή που δεν έχει ανάγκη τα λεφτά του θεατή της κερκίδας

Η Premier League στην εποχή που δεν έχει ανάγκη τα λεφτά του θεατή της κερκίδας

Ο Βασίλης Σαμπράκος γράφει για τα παράπονα των οπαδών των αγγλικών συλλόγων για την μεταχείριση της οποίας τυγχάνουν στην εποχή που οι σύλλογοι μπορούν αποδεδειγμένα πλέον να επιτυγχάνουν κερδοφορία χάρη στο τηλεοπτικό συμβόλαιο χωρίς να έχουν ανάγκη τα έσοδα από την πώληση απλών εισιτηρίων

Πολύ πρόσφατα μια πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη του BBC οδήγησε στο εντυπωσιακό συμπέρασμα ότι οι 10 πρώτες ομάδες της Premier League της σεζόν 2016-'17 (η πρώτη σεζόν του τρέχοντος τριετούς τηλεοπτικού συμβολαίου) θα μπορούσαν να κλείσουν αγωνιστική περίοδο με κέρδη ακόμη και αν δεν εισέπρατταν ούτε μια λίρα από την πώληση εισιτηρίων στα εντός έδρας παιχνίδια τους. Το συμπέρασμα της μελέτης είναι μια πιστοποίηση της αλλαγής εποχής στο αγγλικό ποδόσφαιρο, το οποίο εδώ και δεκαετίες εξελίσσεται σε βιομηχανία παραγωγής ποδοσφαιρικού θεάματος και λειτουργεί με την αντίληψη μιας πολυεθνικής που νοιάζεται πρωτίστως να παράξει προϊόν για να το εξάγει σε όλες τις αγορές του πλανήτη και όχι για να πουλήσει ψυχαγωγία στους ντόπιους. Η συμφωνία ρεκόρ των περίπου 9 δισεκατομμυρίων ευρώ για την τριετή παραχώρηση των τηλεοπτικών δικαιωμάτων στις αγορές του πλανήτη εκτός από όλα τα άλλα μείωσε τη σημασία του εσόδου από πώληση εισιτηρίων για την πλειονότητα των ομάδων της Premier League. Η μελέτη του BBC έδειξε ότι τα έσοδα από τα εισιτήρια αντιπροσώπευαν, στην σεζόν 2016-'17, κάτι λιγότερο από το 20% των εσόδων που είχαν οι 18 εκ των 20 συμμετεχόντων στην Premier League. Στην σύγχρονη ιστορία του αγγλικού ποδοσφαίρου δεν ήταν ποτέ τόσο μικρό το ποσοστό των εσόδων από εισιτήρια στο συνολικό έσοδο ενός συλλόγου της Premier League.

Θα περίμενε κανείς ότι στο σύνολό της η κοινωνία της διοίκησης του αγγλικού ποδοσφαίρου δεν θα έπαυε να δίνει μεγάλη προσοχή στη μεταχείριση των θεατών και τις παρεχόμενες προς αυτούς υπηρεσίες επειδή θα κρατούσε σφιχτά στο μυαλό τη συνείδηση ότι η εικόνα και ο ήχος του γεμάτου γηπέδου είναι βασικό συστατικό της χρυσής συνταγής που αποφέρει αυτά τα χρυσά τηλεοπτικά συμβόλαια. Η σκέψη είναι απλή: αφαίρεσε τους μισούς θεατές από κάθε γήπεδο και αναλογίσου αν η ατμόσφαιρα και η εικόνα θα είναι το ίδιο ελκυστικές και ψυχαγωγικές για τον τηλεθεατή. Οσα συμβαίνουν στη διάρκεια των τελευταίων ετών στα αγγλικά γήπεδα όμως, σε σχέση με την μεταχείριση των θεατών, είναι σαφείς ενδείξεις που οδηγούν στην εκτίμηση ότι το “εύκολο” τηλεοπτικό χρήμα έχει κάνει τους συλλόγους και την Premier League να χάσουν το μυαλό τους ή τουλάχιστον να πάρουν το βλέμμα της προσοχής τους από την συμπεριφορά προς τους οπαδούς που πηγαίνουν στα γήπεδα. Και δεν αναφέρομαι μόνο στα κόστη των εισιτηρίων και την πολιτική της πλειονότητας των συλλόγων, που επιχειρούν να αφήσουν εκτός κερκίδων τα χαμηλότερα λαϊκά στρώματα και να δώσουν περισσότερο χώρο και καλύτερες θέσεις στους πλουσιότερους. Με εκπλήσσει το ίδιο, αν όχι περισσότερο, το γεγονός της εμφάνισης δημοσιευμάτων, στα αγγλικά media, που δίνουν σημασία σε φωνές οπαδών που φτάνουν να ταλαιπωρούνται από την Premier League, η οποία αλλάζει άτσαλα ημερομηνίες και ώρες διεξαγωγής αγώνων για χάρη της τηλεόρασης, ή να ταλαιπωρούνται από τις διοικήσεις των συλλόγων που καθυστερούν να εκδώσουν και να διαθέσουν τα εισιτήρια για έναν εκτός έδρας αγώνα με συνέπεια να αναγκάζουν τους οπαδούς να πληρώνουν ακριβότερα εισιτήρια μετακίνησης ή και να τους αποτρέπουν, λόγω υψηλού κόστους, από την μετακίνηση για να παρακολουθήσουν ένα παιχνίδι. Δεν θυμάμαι προηγούμενη φορά στη σύγχρονη εποχή του αγγλικού ποδοσφαίρου που να αντιλαμβάνομαι ότι πυκνώνουν και γίνονται όλο και πιο έντονα τα παράπονα των οπαδών των συλλόγων για την μεταχείριση της οποίας τυγχάνουν από τις διοικήσεις.

Η λογική οδηγεί στην εκτίμηση ότι η Premier League, ως οργανισμός, θα ξαναβρεί το μυαλό της και θα δώσει ένα μέρος της ενέργειάς της πάνω στον καλύτερο προγραμματισμό της σεζόν. Λογικά αυτή η ταλαιπωρία προοπτικά θα εξαφανιστεί. Δεν είναι όμως καθόλου βέβαιο ότι θα αλλάξουν ξανά πολιτική οι διοικήσεις των συλλόγων, δηλαδή ότι θα ξαναδώσουν μεγαλύτερη σημασία στους ντόπιους οπαδούς, στους θεατές των αγώνων. Διότι γίνονται όλο και περισσότεροι οι ξένοι ιδιοκτήτες των συλλόγων, και γίνονται όλο και περισσότεροι αυτοί που αλληθωρίζουν μπροστά στην επιταγή είσπραξης των περίπου 135 εκατ. ευρώ για τα τηλεοπτικά δικαιώματα μιας σεζόν, αλλά και για την διακίνηση ποδοσφαιριστών στην αγορά που πληρώνει καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη του πλανήτη, και φτάνουν να αδιαφορούν για το πώς θα μετακινηθούν οι οπαδοί από τη μια πόλη στην άλλη ή για το πόσο ακριβά θα είναι τα εισιτήρια που θα αναγκαστούν να πληρώσουν για αεροπλάνα, τρένα και λεωφορεία προκειμένου να μετακινηθούν, ή πόσο θα ταλαιπωρηθούν λόγω του συνωστισμού που προκαλούν τα έργα ανακατασκευής ενός κοντινού σταθμού τρένου την ημέρα διεξαγωγής ενός αγώνα.

Αυτό που αρχίζει να συμβαίνει αυτή την εποχή στην Αγγλία είναι η ρουτίνα του ελληνικού ποδοσφαίρου των τελευταίων πολλών ετών. Η ελληνική αγορά, για την οποία το τηλεοπτικό έσοδο ήταν από την αρχή της εποχής της κεντρικής διαχείρισης το υψηλότερο των εσόδων με χαοτική διαφορά από το επόμενο, οι σύλλογοι στην πλειονότητά τους αδιαφόρησαν για τους θεατές των γηπέδων. Φυσικά, τα ελληνικά γηπεδικά παράπονα είναι πολύ πιο σοβαρά από τα αγγλικά. Οι Αγγλοι μπορεί να ταλαιπωρούνται κάποιες φορές με τα εισιτήρια των μετακινήσεων ή να βρίσκουν πολύ υψηλές τις τιμές των εισιτηρίων, αλλά η γηπεδική εμπειρία τους παραμένει υψηλότατου επιπέδου. Οταν αρχίζουν οι Ελληνες τα παράπονα, ή την αναφορά των λόγων που λειτουργούν αποτρεπτικά και τους κρατούν εδώ και χρόνια μακριά από τις κερκίδες, ξεκινά θίγοντας πολύ πιο θεμελιώδη ζητήματα: ασφάλεια, βία, αφρόντιστα ή παλιά γήπεδα, κακή παροχή ή παντελής έλλειψη παροχής υπηρεσιών, κακή συμπεριφορά υπαλλήλων. Θίγουν δηλαδή ζητήματα που οι Αγγλοι δεν φαντάζονται καν ότι μπορεί ποτέ να αντιμετωπίσουν στα δικά τους γήπεδα. Και το δυσάρεστο στην ελληνική περίπτωση είναι ότι οι επιχειρηματίες του ποδοσφαίρου, τώρα που – νομίζουν ότι – έλυσαν το οικονομικό πρόβλημά τους με την παραχώρηση των τηλεοπτικών δικαιωμάτων τους σε καλή τιμή, συνεχίζουν να αδιαφορούν, οι περισσότεροι, για τους θεατές των κερκίδων. Αν οι Αγγλοι αρχίζουν να νιώθουν παραμελημένοι, οι Ελληνες δεν μπορούν να ελπίζουν ότι θα τους δώσει κάποτε η ελληνική αγορά σημασία για να τους “αναγκάσει” να επιστρέψουν μαζικά στα γήπεδα.