Τα αυτογκόλ είναι η ρουτίνα της Εθνικής των τελευταίων 4,5 χρόνων

Τα αυτογκόλ είναι η ρουτίνα της Εθνικής των τελευταίων 4,5 χρόνων

Τα αυτογκόλ είναι η ρουτίνα της Εθνικής των τελευταίων 4,5 χρόνων

Ο Βασίλης Σαμπράκος γράφει για όσα είδε από την Ελλάδα στο ματς με την Εσθονία, σε συνέχεια όσων έχει δει από την Εθνική από το καλοκαίρι του 2014 μέχρι σήμερα.

Η ευρωπαϊκή δράση του Nations League δεν σταματά στο νέο Pamestoixima.gr με ακόμα μεγαλύτερες αποδόσεις.

Οι τακτικές επίθεσης ασχολούνται με τη δημιουργία και την εκμετάλλευση του χώρου από μονάδες, ατομικά, και από την ομάδα. Οταν μια ομάδα επιτίθεται απέναντι σε αντίπαλο που αμύνεται μαζικά και κλείνει τους χώρους όσο αυτοί κλείνονται από το 5-3-2 ή το 5-4-1 που χρησιμοποιούσε ο προπονητής της Εσθονίας, είναι πολύ κρίσιμο οι επιτιθέμενοι να επιχειρούν να απλώσουν, να τεντώσουν την αντίπαλη ομάδα στο τερέν αμέσως μόλις πάρουν οι επιτιθέμενοι την κατοχή της μπάλας. Μόνο έτσι, όταν η επιτιθέμενη ομάδα απλωθεί αμέσως στο τερέν, αναγκάζοντας τους αντιπάλους να ακολουθήσουν τις κινήσεις και να απλωθούν, μεγαλώνουν οι αποστάσεις μεταξύ των αμυνόμενων· και μεταξύ των γραμμών και μεταξύ των παικτών. Αυτή είναι η πρώτη έγνοια μιας ομάδας μόλις πάρει τη μπάλα για να επιτεθεί απέναντι σε έναν αντίπαλο που αμύνεται μαζικά. Το δεύτερο ένστικτο που πρέπει να βγάλει στο τερέν είναι αυτό της ανάπτυξης της επίθεσης με μεγάλη ταχύτητα. Το παιχνίδι με μια επαφή της μπάλας.

Το παιχνίδι με ένα άγγιγμα της μπάλας είναι μια εξαιρετικά σημαντική τακτική επίθεσης απέναντι σε πολυπρόσωπη άμυνα, διότι ο αντίπαλος δεν προλαβαίνει να πιέσει τον κάτοχο της μπάλας. Για να το κάνεις όμως το παιχνίδι της μιας επαφής, πρέπει να έχεις στο τερέν ποδοσφαιριστές με εξαιρετική κατανόηση και συνεννόηση μεταξύ τους προκειμένου αυτοί να συγχρονίζουν τις κινήσεις τους και να προσφέρουν υποστήριξη στον συμπαίκτη που κινείται με ή χωρίς τη μπάλα για την ανάπτυξη της επίθεσης.

Ξεκινώ με όλα αυτά, τα βασικά της προπονητικής προκειμένου να εξηγήσω αυτά που είδαμε να συμβαίνουν στο τερέν του ΟΑΚΑ το βράδυ της Κυριακής. Στο πρώτο 45'λεπτο η Ελλάδα προσπαθούσε να υπηρετήσει τις βασικές τακτικές αρχές απέναντι σε μια ομάδα που αμυνόταν μαζικά. Εψαχνε να απλώνει το παιχνίδι της όταν έχτιζε τις επιθέσεις της, προσπαθούσε να πάρει όλο το πλάτος του τερέν. Δεν κατάφερνε όμως να φτάσει σε τελική ενέργεια υπό καλές προϋποθέσεις. Γιατί; Επειδή δεν μπορούσε να αναπτυχθεί με ταχύτητα. Ο προπονητής το έβλεπε, και το ζητούσε. Δεν αρκεί όμως να το ζητάς, ούτε αρκεί οι ποδοσφαιριστές να δέχονται την εντολή ή να αισθάνονται την ανάγκη να το πράξουν. Πρέπει να έχουν και τον μηχανισμό. Κι αυτή η σύνθεση, των 9 διαφορετικών παικτών συγκριτικά με το προηγούμενο παιχνίδι, της Πέμπτης, ήταν μια εντελώς πειραματική σύνθεση, που δεν είχε ούτε ένα αγωνιστικό λεπτό στα πόδια της. Ποδοσφαιριστές που δεν έχουν παίξει ποτέ ξανά μεταξύ τους, πιθανότατα ούτε σε δίτερμα της προπόνησης, δεν είναι δυνατόν να συγχρονιστούν ξαφνικά τόσο καλά που να μπορούν να υποστηρίξουν ανάπτυξη επίθεσης με μια επαφή της μπάλας. Δεν ξέρουν ο ένας τις κινήσεις του άλλου, δεν έχουν αναπτύξει ποτέ τους ένα μοτίβο επίθεσης. Και σε έναν νέο σχηματισμό, το 4-3-3 που επέλεξε ο προπονητής, που δεν ήταν ίδιος με το προηγούμενο παιχνίδι, οι ποδοσφαιριστές χρειάζονταν ακόμη περισσότερο χρόνο εξοικείωσης. Η επιλογή του σχηματισμού είχε λογική, κι ας ήταν μόνο ένας ο φυσικός εξτρέμ (ο Μασούρας) στο βασικό σχήμα. Είχε λογική, αλλά, όπως αποδείχθηκε στο τερέν, δεν είχε ρεαλισμό. Η Εθνική δεν ήταν έτοιμη να παίξει έτσι.

Κι ύστερα ήρθε το αυτογκόλ. Και μαζί του ήρθε, ή πιο σωστά μεγάλωσε περισσότερο ο εκνευρισμός μιας ομάδας που ήξερε και προφανώς σκεφτόταν στη δεδομένη στιγμή τα αυτονόητα: τι ντροπή να χάσεις εντός έδρας από την Εσθονία και να τερματίσεις 3ος στον όμιλο που ξεκινούσε με εσένα στη θέση του φαβορί; Και τι ζημιά να υποχωρείς βαθμολογικά και να χάνεις συγχρόνως και μια πιθανότητα να βρεθείς “απ' το παράθυρο” στα μπαράζ που δίνουν εισιτήριο για την τελική φάση του Euro 2020;

Το ποδόσφαιρο σε αυτό το επίπεδο, του πρωταθλητισμού, είναι ζήτημα νοοτροπίας. Η νοοτροπία είναι το μεγαλύτερο εφόδιο μιας ομάδας, κι είναι ένα από τα μεγαλύτερα, τα αποτελεσματικότερα όπλα μιας ομάδας στην προσπάθειά της να επιστρέψει σε ένα παιχνίδι και να το φέρει υπό έλεγχο όταν βρεθεί πίσω στο σκορ. Στις δύσκολες στιγμές είναι που έχει ανάγκη μια ομάδα να λειτουργήσει αυτόματα, με ομαδικά ένστικτα, με ομαδικά κίνητρα, με ομοψυχία, με θετικό πείσμα, με αυτοπεποίθηση και εμπιστοσύνη στο αγωνιστικό σχέδιο. Στο 44' του ματς οι Εσθονοί βρέθηκαν από το “πουθενά” μπροστά στο σκορ. Κι αυτό ήταν το στοιχείο που χρειαζόταν μια ομάδα για να φέρει το ματς στο επίπεδο της δικής της αρετής: άμυνα, με καλή ψυχολογία, με αυταπάρνηση που πήγαζε από τη συνείδηση ότι βρίσκονται κοντά σε μια ιστορική επιτυχία, κι όλα αυτά απέναντι σε έναν αντίπαλο που είχε εκνευρισμό. Οι Εσθονοί δεν έκαναν τίποτα περισσότερο από το να επενδύσουν πάνω στον εκνευρισμό που είχαν δημιουργήσει στους Ελληνες. Και το μυαλό των Ελλήνων λειτούργησε με τα ένστικτα και τη ρουτίνα του, δηλαδή όπως είναι μαθημένο να λειτουργεί και όχι όπως θα ήθελε ο προπονητής και κάποιοι εκ των ποδοσφαιριστών να λειτουργήσει.

Τι είναι νοοτροπία; Ο ιδιαίτερος τρόπος σκέψης ενός ατόμου, μιας ομάδας, ενός λαού· το σύνολο των πεποιθήσεων, των φόβων, των προκαταλήψεων που τελικά καθορίζουν τη συμπεριφορά και τη δράση των ατόμων και των ομάδων, σύμφωνα με τον ορισμό. Η νοοτροπία ήταν το βασικό συστατικό της συνταγής που χρησιμοποίησε ο Οτο Ρεχάγκελ για να πετύχει να μεταμορφώσει μια ερασιτεχνική ομάδα σε επαγγελματική. Η νοοτροπία ήταν το βασικό εφόδιο του Φερνάντο Σάντος στο έργο του για τις πορείες στο Euro 2012 και το Μουντιάλ 2014. Τα θεμέλια πάνω στα οποία χτίστηκε η νοοτροπία ήταν δύο: 1. Ο προπονητής και μόνον ο προπονητής αποφασίζει ποιοι καλούνται και ποιοι παίζουν. 2. Απαγορεύεται να φέρνεις στα αποδυτήρια της Εθνικής τις συλλογικές σκέψεις, τα συλλογικά πάθη και μίση, τις συλλογικές διαφορές, τα στοιχεία που διαλύουν το ομαδικό πνεύμα, και λειτουργείς με τη συνείδηση ότι η Εθνική είναι προτεραιότητα και όχι επόμενη του συλλόγου στον οποίο αγωνίζεσαι. Αυτά τα θεμέλια γκρεμίστηκαν το καλοκαίρι του 2014. Κι έκτοτε δεν έχουν ξαναχτιστεί. Και ο σημερινός, ο Αγγελος Αναστασιάδης ξεκινά με το μειονέκτημα του τρόπου της επιλογής του. Εχει επιλεγεί από τον Βαγγέλη Γραμμένο, ο οποίος είχε επιλεγεί από τον Ιβάν Σαββίδη. Ο Αναστασιάδης θα χρειαστεί πολύ χρόνο και θα πρέπει να βάλει πολύ κόπο για να πείσει τα αποδυτήριά του για τα κριτήρια των κλήσεων και την αξιοκρατία. Και θα δυσκολευτεί το ίδιο ή και περισσότερο για να πείσει και – κυρίως αυτό – να εμπνεύσει τους ποδοσφαιριστές του προκειμένου αυτοί να αφήσουν εκτός Εθνικής τα συλλογικά τους και να αντιληφθούν την παρουσία τους στην Εθνική ως το σπουδαιότερο πράγμα που συμβαίνει στη ζωή τους.

Τα αυτογκόλ στην Εθνική ξεκίνησαν το 2014 με τον τρόπο της απομάκρυνσης του Σάντος και τον τρόπο της πρόσληψης του Ρανιέρι. Κι έκτοτε συνεχίζονται, με αξιοσημείωτη περιοδικότητα. Και πώς να μην συνεχίζονται όταν η Εθνική, όπως όλο το ποδόσφαιρο, διοικείται ερασιτεχνικά από ερασιτέχνες που δεν έχουν καμία προηγούμενη εμπειρία διοίκησης στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο; Αυτογκόλ ήταν όλες οι προσλήψεις προπονητή, αυτογκόλ ήταν το ξήλωμα του σχεδίου για τη δημιουργία εθνικού ποδοσφαίρου από τα τμήματα των υποδομών, αυτογκόλ ήταν η στελέχωση της Εθνικής, αυτογκόλ ο τρόπος και οι διαδικασίες για τις αλλαγές προσώπων, γηπέδων, ξενοδοχείων, ορισμού αρχηγών, δηλαδή όλα όσα έχουν συμβεί στη διάρκεια των τελευταίων 4,5 ετών.

Εφταιξαν όλα αυτά τα αυτογκόλ για την ήττα που ήρθε το βράδυ της Κυριακής με ένα αυτογκόλ; Εφταιγαν όσο έφταιξαν και για την προηγούμενη νίκη, που ήρθε με ένα αυτογκόλ. Εφταιγαν όσο έφταιξαν γενικώς σε μια πορεία που οδήγησε την Ελλάδα στην 3η θέση ενός ομίλου τον οποίο ξεκίνησε από τη θέση του φαβορί. Εφταιξαν όσο θα φταίνε και για το γκρουπ δυναμικότητας της Εθνικής στην κλήρωση της προκριματικής φάσης του Euro 2020. Εφταιξαν όσο φταίνε για τις άδειες εξέδρες του ΟΑΚΑ που έχουν αντικαταστήσει τις γεμάτες ή μισογεμάτες εξέδρες του Καραϊσκάκη. Εφταιξαν όσο φταίνε για το γεγονός ότι τα ελληνικά media αντιμετωπίζουν ξανά την Εθνική σαν ερασιτεχνική ομάδα. Την αντιμετωπίζουν έτσι, διότι αυτό ξανάγινε· ερασιτεχνική ομάδα. Είχε πάψει να είναι τέτοια από το 2002 έως το 2014. Ηταν μεγάλο το διάστημα, μια ολόκληρη 12ετία, αλλά ήταν, όπως η ιστορία των τελευταίων 4,5 χρόνων αποδεικνύει, εξαίρεση στον γενικό κανόνα της ζωής της Εθνικής Ελλάδας. Μπορεί αυτό να αλλάξει;

Μου πήρε περίπου 14 μήνες για να ολοκληρώσω μια έρευνα, την οποία είχα ξεκινήσει ουσιαστικά από τα παιδικά μου χρόνια, ως φανατικός οπαδός της Εθνικής, και είχα εντατικοποιήσει από το 1999, όταν άρχισα να καλύπτω επαγγελματικά το ρεπορτάζ της Εθνικής, για να καταφέρω να συγκεντρώσω τις εξηγήσεις, τις απαντήσεις στην “πώς έγινε το 2004;” ερώτηση. Ολα όσα έχω καταλάβει και έχω φιλοσοφήσει, μέσα από την ιστορία που μου διηγήθηκαν οι πρωταγωνιστές, δηλαδή οι ποδοσφαιριστές, οι προπονητές και οι διοικητικοί υποστηρικτές της Εθνικής την περίοδο 2001-2004, είναι αποτυπωμένα σε ένα βιβλίο, το “Εξηγώντας το Θαύμα”, που πρόκειται να κυκλοφορήσει σε λίγες ημέρες. Αυτό το βιβλίο θα επέλεγα ως το καλύτερο χριστουγεννιάτικο δώρο προς την διοίκηση της ΕΠΟ, τους προπονητές, τους υπαλλήλους και τους ποδοσφαιριστές της σημερινής Εθνικής, ως το μεγαλύτερο βοήθημα που μπορούν να έχουν αν θέλουν να ξαναδούν την Εθνική να γίνεται Ομάδα και να λειτουργεί επαγγελματικά και αποτελεσματικά. Διότι είναι ένα βιβλίο που έχει αποτυπωμένες στις σελίδες του όλες τις βασικές αξίες ενός συνόλου που κατάφερε να φτάσει σε τέτοιο επίπεδο “αποξένωσης” από το ελληνικό περιβάλλον του που να γίνει μια Ομάδα ευρωπαϊκού επιπέδου και μάλιστα του κορυφαίου. Οχι, δεν είναι μια μυστική συνταγή με μαγικές ιδιότητες. Δεν είναι ότι μπορούμε να ακολουθήσουμε εγώ κι εσείς τις συμβουλές και να γίνουμε πρωταθλητές Ευρώπης. Είναι όμως βέβαιο ότι αν εφαρμοστούν όλα αυτά σε ένα σύνολο επιτυγχάνουν την ομαδικότητα, την ομόνοια, την ομοψυχία, την νοοτροπία, δηλαδή όλα τα στοιχεία που έχει ανάγκη ένα σύνολο ανθρώπων για να λειτουργήσει σαν ομάδα και να λειτουργήσει αποτελεσματικά.

Κάνοντας μια πρόχειρη ανάγνωση στο ματς της Κυριακής, ο παρατηρητής καταλήγει στο απλοϊκό “θα ήταν αρκετό να είχε ξεκινήσει ο Αναστασιάδης με τον Φορτούνη και τους υπόλοιπους ετοιμοπόλεμους “βασικούς” για να νικήσουμε την Εσθονία” συμπέρασμα. Διαβάζοντας αυτό το βιβλίο κανείς καταλαβαίνει πόσο δρόμο έχουν να διανύσουν σήμερα ο Αναστασιάδης, η Ομοσπονδία, οι συνεργάτες και οι ποδοσφαιριστές για να καταφέρουν να ξανακάνουν Ομάδα την Εθνική. Εχει πάρα πολλή ανηφόρα μπροστά. Και κάποιος πρέπει να πάει μπροστά για να τραβήξει και να καθοδηγήσει τους υπόλοιπους. Η Εθνική έχει ανάγκη έναν ηγέτη. Υπάρχει τέτοιος; Η συνέχεια σε ένα επόμενο σημείωμα.

Best of internet