«Τούρκο» Μοχάμεντ: Μια ιστορία πόνου και αφοσίωσης

«Τούρκο» Μοχάμεντ: Μια ιστορία πόνου και αφοσίωσης

O Θάνος Σαρρής γράφει για τον προπονητή της Θέλτα, που νίκησε τον Ντιέγο Σιμεόνε, καθώς και για τη σκληρή ιστορία πίσω από το εκκεντρικό του στιλ. 

Η πρώτη εντύπωση. Λένε πως συχνά είναι αυτή που μένει για πάντα. Μέχρι να συμβεί κάτι το συναρπαστικό, που να κάνει τον παρατηρητή να πετάξει το περιτύλλιγμα και να αφοσιωθεί στο εσωτερικό, σε αυτό που πραγματικά μετράει. Η νίκη της Θέλτα επί της Ατλέτικο Μαδρίτης ήταν η στιγμή του Αντόνιο Μοχάμεντ, του Αργεντινού προπονητή που έχει οδηγήσει τους «Σελέστες» σε ένα εξαιρετικό ξεκίνημα με δύο νίκες και μια ισοπαλία στην Primera. Το τελευταίο «τρίποντο» ήταν απέναντι στην ομάδα του Σιμεόνε, ο οποίος μετρούσε πέντε νίκες σε έξι αναμετρήσεις στο Μπαλαΐδος. Παρακολουθώντας την αναμέτρηση, η εικόνα του ανθρώπου στον πάγκο της Θέλτα προκάλεσε στους περισσότερους μια θυμηδία. Άσπρο πουκάμισο, γιλεκάκι, γυαλί ηλίου και από τα ανοιχτά κουμπιά να αχνοφαίνεται ένα ροζάριο. Παρόμοιο με αυτό που κοσμεί το αριστερό του χέρι. Στο ντεμπούτο του με την Εσπανιόλ, το twitter γέμισε παρομοιώσεις. Γκάνγκστερ στο Τζέρσεϊ τον αποκάλεσαν και μπράβο σε καζίνο. Πίσω από την εικόνα όμως βρίσκεται η προσωπική ιστορία του προπονητή που πραγματοποιεί το καλύτερο ξεκίνημα στο Βίγκο από το 2004 και τον Μιγκέλ Άνχελ Λοτίνα. 

Το παρατσούκλι «Τούρκο» δεν οφείλεται σε ρίζες από την Τουρκία, αλλά στο αραβόφωνο όνομά του. Ο Μοχάμεντ έχει αραβικές και αργεντίνικες ρίζες από την πλευρά του πατέρα, γιουγκοσλαβικές και χιλιανές από αυτή της μητέρας. Το Μοχάμεντ προοριζόταν ως το μικρό του όνομα, αλλά στο ληξιαρχείο της Αργεντινής μπερδεύτηκαν και του το χάρισαν ως επίθετο. Στο Βίγκο, βέβαια, υπάρχει ένα πρόβλημα, καθώς «Turcos» αποκαλούν οι οπαδοί εκείνους της Ντεπορτίβο Λα Κορούνια, με την οποία έχουν αντιπαλότητα. «Καλύτερα να με αποκαλείται απλά Τόνι», προειδοποίησε τους δημοσιογράφους.

Ο γεννημένος στο Μπουένος Άιρες Τόνι, έκανε φέτος, σε ηλικία 48 ετών, το βήμα για την Ευρώπη, έχοντας επιδείξει έργο μόνο στη Λατινική Αμερική. Δεδομένα λοιπόν δεν έκανε αμέσως click στους aficionados της Θέλτα. Οι παίκτες από την άλλη ήξεραν ότι θα έχουν να κάνουν με έναν προπονητή που είχε αρκετές φορές πλακωθεί με ποδοσφαιριστές του σε άλλες ομάδες. Από την πρώτη μέρα ξεκαθάρισε ότι στα αποδυτήρια είναι το απόλυτο αφεντικό και δεν μασάει πουθενά. Η φήμη που τον συνόδευε ως ποδοσφαιριστή είναι ότι άφηνε και την ψυχή του στο γήπεδο, ότι ταυτιζόταν πλήρως με τον σκοπό της ομάδας και το έδειχνε σε κάθε ματς. Ο Ντιέγο Σιμεόνε, που τον γνωρίζει από μικρό, θυμήθηκε μια αναμέτρηση που είχαν όταν ακόμα έπαιζαν σε επίπεδο ακαδημιών. «Τεθήκαμε αντιμέτωποι σε ένα ματς που έκρινε τίτλο. Κέρδιζαν 1-0 και συνεχώς ερχόταν κοντά μου και τραγουδούσε στο αυτί μου: "Δεν θα γίνεις πρωταθλητής, δεν θα γίνεις πρωταθλητής. Ήθελα να τον σκοτώσω». 

Ο Μοχάμεντ είναι από εκείνες τις περιπτώσεις που η λατρεία για έναν σύλλογο ξεπερνά την καριέρα. Ο δεσμός ήταν με την Ουρακάν, με την οποία ξεκίνησε την καριέρα του ως σέντερ φορ. Έκανε μεταγραφή για τη Φιορεντίνα το 1991, αλλά δεν κατάφερε ποτέ να στεριώσει στην Ευρώπη. Έπαιξε δύο χρονιές δανεικός στην Μπόκα και την Ιντεπενδιέντε, πριν συνεχίσει μια μακρά καριέρα στο Μεξικό. Όντας παίκτης της Μπόκα κλήθηκε να αντιμετωπίσει την αγαπημένη του Ουρακάν και αστόχησε από τη μικρή περιοχή σε καθαρή θέση για γκολ, με τέτοιο τρόπο που φάνηκε να το κάνει επιτήδες. Μάλλον έτσι το ερμήνευσε και ο τότε προπονητής των Σενέισες, Όσκαρ Ταμπάρες, ο οποίος τον αντικατέστησε έξαλλος στο ημίχρονο. Στην Ουρακάν επέστρεψε δύο φορές ως προπονητής και μάλιστα για ένα διάστημα για να βοηθήσει χωρίς χρήματα. Ο ίδιος λέει ότι κάποια στιγμή στο μέλλον, θα το κάνει και ως πρόεδρος, ενώ αφιέρωσε στους «κεμέρος» και τους όρκους του γάμου του και έγραψε ποίημα για την ομάδα, την πίστη και την αφοσίωση σε αυτήν. Πέραν του ταπεραμέντου του ωστόσο, ξεχώριζε και για κάτι άλλο. Το στιλ του. Προτού οι διάφοροι play boys του σύγχρονου ποδοσφαίρου εισάγουν τα κοτσιδάκια και τις ανταύγιες, εκείνος το είχε κάνει ήδη. Και μάλιστα φορώντας άσπρα εξάταπα!

Αυτή η εκρηκτική προσωπικότητα λοιπόν απόφασισε να γίνει προπονητής και από το 2011, με εξαίρεση ένα διάλειμμα για την Ουρακάν, η καριέρα του εξελίχθηκε στο Μεξικό. Εκεί όπου έχτισε τη φήμη του ως ένας προπονητής κοντά στις ιδέες του Τσόλο Σιμεόνε. Λατρεύει την πίεση ψηλά και την προσαρμογή στους παίκτες που έχει και τον αντίπαλο, χωρίς να έχει στις προτεραιότητές του την κατοχή. Σκληράδα, πειθαρχία, τα πάντα για το αποτέλεσμα, κάθετο ποδόσφαιρο και ικανοποίηση για το πλάνο όταν αυτό εκτελείται με αυταπάρνηση και πάθος. Αυτή την ιδέα του για το πρέσινγκ και τον τρόπο που οδηγεί τους παίκτες του να υπηρετούν πιστά τις ιδέες του είδαν στη Θέλτα και αποφάσισαν να του δώσουν το χρίσμα.

Ως εδώ όλα καλά. Ένα τύπος που μοιάζει με κάγκουρα από την Αργεντινή, αγριεμένος, με ιδέες που μοιάζουν με αυτές του Σιμεόνε και του Μουρίνιο, αλλά αναγνωρίζει ως κορυφαίο τον Γκουαρδιόλα. Αυτό το αλλόκοτο πάθος όμως για τη δουλειά του και η αναγνώριση του ποδοσφαίρου ως του σημαντικότερου παράγοντα στη ζωή, πηγάζει από την προσωπική του ιστορία.

Ήταν το 2006 όταν αποφάσισε να κάνει πραγματικότητα το όνειρο του εννιάχρονου γιου του και να τον πάει να δει από κοντά ένα Μουντιάλ. Στη Γερμανία, το όχημά τους χτυπήθηκε από ένα αυτοκίνητο που είχε πιάσει τα 200 χιλιόμετρα στον αυτικηνιτόδρομο που ενώνει τη Βρέμη με το Άιζεναχ. Ο μικρός δεν τα κατάφερε. Ο Μοχάμεντ πέρασε ένα μήνα στο νοσοκομείο, παλεύοντας να σώσει το πόδι του. Στην επιστροφή του στον πάγκο της Ουρακάν, ο Ντιέγο Μαραντόνα πήγε στο γήπεδο για να τον συλληπηθεί την ώρα που όλο το γήπεδο του φώναζε κουράγιο. Ο πόνος στο πόδι δεν συγκρινόταν φυσικά με αυτόν στην ψυχή. Και για να τον απαλύνει στο μέτρο του δυνατού, αποφάσισε να αφιερώσει τη ζωή του στο ποδόσφαιρο, τονίζοντας πως «αυτό θα ήθελε ο γιος του». Ο ρεαλισμός, η σκληράδα και η μάχη χωρίς όρια δεν γινόταν να μην απορροφηθούν στο παιχνίδι, που πλέον είχε πάρει τη θέση της ίδιας της ζωής του.

Το ροζάριο που κοσμεί τον λαιμό και το χέρι του άνηκε στον γιο του. Είναι κάτι παραπάνω από ένα μενταγιόν. Αποτελεί το προσωπικό του φυλλακτό, την ζωοογόνο πηγή του. Και οι παίκτες του Σιμεόνε το κατάλαβαν για τα καλά. Ίσως δεν υπήρχε κάποιος να τους ψιθυρίζει στο αυτί, αλλά η ομάδα του Τόνι βρήκε τρόπο να τους «τρυπήσει» πατώντας σε κάποιες από τις αρχές που οι ίδιοι είχαν  ως βασικά μοτίβα στο παιχνίδι τους και δείχνοντας σε αυτές τις πρώτες αγωνιστικές μια πολύ ανταγωνιστική εικόνα. Η διάρκεια θα τον κρίνει, όμως πλέον στο Βίγκο θα πρέπει να έχουν καταλάβει όλοι πως για εκείνον ο ρόλος του προπονητή δεν είναι απλά μια δουλειά...