Ποιος να συγκριθεί μαζί σου...

Ποιος να συγκριθεί μαζί σου...

Ποιος να συγκριθεί μαζί σου...

Ο Αντρέ ή Αντελίνο (ή και τα δύο) Βιεϊρίνια, είναι ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης του ΠΑΟΚ. Ο Σταύρος Σουντουλίδης γράφει για τον «αρχηγό των αρχηγών» και θυμάται τον Μπάνε της Ναντ!

Ο Αντρέ ή Αντελίνο Βιεϊρίνια, όπως και να μας τον είπανε ή όπως και να τον λέμε μικρή σημασία έχει, είναι ό,τι πιο σπάνιο και πολύτιμο διαμάντι κοσμεί τα ελληνικά γήπεδα. Το 2012 έφυγε από την Τούμπα, αλλά σαν άλλος Οδυσσέας επέστρεψε στην ποδοσφαιρική Ιθάκη του με ένα και μόνο στόχο: να κάνει τον αγαπημένο του ΠΑΟΚ πρωταθλητή. Και θα τον κάνει!

Τα τόσα χρόνια που έχουν περάσει από το τελευταίο πρωτάθλημα, είναι όλα μα όλα στο πρόσωπό του. Όλη η φετινή χρονιά, που οδεύει προς ένα «χάπι εντ», είναι αποτυπωμένη στην εικόνα του αρχηγού να αποχωρεί δίχως της φανέλα του και μόνο με το περιβραχιόνιο στο μπράτσο του από τον αγωνιστικό χώρο, αφού πρώτα έχει φροντίσει να μας χαρίζει αυτή την απίστευτη, μοναδική, μεγαλειώδη στιγμή με το γκολ της χρονιάς και να ευγνωμονούμε το Θεό, που μας αξίωσε να το ζήσουμε κι αυτό, να το δούμε ζωντανά με τα ματάκια μας και σχεδόν ένα ολόκληρο γήπεδο να σηκώνεται όρθιο στο πόδι και να τον αποθεώνει. Το ξαναβλέπεις και δεν το χορταίνεις. Συνεχίζεις να απορείς και να μονολογάς «τι έβαλε ο άνθρωπος…». Μία «τυφλή» απόκρουση των αμυντικών, κατέβασμα, σήκωμα του κεφαλιού, απίθανα φάλτσα με το δεξί κουτεπιέ και η μπάλα να αναπαύεται στο δίχτυ.

Ο αρχηγός είναι σεληνιασμένος. Το μάτι του γυαλίζει, διψάει περισσότερο από τον καθένα για να δει τον ΠΑΟΚ να κόβει πρώτος το νήμα. Με τέτοιο Βιεϊρίνια ο «Δικέφαλος» δεν έχει τίποτα να φοβηθεί. Θα το πάρει αυτό το πρωτάθλημα και μάλιστα μπορεί να το πάρει αήττητος.  Η αντίδραση του, το πείσμα του, το πάθος του, η ψυχή και η καρδιά που κατέθεσε πάνω στο χορτάρι, δεν μπορούν να περάσουν δίχως να επιβραβευτούν από όλη τη φίλαθλη Ελλάδα, που το ξαναλέμε πρέπει να χαίρεται που έχει έναν τέτοιο ποδοσφαιριστή και τον βλέπει στα 33 του να συνεχίζει σαν έφηβος να κλωτσάει το τόπι και να ανεβοκατεβαίνει στα γήπεδα της.

Ο «δικός μας» Αντρέ ήταν αυτός που πέρσι έστειλε χιλιάδες ΠΑΟΚτσήδες στα ουράνια, με το γκολ-φάουλ στον τελικό του ΟΑΚΑ, με την κλωτσιά στη διαφημιστική πινακίδα, με τους πανηγυρισμούς πάνω στο δοκάρι, με τα όσα είπε μετά τον τελικό του κυπέλλου, με την αγανάκτηση που έβγαλε ακόμα και τους επόμενους μήνες. «Είναι ένας από εμάς», λένε κουβεντιάζοντας στα τσιμέντα της Τούμπας και δεν πέφτουν έξω, άλλωστε το κριτήριο του κόσμου είναι σχεδόν πάντα αλάνθαστο.

Ο Αντρέ είναι ένα παιδί το οποίο περιπλανήθηκε αρκετά, μέχρι σαν τον Οδυσσέα βρει και πάλι το δρόμο για την ποδοσφαιρική Ιθάκη του, να επιμένει για το «back to home» το καλοκαίρι του 2017 και να επιστρέψει στην Τούμπα και στον ΠΑΟΚ, με τη σφοδρή επιθυμία να πάρει το αίμα του πίσω, να πάρει τίτλους με την «ασπρόμαυρη» φανέλα, κάτι που δεν μπόρεσε να κάνει με την καλή ομάδα της τριετίας 2008-2011. Πέρσι συνωμότησε το σύμπαν να χάσει ένα πρωτάθλημα που το κέρδισε μέσα στο γηπεδο, φέτος ξεκίνησε με μείον δύο βαθμούς το νέο πρωτάθλημα. Κι όμως, αντί να νιώθει και να δείχνει «άδειος», παίζει σαν έφηβος λες και κάθε ματς είναι και ένας τελικός. Σα να νιώθει την ανάγκη να πάρει την ομάδα από το χέρι και να την οδηγήσει στην κορυφή. Αυτό το τρίτο πρωτάθλημα θα φέρει δικαιολογημένα την υπογραφή του.

Ο Πορτογάλος «μισός» Έλληνας είναι το καλύτερο παράδειγμα για κάθε πιτσιρικά που θέλει να παίξει ποδόσφαιρο, ενός σπουδαίου ταλέντου που γεννήθηκε στο Γκιμαράες και από εκεί με πολλή δουλειά, έφτασε να αγγίξει τα αστέρια και να γίνει πρωταθλητής Ευρώπης και (εν δυνάμει) πρωταθλητής Ελλάδας. Το κυριότερο για όλους όσοι έχουν την τύχη να τον γνωρίζουν είναι πως όλα αυτά τα πέτυχε δίχως να αλλάξει στο ελάχιστο ο χαρακτήρας του. Παραμένει ένα παιδί χαμηλών τόνων, δίχως την τρέλα του σούπερ σταρ, ένας ηγέτης που δε φοβάται και δεν κρύβεται στα δύσκολα. Μπήκε μπροστάρης, χάρη στην προσωπικότητα και την ξεχωριστή ποιότητά του, στη φετινή, αν μη τι άλλο, ιστορική ποδοσφαιρική χρονιά για τον ΠΑΟΚ.

Δεν ξέρουμε αν θα μπορεί να συγκριθεί με ιερά τέρατα της «ασπρόμαυρης» ιστορίας, με τον τεράστιο Γιώργο Κούδα ή με τον έναν και μοναδικό Μπάνε Πρέλεβιτς, που σαν σήμερα πριν 27 χρόνια λύγιζε στο παρκέ του «Παλέ ντε Μπολιέ» της Ναντ, μια συγκλονιστική η σκηνή στο τέλος του τελικού με τη Ρεάλ Μαδρίτης, αλλά είναι δίκαιο αυτός ο τύπος που πρωτοήρθε στα μέρη μας, με παραπανίσια κιλά, το καλοκαίρι του 2008, να σηκώσει ψηλά στον ουρανό της Τούμπας την κούπα της υπομονής και της προσμονής 34 χρόνων.

Αντρέ, σε ευχαριστούμε για όλα όσα έχεις πετύχεις, για όλα όσα έχεις κάνει μέχρι τώρα, να ξέρεις νιώθουμε πολύ τυχεροί που είμαστε και ζούμε γύρω σου.

ΥΓ: Υπάρχει και η στατιστική πλευρά που αποτυπώνει τη μεταμόρφωση του αρχηγού στο δεύτερο μισό της σεζόν. Η φετινή δεύτερη χρονιά του, μετά το «καμ μπακ» του στην Τούμπα, ξεκίνησε στη Βασιλεία μ’ έναν τραυματισμό, το 2018 έκλεισε με έναν δεύτερο και ήταν κάτι παραπάνω από οφθαλμοφανές ότι για έναν ποδοσφαιριστή που από τις 24 Ιανουαρίου περπατάει στα 33 χρόνια του, ότι θα έπρεπε να βρει πολλά αποθέματα για να ανταποκριθεί, κι όμως, όχι μόνο ανταποκρίθηκε αλλά το έχει κάνει με τον πλέον εντυπωσιακό τρόπο.

Στο πρώτο μισό της σεζόν και σε 20 αγώνες (1.592’ λεπτά) μετρούσε μόλις μία ασίστ (ΠΑΟΚ – Ξάνθη 2-0) και τον θυμόμασταν μόνο για την σέντρα που οδήγησε στο αυτογκόλ του Βούκοβιτς στο ντέρμπι με τον Ολυμπιακό και το κερδισμένο πέναλτι στο ντέρμπι με τον Άρη.

Προσέξτε τώρα τι έχει πετύχει στο δεύτερο μισό και σε 12 αγώνες (1.059 λεπτά): 5 γκολ, το ένα ομορφότερο απ’ το άλλο, στα παιχνίδια με Αστέρα Τρίπολης, Πανιώνιο (πρωτάθλημα), Ολυμπιακό, Άρη, Πανιώνιο (κύπελλο) Παναιτωλικό, ενώ μετράει και 4 ασίστ! Έχει συμμετοχή στα εννιά από τα 36 γκολ. Το λες και αυτοπεποίθηση…   

Best of internet