Οταν η Μαφία σκότωσε τον 18χρονο της Μπάρι

Σαν σήμερα πριν 10 χρόνια, ο 18χρονος παίκτης της Μπάρι, Τζιοβάνι Μοντάνι, έπεσε νεκρός από μαφιόζικο χτύπημα της φαμίλιας της οποία είχε το όνομα.

29 Οκτωβρίου του 2006, ένα απόγευμα στη γειτονιά Σαν Πάολο του Μπάρι. Μια μηχανή με δύο άντρες πλησιάζει το Nissan Micra που οδηγεί ένας νεαρός. Επτά πυροβολισμοί ακούγονται, ένας 18χρονος ποδοσφαιριστής πέφτει νεκρός. Οσοι είχαν δει τον Τζιοβάνι Μοντάνι να παίζει, έλεγαν ότι έχει μπροστά του ένα εκπληκτικό μέλλον. Ομως έμελλε να πληρώσει με τη ζωή του τη σχέση με έναν κόσμο στον οποίο δεν ήθελε ποτέ να είναι μπλεγμένος…

Τα τελευταία χρόνια το Μπάρι τράβηξε τα βλέμματα για τους λάθος λόγους γύρω από το ποδόσφαιρο. Οπως αναφέρεται σε άρθρο του Μαρκ Νιλ στο Gentleman Ultra αλλά και επιβεβαιώνεται από ερευνητές εγκλημάτων, στην περιοχή ήταν συχνά τα προβλήματα με την εμπλοκή της μαφίας και υπάρχουν ντοκουμέντα για όλα τα γεγονότα. Το 2012 ο Εισαγγελέας υποστήριξε ότι 7 κλαμπ στην 5η κατηγορία της Ιταλίας ανήκαν σε μέλη της τοπικής μαφίας και έναν χρόνο νωρίτερα περισσότερα από 100 άτομα είχαν συλληφθεί στο πλαίσιο έρευνας σε Μπάρι, Νάπολι, Κρεμόνα. Ανάμεσα σε αυτούς, bookmakers, παράγοντες, ιδιοκτήτες, μάνατζερ, νυν και πρώην ποδοσφαιριστές. Οκτώ από τους παίκτες της ομάδας εκείνης της εποχής καταδικάστηκαν. «Στο Μπάρι, η τοπική μαφία, ήταν ήδη μέσα στο στήσιμο αγώνων» είπε αργότερα ο Αντρέα Μαζιέλο, πρώην άσος των Biancorossi, που σήμερα παίζει στην Αταλάντα.

Η τοπική μαφία στην οποία αναφερόταν ο Εισαγγελέας και ο Μαζιέλο ήταν η Sacra Corona Unita, ένας ‘οργανισμός’ που ιδρύθηκε το 1970 από τον πρώην Capofamiglia της Camorra, Ραφαέλε Κουτόλο, ο οποίος μαζί με τα αφεντικά της περιοχής της Καλαβρίας όπως ο Ουμπέρτο Μπελφιόρε, ήθελαν να επεκτείνουν τις επιχειρήσεις τους στην περιοχή της Πούλια. Οπως προκύπτει, όταν ο Κουτόλο συνελήφθη και φυλακίστηκε, η Sacra Corona Unita ή La Quarta Mafia, συνέχισε έχοντας νέο επικεφαλής.

Οταν δολοφονήθηκε ο Τζιοβάνι, επικεφαλής της φαμίλιας των Μοντάνι ήταν ο θείος του, Αντρέα Μοντάνι, ο οποίος παρότι βρισκόταν στη φυλακή από το 1991, εξακολουθούσε να τρέχει τις επιχειρήσεις. Το όνομα Μοντάνι για τον Τζιοβάνι όμως, ήταν κάτι το οποίο θα ήθελε να θάψει βαθιά μέσα του. Ο πατέρας του, Αντζελο Αντόνιο, αφού καταδικάστηκε για ένοπλη ληστεία και εμπόριο ναρκωτικών, γύρισε την πλάτη σε αυτό τον κόσμο και αποτέλεσε παράδειγμα για τον γιο του. Ο τελευταίος ήταν μεγάλο ταλέντο και το ότι βγήκε μέσα από τις Ακαδημίες της Μπάρι, γέμιζε τον πατέρα με υπερηφάνια. Οταν βρισκόταν στο κρεβάτι και περνούσε τις τελευταίες μέρες της ζωής του, είπε στον γιο του πόσο χαρούμενο τον έκανε το ότι το όνομα Μοντάνι ακουγόταν για το ποδόσφαιρο και όχι λόγω εγκληματικότητας και βίας.

Ο Τζιοβάνι χρησιμοποίησε τα λόγια του πατέρα του σαν κίνητρο για να πετύχει στη ζωή του. Είχε όνειρο να παίξει μια μέρα σε ομάδα της Serie A «κατά προτίμηση στον βορρά, για να ξεφύγω απ' όλο αυτό» όπως έλεγε ο ίδιος. Παρόλα αυτά, ο Τζιοβάνι ήταν κολλητός με τον Σαλβατόρε Μοντάνι, ξάδερφό του και γιο του Νο1 της φαμίλιας, Αντρέα.

Το σκηνικό το οποίο έφερε το τραγικό τέλος, συνέβη τον Ιούνιο του 2006. Ο Τζιοβάνι ζήτησε από τον Σαλβατόρε να πάνε μαζί για να αγοράσει ένα σκυλί για δώρο στην αδερφή του που είχε γενέθλια. Οι δύο, μαζί με τρεις φίλους, μπήκαν στο αυτοκίνητο και πήγαν στο καλύτερο pet-shop στην πόλη του Μπάρι. Το σκυλί όμως έκανε 1.400 ευρώ, πολλά περισσότερα απ' όσα μπορούσε να δώσει ο Τζιοβάνι. Ο νεαρός ποδοσφαιριστής παζάρεψε την τιμή με τον ιδιοκτήτη, Ινιάτσιο Γκεζουίτο, ο οποίος κατέβαζε την τιμή μέχρι τα 900 ευρώ. Και πάλι όμως τα χρήματα ήταν πολλά και έτσι ο ξάδερφός του αποφάσισε να παρέμβει.

Σύμφωνα με τους Εισαγγελείς, ο Σαλβατόρε προσπάθησε να εξασφαλίσει ακόμα μεγαλύτερη έκπτωση και για να το καταφέρει αυτό χρησιμοποίησε το όνομα της οικογένειας. Ετσι, υπενθύμισε ποιος ήταν ο πατέρας του και έκανε σαφές ότι θα ήταν καλύτερο για όλους αν η τιμή του σκύλου έπεφτε στα 500 ευρώ. Η κουβέντα άναψε αμέσως. Ο Γκεζουίτο τράβηξε ένα όπλο που είχε πίσω από το ταμείο και πυροβόλησε, σκοτώνοντας ακαριαία τον Σαλβατόρε. Ο Τζιοβάνι και οι τρεις φίλοι τρομοκρατήθηκαν για τη ζωή τους και τράπηκαν σε φυγή.

Την ίδια στιγμή, ο Αντρέα Μοντάνι θρηνούσε τον θάνατο του γιου του, όταν έλαβε ένα μήνυμα από μέλος της φαμίλιας με όνομα Γκαετάνο Καποντιφιέρο το οποίο βρισκόταν επίσης στη φυλακή. «Ο Σαλβατόρε ήταν η ζωή μου, για εκείνον θα έκανα τα πάντα. Γι' αυτό το σκουλήκι θα υπάρξει δικαιοσύνη. Σε μια βδομάδα θα βγω και σύντομα θα λάβεις τα καλά νέα».

Λόγω του ότι ο Μοντάνι εκείνη την περίοδο βρισκόταν στην απομόνωση, η αλληλογραφία του περνούσε από έλεγχο πριν φτάσει σε εκείνον. Οι άνθρωποι των φυλακών όμως θεώρησαν ότι το 'σκουλήκι' ήταν ο ιδιοκτήτης του pet-shop και αφού ο Γκεζουίτο είχε προφυλακιστεί, έκριναν ότι δεν έχουν κανέναν λόγο να ανησυχούν. Ομως ο άνθρωπος στον οποίο έμελλε να επιβληθεί «δικαιοσύνη» ήταν ο Τζιοβάνι Μοντάνι. Σαν σήμερα πριν 10 χρόνια, στις 29 Οκτωβρίου του 2006, ο Τζιοβάνι οδηγούσε στην παλιά πόλη του Μπάρι όταν ο Καποντιφιέρο μαζί με τον συνεργάτη του, Τζόσεφ Αμορούζο, τον πυροβόλησαν επτά φορές.

Το 'λάθος' που έμελλε να πληρώσει ο Τζιοβάνι με τη ζωή του ήταν ότι έσπασε τον νόμο πάνω στον οποίο έχει χτιστεί η μαφία, αυτόν της εκδίκησης. Το ότι έτρεξε μακριά ενώ ο ξάδερφός του ήταν νεκρός στο έδαφος και δεν προσπάθησε ποτέ να εκδικηθεί, έσπασε τον κώδικα που ισχύει για τα μέλη της οικογένειας. Αν και ο ίδιος δεν δρούσε σαν μέλος της φαμίλιας και δεν ήθελε να έχει καμία σχέση με όλα αυτά, εξακολουθούσε να είναι ένας Μοντάνι. Ο Τζιοβάνι 'όφειλε' να ψάξει εκδίκηση για τη δολοφονία του Σαλβατόρε, όμως προτίμησε τη σιωπή και αυτό ήταν κάτι που δεν θα γινόταν αποδεκτό.

«Ηταν σαν να χάνω τον γιο μου» είπε ο προπονητής των μικρών της Μπάρι, Εντσο Ταβαρίλι. «Το ποδόσφαιρο ήταν η ζωή του, ο τρόπος για να αποδράσει προς κάτι καλύτερο». Η δολοφονία του Τζιοβάνι προκάλεσε κύμα πένθους στην Μπάρι, στην οποία βρισκόταν από τα 7 του χρόνια. Ο Ζαν-Φρανσουά Ζιλέ, τερμαφοφύλακας της Μπάρι εκείνη την εποχή, μόλις δέκα μέρες πριν τον είχε δει να κάνει προπόνηση. «Πέτυχε ένα εξαιρετικό γκολ. Του έδωσα συγχαρητήρια και μου χαμογέλασε. Ενα χαμόγελο σαν τον ήλιο...».