Πρόεδρε, κάνε καμιά μεταγραφή! #not, VOL. 2

Πρόεδρε, κάνε καμιά μεταγραφή! #not, VOL. 2

Πρόεδρε, κάνε καμιά μεταγραφή! #not, VOL. 2

Ο Βασίλης Σαμπράκος διαβάζει τα μεταγραφικά σενάρια και την “κάνε καμιά μεταγραφή” παλλαϊκή απαίτηση των οπαδών της πλειονότητας των μεγάλων ομάδων και τα βάζει με την κολλημένη στα 80's και τα 90's ελληνική νοοτροπία των ποδοσφαιρόφιλων.

Μέρες που είναι, όσο πλησιάζουμε προς την Πρωτοχρονιά, οι Ελληνες των αθλητικών media μιμούμαστε τους Ελληνες ποδοσφαιρόφιλους και στήνουμε κουβέντες, με πραγματικά ή και φανταστικά δεδομένα, σχετικά με τις μεταγραφές. Κουβαλάμε τα στερεότυπα και όλα τα υπόλοιπα κουσούρια της νοοτροπίας των 80's και των 90's και επιμένουμε στο τέλος του 2018 να ζούμε με την τόσο παρωχημένη αντίληψη ότι οι σύλλογοι πρέπει να ξοδεύουν πολλά για να αγοράζουν έτοιμες λύσεις για την ομάδα τους και μάλιστα ακόμη και στην μεταγραφική περίοδο του Ιανουαρίου, δηλαδή σε μια ιδιαίτερη, εκ φύσεως, στιγμή της αγωνιστικής σεζόν, εκεί που δεν υπάρχει χρόνος προσαρμογής και γι' αυτό δεν υπάρχει και μεγάλο νόημα να επενδύσει κανείς σε έναν ποδοσφαιριστή που δεν θα πείθει από βιογραφικό και φόρμα ότι είναι έτοιμος να αποδώσει με το “καλώς ήρθες” ώστε να υπάρχει ρεαλιστική προοπτική συνεισφοράς του στο δεύτερο μισό της περιόδου.

Δεν βάζουμε μυαλό. Δεν αρκούν όλα αυτά που έχουν ζήσει μεγάλες, μεσαίες και μικρότερες ομάδες που είδαν τις ΠΑΕ τους να καταστρέφονται οικονομικά και να διαλύονται, να πτωχεύουν πραγματικά ή να ζουν ως ζημιογόνες απλώς επειδή το αφεντικό δεν το αντέχει να πάει σε πτώχευση ή είναι τόσο ... μάγκας που καταφέρνει, εκμεταλλευόμενος το ελληνικό ... χάος, να κρατά το μαγαζί σε καθεστώς εικονικά κανονικής λειτουργίας. Δεν αρκούν όσα βλέπουμε να συμβαίνουν μακριά από εδώ, εκεί όπου ομάδες – εταιρείες αντίστοιχων κυβικών με τις ελληνικές επενδύουν μόνο ή κυρίως σε ταλέντα και επιχειρούν να συνδυάσουν τον πρωταθλητισμό με την δημιουργία υπεραξιών ώστε να έχουν την προοπτική εσόδων από πωλήσεις ποδοσφαιριστών προκειμένου να δημιουργούν ή να συντηρούν μια προοπτική οικονομικής ευημερίας. Δεν μας αρκεί ούτε αυτό που ζούμε να συμβαίνει σήμερα στον Παναθηναϊκό, ο οποίος καταφέρνει ως στιγμής να συνδυάζει τον υψηλό αθλητισμό, τον πρωταθλητισμό στο επίπεδο της Superleague με μια νεανική ομάδα από πρωτόπειρα στη Superleague παιδιά.

Η σημερινή υπόθεση της ΑΕΚ είναι το πιο τρανό παράδειγμα, αυτό που αναγκάζει τον εξωτερικό παρατηρητή να σηκώσει τα χέρια ψηλά, όπως καλά έχω διαπιστώσει μέσα από συζητήσεις με Γερμανούς, Ολλανδούς και Πορτογάλους συναδέλφους μου λόγω της συγκυρίας συνύπαρξης της ΑΕΚ στον όμιλο του Champions League με τις Μπάγερν, Αγιαξ, Μπενφίκα. Μου έτυχε να παρατηρήσω την αντίδραση δημοσιογράφων που έμεναν σοκαρισμένοι μπροστά στη διαπίστωση ότι οι φίλοι της ΑΕΚ δεν γεμίζουν το γήπεδο επειδή έχουν παράπονο από τη διοίκηση για την ποιότητα και την επάρκεια των μεταγραφικών κινήσεων του περασμένου καλοκαιριού. Διότι οι ξένοι την είχαν φρέσκια την έρευνα που επιχείρησαν να κάνουν στο πρόσφατο παρελθόν της ΑΕΚ κατά την προετοιμασία τους για τα παιχνίδια του Champions League. Είχαν δει πού είχε βρεθεί η ΑΕΚ, την είδαν να επιστρέφει στο Champions League, ήξεραν ότι στην Ελλάδα κάνει κρίση εδώ και 10 χρόνια, πώς να μη τους σοκάρει το γεγονός ότι ο κόσμος παραπονιέται έντονα που ο πρόεδρος δεν ξοδεύει τα λεφτά του Champions League, προτού τα εισπράξει η ΑΕΚ, για να κάνει μεταγραφές; Και πώς να μη τους σοκάρει ότι η ΑΕΚ υπολειπόταν τόσο πολύ έναντι των αντιπάλων της στο UEFA Youth League, που έχει φτάσει να είναι λογικό για εμάς, που ξέραμε πόσο αργά έγιναν τα βήματα ανάπτυξης της ακαδημίας της, το -21 goal difference που έχει, μαζί με τους 0 βαθμούς, μετά από 5 αγώνες;

Κάποιος που νοιάζεται να υπάρχει η ΑΕΚ σε αυτό της το μέγεθος, δηλαδή ως μια εκ των πρωταγωνιστριών ομάδων στη Superleague και παρούσα στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις μετά από 10 χρόνια, θα έπρεπε να νοιάζεται για την ισορροπία στην οικονομία της και για τα έργα που κάνει στην υποδομή της και στην εταιρική ανάπτυξή της. Φυσικά αυτός ο τρόπος λειτουργίας του μυαλού δεν απαγορεύει τις αντιρρήσεις και τις απορίες σχετικά με την αποτυχία της ΑΕΚ να αποκτήσει έναν κεντρικό μέσο ή ακόμη έναν ποδοσφαιριστή μεσαίου κόστους, αλλά σε μια κανονική ποδοσφαιρική κοινωνία αυτή η αντίρρηση δεν θα μπορούσε ποτέ να καθορίσει τη στάση του μέσου φίλου μιας ομάδας που έχει μόλις κατακτήσει το πρωτάθλημα, επιστρέψει στο Champions League και χτίζει γήπεδο για να αποκτήσει έδρα μετά από 15 χρόνια. Τον Μελισσανίδη θα έπρεπε να τον “κυνηγάνε” μόνο αν μετέτρεπε την ΠΑΕ ΑΕΚ σε μια εταιρεία που τον έχει ανάγκη για να ζει. Ο Μελισσανίδης μέχρι στιγμής κάνει το ακριβώς αντίθετο, φροντίζει, αυτό λένε τα νούμερα, να μπορεί να ζει η ΑΕΚ χωρίς αυτόν και αντί για “μπράβο” εισπράττει γκρίνια και απουσία από τις κερκίδες.

Παρόμοια θα έπρεπε να είναι η συζήτηση και για τον Παναθηναϊκό, και για τον Ολυμπιακό, και για τον ΠΑΟΚ. Το όραμα των φίλων του Παναθηναϊκού θα έπρεπε να είναι η συνέχιση και εξέλιξη του σχεδίου που εκπόνησαν και υλοποιούν ο Νίκος Νταμπίζας με τον Γιώργο Δώνη, και μόνον αυτό. Ναι, φυσικά ναι, θα ήταν σπουδαίο να μπορούσε ο Παναθηναϊκός να ενισχύσει αυτό το project με δύο έτοιμες λύσεις, “ψημένων” ποιοτικών ποδοσφαιριστών, αλλά αυτό δεν μπορεί να είναι λόγος για να απέχει ο φίλος του Παναθηναϊκού από την κερκίδα την ώρα που στο τερέν των γηπέδων και του προπονητικού κέντρου εξελίσσεται μια δουλειά που γεμίζει με υποσχέσεις τον σύλλογο. Το όραμα των φίλων του Ολυμπιακού θα έπρεπε να βασίζεται πάνω στην ανάγκη να μπορεί να ζει ο Ολυμπιακός χωρίς να έχει ανάγκη την τσέπη του Μαρινάκη. Οι ανησυχίες των φίλων του ΠΑΟΚ θα έπρεπε να είναι σχετικές με την εξέλιξη και την υλοποίηση των σχεδίων του Σαββίδη για την ανακατασκευή της Τούμπας και με την ανάδειξη των ταλαντούχων ποδοσφαιριστών που έχει συγκεντρώσει στην ακαδημία του ο σύλλογος. Διότι πάνω από την κατάληξη της φετινής προσπάθειας του ΠΑΟΚ να κατακτήσει τον τίτλο υπάρχει η ανάγκη να σιγουρεύεται ο ΠΑΟΚ ότι θα μπορεί να ζήσει καλά χωρίς την τσέπη του Σαββίδη.

Δεν προσπαθώ να πείσω κανέναν με όλα τα παραπάνω ότι ο ποδοσφαιρόφιλος πρέπει να πάψει να επιθυμεί μεταγραφές. Προσπαθώ μόνο να εξηγήσω ότι ο παλιός δρόμος δεν βγάζει πουθενά, οδηγεί σε αδιέξοδο ή και, πολύ χειρότερα, σε γκρεμό. Μπορεί η διαδρομή να έχει στάσεις για γλέντια και πανηγύρια, αλλά το τέλος αυτού του δρόμου οδηγεί σε γκρεμό. Θα 'πρεπε, με όλα όσα έχουμε ζήσει στο ελληνικό ποδόσφαιρο και όλα όσα βλέπουμε να συμβαίνουν στη διάρκεια της τελευταίας 10ετίας στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο, να το έχουμε συνειδητοποιήσει και να έχουμε ζητήσει με τη στάση μας από το ελληνικό επαγγελματικό ποδόσφαιρο να αλλάξει διαδρομή, να πάει από άλλο δρόμο, να αρχίσει επιτέλους να παράγει για να εξάγει και όχι να εισάγει. Δεν βάζουμε όμως μυαλό. Ούτε εμείς, τα media, ούτε εσείς οι ποδοσφαιρόφιλοι. Και την επόμενη φορά που κάποια ΠΑΕ θα “σκάσει” ή κάποιος μεγαλομέτοχος θα αποχωρήσει, εσείς θα εξαφανιστείτε από το γήπεδο ή θα εμφανιστείτε έξω από τα γραφεία της εταιρείας του για ... διαδηλώσεις, κι εμείς θα γράφουμε για το δίκιο του λαού και τις ευθύνες του μετόχου. Παλιακό ελληνικό ποδόσφαιρο, ξεχασμένο δύο – τρεις δεκαετίες πίσω από τη σημερινή εξέλιξη του επαγγελματικού ποδοσφαίρου.

 

ΥΓ. Δυόμισι χρόνια πίσω, τον Ιούλιο του 2016, έγραφα περίπου το ίδιο κείμενο. Σήμερα, με την εξαίρεση του Παναθηναϊκού, δεν έχει αλλάξει τίποτα στο ελληνικό επαγγελματικό ποδόσφαιρο σε σχέση με την ανάγκη αλλαγής της στρατηγικής και την επένδυση στην καλλιέργεια και ανάδειξη ταλέντων. Σκεφθείτε, τι κέρδισαν οι ΠΑΕ που δεν άλλαξαν μυαλό από το καλοκαίρι του 2016 μέχρι σήμερα;

Best of internet