Φιόρι Ντουρμισάι: Η ζωή του μια μάχη!

Φιόρι Ντουρμισάι: Η ζωή του μια μάχη!

Φιόρι Ντουρμισάι: Η ζωή του μια μάχη!

Οι τρύπες από τις σφαίρες, ο ρατσισμός, τα βρεγμένα δρομολόγια με το μηχανάκι, ο πόνος στο στομάχι από την πείνα. Και μαζί τους η ατσάλινη επιθυμία για το ποδόσφαιρο και ο Πανιώνιος. Ο Φιόρι Ντουρμισάι ανοίγει την καρδιά του στο gazzetta.gr.

Πέρασε τα σύνορα σε ηλικία πέντε ετών, αλλά το θυμάται σαν να ήταν εχθές. Ο Φιόρι Ντουρμισάι κατάλαβε από πολύ μικρός ότι το ποδόσφαιρο είναι κάτι παραπάνω από ένα παιχνίδι. Για το παιδάκι από την Αλβανία που δεν μιλούσε ελληνικά, ήταν τρόπος κοινωνικοποίησης και εκμάθησης της γλώσσας στη νέα πατρίδα του. 

Για τον έφηβο, ήταν η απάντηση στον ρατσισμό και ένα δρομολόγιο για έναν προορισμό χωρίς φτώχεια και κακουχίες. Και για τον 22χρονο πλέον σέντερ φορ του Πανιωνίου, ο οποίος άφησε ξανά όλο το φίλαθλο κοινό με ανοιχτό το στόμα, στο γκολ που πέτυχε απέναντι στον ΠΑΟΚ, μια δικαίωση. Δικαίωση για την επιμονή, την προσπάθεια, τα παγωμένα βράδια σε 25 τετραγωνικά, τα μεσημέρια με σκέτα μακαρόνια. 

Ο Ντουρμισάι έμαθε από μικρός να παλεύει και να μην το βάζει κάτω. Φέτος, παρότι στάθηκε άτυχος λόγω τραυματισμών, έδειξε σε όλους ότι όχι απλά αξίζει να παίζει για το επίπεδο της Super League, αλλά και ότι αν είναι υγιής μπορεί να ανοίξει τα «φτερά» του και για εξωτερικό. Το όνομά του, άλλωστε, ενεπλάκη σε σχετικά μεταγραφικά σενάρια.

Έχοντας... φορτίσει τις μπαταρίες του μετά από μια εξαντλητική σεζόν, ο επιθετικός του Πανιωνίου μιλάει στο gazzetta.gr για θέματα που... καίνε. Ξετυλίγει το κουβάρι της προσωπικής του ιστορίας, ξεθάβει αναμνήσεις φτώχειας και ρατσισμού και αποδομεί την πεποίθηση ότι οι ποδοσφαιριστές ζουν στη χλίδα και ξεκομμένοι από την κοινωνία.

Ποιο είναι το μυστικό του Πανιωνίου και βγάζει τόσους πολλούς παίκτες από τα σπλάχνα του;

«Δεν ξέρω, πραγματικά πώς γίνεται αυτό με βάση τα οικονομικά δεδομένα. Αλλά βρίσκει παιδιά που έχουν κίνητρο και θέληση. Παιδιά που έχουν ταλαιπωρηθεί, έχουν περάσει προβλήματα και το βγάζουν στο ποδόσφαιρο. Ξεσπούν. Αυτό νιώθω, ότι βρίσκουν παιδιά που το γουστάρουν, το αγαπάνε. Στις άλλες ομάδες δεν το βλέπω τόσο πολύ σε αυτές τις ηλικίες. Μπορεί ο Πανιώνιος να υπολείπεται σε εγκαταστάσεις και υποδομές, αλλά όλοι έχουν δίψα. Αυτό τουλάχιστον έβλεπα εγώ στις μικρές ομάδες». 

Πώς καταφέρνει ο Πανιώνιος παρόλα τα προβλήματα και τις απουσίες να διατηρείται σε τόσο υψηλό επίπεδο;

«Ξέρουν πώς να δουλεύουν τα παιδιά και πώς να τους δίνουν και ευκαιρίες. Σίγουρα παίζουν μεγάλο ρόλο και τα αποδυτήρια, είναι ο βασικός λόγος που κρατιέται αυτή η ομάδα. Είμαστε τόσα χρόνια, υπάρχουν παίκτες που αποτελούν τον κορμό και βοηθούν αυτούς που έρχονται. Μπαίνουν κατευθείαν τα νέα παιδιά στο κλίμα, προσπαθούμε πολύ γι αυτό. Υπάρχει μια σημαντική αφομοίωση των νέων παικτών που καταλαβαίνουν ότι πρέπει να βοηθήσουν κι αυτοί για τον Πανιώνιο. Επίσης, βρίσκει παίκτες με κίνητρο και σε πιο μεγάλες ηλικίες. Παίκτες που έχουν να αποδείξουν κάτι, παίκτες που ίσως έχουν αδικηθεί ή έχουν φύγει από μια ομάδα χωρίς να δείξουν τι πραγματικά αξίζουν και διψούν. Αν δεν υπήρχε το καλό κλίμα βέβαια, θα ήταν δύσκολο και γι αυτούς. Με τραβάει πάντως ο Πανιώνιος σαν σύλλογος. Βλέπω ότι ο κόσμος είναι τόσο απλός, υπάρχουν άτομα τόσο ευχάριστα που γνωρίζεις. Και γενικά αυτά που έχουν ζήσει σαν Πανιώνιος, που είναι μια προσφυγική ομάδα, είναι κάτι που με εκφράζει, καθώς ήρθα κι εγώ ως οικονομικός μετανάστης. Μου αρέσει η ιδεολογία του Πανιωνίου, έχω μάθει την ιστορία του και αποπνέει σεβασμό».

Ας περάσουμε στα δικά σου. Πόσο χρονών ήρθες στην Ελλάδα και πώς; Έχεις μνήμες;

«Ήρθα 5 χρονών, με την οικογένειά μου με λεωφορείο. Θυμάμαι πως καθόμουν με τον πατέρα μου στο λεωφορείο. Δίπλα μου αυτός κι εγώ ήμουν τόσο ενθουσιασμένος που φεύγαμε από την Αλβανία. Γιατί ήμασταν πάρα πολύ άσχημα. Μέναμε σε ένα χωριό που το σπίτι είχε, να φανταστείτε, τρύπες από σφαίρες. Από τον εμφύλιο πόλεμο και ήταν μισογκρεμισμένο. Τέλος πάντων, καθώς ερχόμασταν θυμάμαι ότι ήμουν τόσο χαρούμενος που πάμε στην Ελλάδα. Δεν είχα ξαναμπεί σε λεωφορείο και καθόμουν στην άκρη, δίπλα στο παράθυρο και κοιτούσα τα πάντα. Από τη στιγμή που περάσαμε τα σύνορα, 12 ώρες ταξίδι, καθόμουν κολλημένος και κοιτούσα από το παράθυρο. Αυτό θυμάμαι, ο πατέρας μου έλεγε "δεν κοιμάσαι;", αλλά δεν ήθελα».

Αντιμετώπισες ρατσισμό στα παιδικά σου χρόνια; Ποια περιστατικά σε έχουν σημαδέψει περισσότερο;

«Θυμάμαι ότι όταν πρωτοήλθαμε στη Ρόδο, τότε ήταν πολύ εντονότερος ο ρατσισμός με τους Αλβανούς. Τώρα στρέφεται περισσότερο προς ανθρώπους από άλλες χώρες. Θυμάμαι όταν προσπαθούσαμε να νοικιάσουμε ένα σπίτι, ο πατέρας μου έπαιρνε τηλέφωνα και έλεγε ότι ενδιαφέρεται. Από το σπαστά ελληνικά καταλάβαιναν ότι είμαστε Αλβανοί και ρωτούσαν από που είναι, έλεγε από Αλβανία και απαντούσαν ότι δεν το νοικιάζουν το σπίτι. Όταν πρωτοήλθαμε μέναμε στη θεία μου, σε ένα σπίτι 60 τετραγωνικών 9 άτομα μέχρι να βρούμε δικό μας σπίτι. Περνούσε ο καιρός και ο πατέρας μου δεν έβρισκε. Πήρε σε κάποια στιγμή έναν τηλέφωνο, για σπίτι 27 τετραγωνικών με την τουαλέτα έξω. Επειδή δεν είχαμε χρήματα, αναγκάστηκε να πει ότι ήμασταν τέσσερα άτομα για να μην ζητήσουν περισσότερα από το ενοίκιο. Και κάθε φορά που ερχόταν o ιδιοκτήτης να εισπράξει το ενοίκιο, ο αδερφός μου κρυβόταν. Για να μην καταλάβει ότι είμαστε πέντε άτομα και πάρει παραπάνω λεφτά. Εγώ δεν το έβλεπα βέβαια μικρός ως ρατσισμό όλο αυτό».

Πόσο σε βοήθησε το ποδόσφαιρο να προσαρμοστείς ως μετανάστης σε μια ξένη χώρα; 

«Στο σχολείο δεν με έκαναν παρέα στην αρχή. Ξέρεις πώς με έκαναν παρέα; Όταν πήγαινα και έπαιζα μπάλα. Το ποδόσφαιρο ενώνει, όπως άλλωστε όλα τα αθλήματα. Επειδή έπαιζα με καλούσαν, δεν καταλάβαινα στην αρχή τι μου έλεγαν, διάβαζα τη γλώσσα του σώματος και πήγαινα να παίξω. Έτσι σιγά-σιγά, μέσω του ποδοσφαίρου μπήκα στο κλίμα. Στην αρχή, επειδή είχα ξεκινήσει παιδικό σταθμό στην Αλβανία και όταν έφυγα δεν μπορούσα να πάω σχολείο, πήγαινα σε ένα πάρκο και ήταν κάποια παιδιά. Και έτσι, παίζοντας μπάλα έμαθα τα πρώτα μου ελληνικά. Έτσι έκανα και τους πρώτους μου φίλους».

Ήταν πολύ διαφορετική η καθημερινότητα στην Ελλάδα σε σχέση με την Αλβανία;

«Καμία σχέση. Θυμάμαι ότι εκεί που έμενα, δεν υπήρχαν καν δρόμοι. Χαλίκια, πέτρες, βράχοι παντού. Το σπίτι εκτός από τις τρύπες, ήταν στα τούβλα, δεν είχε τελειώσει καν η κατασκευή του».

Τον καιρό που βρίσκεσαι στο ελληνικό ποδόσφαιρο έχεις αντιμετωπίσει ρατσιστικά κρούσματα; Σε αποσυντονίζουν;

«Έχω αντιμετωπίσει πάρα πολλές φορές. Κλασικά πράγματα, σχετικά με την καταγωγή μου. Στην αρχή με πείραζαν πολύ, έλεγα "γιατί, γιατί;". Μετά από λίγο καιρό σταμάτησε να με νοιάζει. Είναι πραγματικά σαν να μην ακούω τίποτα. Δεν στεναχωριέμαι, γιατί ξέρω ότι αυτοί που τα λένε δεν έχουν επίπεδο. Συγχωρώ αυτούς που με βρίζουν, αλλά εγώ δεν μπορώ να συγχωρέσω αυτό που κάνουν στον εαυτό τους. Πρέπει να το κάνουν μόνοι τους, να καταλάβουν πόσο κακό κάνουν στον εαυτό τους».

Ποιες ήταν οι δυσκολότερες στιγμές της καριέρας σου;

«Θα σας τα πω από την αρχή κι αν θέλετε κόψτε πράγματα».

Δεν θα κόψουμε.

 Εντάξει. Όταν είχα πρωτοέλθει στην Αθήνα, δοκιμάστηκα και μου είπε ο κύριος Παυλόπουλος ότι με θέλει στην Κ-17. Έπρεπε να βγάλω δελτίο, αλλά δεν πρόλαβα σε πρώτη φάση και είχα πίεση από τον πατέρα μου και τον αδερφό μου, επειδή δεν ήξεραν τι γίνεται. Μου έλεγαν “δεν σε θέλουν, γύρνα πίσω, δεν θα παίξεις””. Τους έλεγα να μείνω τουλάχιστον μέχρι τα Χριστούγεννα, μέχρι να βγάλω δελτίο. Τους έπεισα και όντως μου βγήκε εκείνη την περίοδο δελτίο. Παίζω μερικά παιχνίδια και ήταν πιο αισιόδοξη η οικογένειά μου. 

Μετά, στους Κ-20 ήταν να μην έρθω καν στην Αθήνα. Δεν είχαμε καθόλου λεφτά, δεν είχα που να μείνω. Προσπάθησε να μου το πει με τρόπο ο πατέρας μου, σε ένα οικογενειακό γεύμα. Μου είπε μπροστά σε όλους ότι δεν ξέρω τι θα κάνεις αλλά δεν έχουμε άλλα λεφτά για να πας στην Αθήνα. Με πιάνουν τα κλάματα, αρχίζω να τσακώνομαι. Του λέω “δεν ξέρω τι θα κάνεις, κλείσε μου εισιτήρια και θα μείνω και στο δρόμο. Δεν με νοιάζει”. Είχα ελπίδες, να παίξω τουλάχιστον Κ-20. Τέλος πάντων, βρίσκει ο πατέρας μου έναν θείο μου από τα παλιά, από Αλβανία. Και κανόνισε να μείνω εκεί όσο χρειάζεται μέχρι να βρω σπίτι. Τότε είχαμε προπονητή τον Τερεζόπουλο, ο οποίος ήταν πολύ αυστηρός, αλλά με την καλή έννοια. Μας ήθελε επαγγελματίες, μας έλεγε να φέρνουμε μπανάνες στην προπόνηση και δύο λίτρα νερό. Εγώ δεν είχα χρήματα να πάρω και μπανάνες και νερά και εισιτήρια για τα λεωφορεία.  Αλλά δεν μπορούσα να το πω του προπονητή. Μας είπε ότι αν μας πιάσει, στις τρεις φορές, θα ήμασταν υπότροποι. Εμένα με είχε πιάσει ήδη δύο φορές, χωρίς να του έχω πει ποτέ ότι έχω οικονομικό πρόβλημα, πίστευα ότι θα του το έχει πει κάποιος από την ομάδα. “Την τρίτη φορά φεύγεις”, μου λέει. Τα είχα πει στους γονείς μου, έλεγαν γύρνα πίσω. Πολλή πίεση. 

Με αυτά και με κείνα ξεκίνησε το πρωτάθλημα, μπήκα αλλαγή με τον ΠΑΟΚ και μετά παίζουμε με τον Παναθηναϊκό και δεν είχαμε δεύτερο τερματοφύλακα. Οπότε, δήλωσε εμένα. Εγώ εγωιστής και οξύθυμος τότε, έβγαλα αντίδραση. Νευρίασα. Με φωτογράφισε στην ομιλία του μετά ο Τερεζόπουλος και ένιωθα ότι δεν με γούσταρε εκείνη τη στιγμή. Πίστευα ότι επειδή δεν έφερνα και μπανάνες, νόμιζε ότι δεν τον άκουγα. Μετά με έβγαλε εκτός 6-7 αγωνιστικές, ούτε καν αποστολή. Και μου λέει τότε ο πατέρας μου “δεν μπορούμε άλλο” και μου κλείνει εισιτήρια. Τέλος πάντων, παίζαμε με τα Γιάννενα και λίγες μέρες μετά είχα κλείσει εισιτήρια να φύγω με καράβι. Και με παίρνει σε αυτή την αγωνιστική! Μπαίνω αλλαγή 25 λεπτά και την άλλη μέρα πάμε στα αποδυτήρια και λέει μπροστά σε όλους “θέλω τέτοιους παίκτες, σαν τον Ντουρμισάι που να προσπαθούν, να βγάζουν ψυχή και πάθος”. Και το είπα στον πατέρα μου και μου λέει: “Κάτσε εκεί!” 

Μετά παίζω βασικός με Ατρόμητο, κερδίζουμε 4-3, βάζω δύο γκολ και δίνω 1 ασίστ. Έπειτα στην Τρίπολη, όπου δεν είχε κερδίσει ποτέ ο κόουτς, κερδίζουμε 3-2, παίζω βασικός και κάνω χατ-τρικ. Μετά πήγε έτσι όλη η σεζόν και ήταν ο Τερεζόπουλος εκείνος που με έκανε επαγγελματία! Έμενα με ένα παιδί και θυμάμαι σηκωνόμουν το πρωί 6.40, έπαιρνα τραμ, μετρό, πήγαινα σχολείο Αργυρούπολη, κατέβαινα με τα πόδια Σούρμενα, τελείωνα προπόνηση, έτρωγα κάτι, πήγαινα γυμναστήριο στην Αργυρούπολη και γύριζα σπίτι γύρω στις 11. Έπλενα ρούχα, άπλωνα, έτρωγα κάτι και κοιμόμουν. Κάθε μέρα αυτό, κάθε μέρα γυμναστήριο.

Όταν ήρθε ο κύριος Ουζουνίδης πήγα δανεικός στην Καλλιθέα και εκεί ήταν όλα πολύ άσχημα από πλευράς οργάνωσης, άσχετα που έπαιξα και τα πήγα καλά. Πήγαινα προπόνηση με ένα μηχανάκι που μου είχε δώσει ο αδερφός μου, γιατί από Αργυρούπολη να πας ΟΑΚΑ με μέσα μεταφοράς θέλεις δύο ώρες. Μέσα στη βροχή, πήγαινα προπόνηση και έσταζαν τα ρούχα μου. Με έβλεπαν και γελούσαν. Δεν ήξεραν όμως ότι δεν έχω την οικονομική δυνατότητα να έχω αμάξι, ας πούμε. To πιο δύσκολο προσωπικά ήταν ότι έβλεπα τους γονείς μου να ταλαιπωρούνται για μένα και αισθανόμουν άσχημα. Να δανείζονται χρήματα από άλλους για να τα καταφέρω εγώ. Υπήρχαν μέρες που πήγαινα προπόνηση και πονούσε το στομάχι μου επειδή δεν έτρωγα, ή έτρωγα μακαρόνια σκέτα. Αλλά με ρωτούσαν οι γονείς μου και τους έλεγα ότι έχω να περάσω. Από τις δυσκολίες και τα λάθη όμως γίνεσαι καλύτερος».

Έχεις σκεφτεί ποτέ να παρατήσεις τη μπάλα και να ασχοληθείς με κάτι άλλο;

«Ναι, πάνω από 5 φορές. Να σταματήσω και να γυρίσω πίσω στη Ρόδο. Επειδή η οικογένειά μου είναι φτωχή, ακόμα και τώρα. Είχα πει στον αδερφό μου όταν ήμουν στην Κ-20 να μου βρει δουλειά. Έβλεπα τους γονείς μου και δεν μου αρέσει να ζητώ λεφτά, είχα πάει  και μόνος μου να βρω δουλειά. Επειδή όμως ο αδερφός μου είναι σαν πατέρας μου, είχε πει πως “ό,τι και να γίνει, δεν θα φύγεις από το ποδόσφαιρο. Θα βρούμε την άκρη, θέλω να είσαι αφοσιωμένος σε αυτό". Και ήταν συνέχεια από πίσω μου, ποτέ δεν με άφησε να πάω να κάνω κάτι άλλο. Δεν μου άρεσε όμως να παίρνω λεφτά από τους γονείς μου».

Ποια είναι η άποψή σου για την κίνηση των αλληλέγγυων αθλητών; Θεωρείς ότι το ποδόσφαιρο μπορεί να αποτελέσει όχημα για την αλληλεγγύη; 

«Αδιαμφισβήτητα είναι μια κίνηση πρωτόγνωρη και πάρα πολύ ωραία. Είναι μια απάντηση προς όλο τον κόσμο ότι δεν είμαστε μόνο αθλητές, αλλά και άνθρωποι που καταλαβαίνουν τον συνάνθρωπό τους. Ευτυχώς ή δυστυχώς οι αθλητές είναι είδωλα για πολλούς ανθρώπους και ειδικότερα για τις μικρές ηλικίες. Οπότε, αν τα είδωλα των νεαρών δραστηριοποιούνται για την αλληλεγγύη, τότε τα παιδιά θα γίνονται αποδέκτες της. Οπότε ναι, πιστεύω ότι το ποδόσφαιρο είναι όχημα για την αλληλεγγύη. Αν σώσεις το παιδί, υπάρχει ελπίδα».

Αν θα μπορούσες να αλλάξεις μόνο ένα πράγμα στην κοινωνία που ζεις, ποιο θα ήταν αυτό; 

«Κοιτάξτε, αυτά που θα ήθελα να αλλάξω, όπως π.χ το να μην πεινάει κανένας άνθρωπος, ή να μην σκοτώνονται παιδιά, μάλλον είναι ουτοπία. Με αυτό το πολιτικό και οικονομικό σύστημα που έχουμε τώρα, δεν γίνεται να μην πεινάσει κανένας άνθρωπος. Και αυτό το σύστημα θα μας κυριεύει για πάντα. Ακόμα και έτσι όμως θα ήθελα αλληλεγγύη, αγάπη, γιατί αν υπάρχει αγάπη, υπάρχει και σεβασμός. Αυτές τις αξίες ο καθένας θα πρέπει να τις καλλιεργήσει για τον εαυτό του και έτσι ίσως δούμε διαφορά»

Πολύς κόσμος έχει το μυαλό του την εικόνα του ποδοσφαιριστή που ζει άνετα και ξοδεύει αβέρτα τα λεφτά του, όμως η ελληνική πραγματικότητα δεν είναι έτσι. Έχεις περάσει δύσκολες στιγμές, γνωρίζεις επαγγελματίες ποδοσφαιριστές που δυσκολεύονται να ανταπεξέλθουν;

«Ο κόσμος φαντάζεται χλιδάτη ζωή, εξόδους, ακριβά αμάξια, ακριβά ρούχα. Εννοείται ότι στην Ελλάδα δεν είναι έτσι. Στην Καλλιθέα τη δεύτερη χρονιά, που πέρασα τα πιο δύσκολα, είχαμε παίκτες που δεν είχαν ούτε για βενζίνη για να έρθουν προπόνηση. Έμπαιναν 5-6 άτομα στο αμάξι. Όπως κι εγώ, που είχε χαλάσει το μηχανάκι μου γιατί δεν μπορούσα να του κάνω σέρβις και έρχονταν και με έπαιρναν. Έχω γνωρίσει πολύ κόσμο στο ποδόσφαιρο και δεν είναι έτσι όπως τα παρουσιάζουν. Ίσως σε μερικές ομάδες, αλλά γενικά δεν είναι έτσι. Δεν υπάρχει καλύτερο παράδειγμα από το να μην έχεις λεφτά να φας ή να έρθεις προπόνηση. Κι αυτά τα παιδιά έμεναν με τους γονείς τους. Φαντάσου τα παιδιά που έμεναν μόνα τους. Εγώ είχα νοικιάσει ένα σπίτι 25 τετραγωνικά. Μια χαρά ήμουν, απλά σας το λέω επειδή φαντάζονται όλοι λεφτά, σπίτια κτλπ, 25 τετραγωνικά σημαίνει ότι δεν έχεις για παραπάνω. Και πάλι δεν έβγαινα. Χάνεις και λεφτά από το ποδόσφαιρο, δεν κερδίζεις μόνο».

Τι σε χαλάει περισσότερο στο ελληνικό ποδόσφαιρο;

«Με χαλάει πολύ η βία, οι χούλιγκαν που κάνουν επεισόδια. Θα ήθελα να δω αυτό που ακούω ότι γινόταν παλιότερα, να βλέπουν οπαδοί αντίπαλων ομάδων μαζί τον αγώνα. Αυτό ας πούμε που έγινε στον αγώνα που παίξαμε με τον Απόλλωνα και σήκωσαν μαζί το πανό, ήταν πολύ όμορφο. Η μεγαλύτερη ευχαρίστηση. Θα ήθελα να δω κάτι αντίστοιχο και από ομάδες που έχουν έχθρα μεταξύ τους. Το ότι αγαπούν διαφορετικές ομάδες δεν σημαίνει ότι πρέπει να σκοτώνονται. Δεν μπορώ να βλέπω να σκοτώνονται για ομάδες, το θεωρώ πολύ ηλίθιο, ειδικά όταν υπάρχουν τόσες δυσκολίες τριγύρω μας. Θα ήθελα επίσης μια διαφορετική προσέγγιση στο πώς βλέπουν οι παράγοντες γενικότερα την εμπλοκή τους με τις ομάδες. Γενικά, δεν υπάρχει επίπεδο και παιδεία, όπως και σε άλλους τομείς της ζωής».

Πώς σου αρέσει να περνάς τον ελεύθερο χρόνο σου; Μουσική, βιβλία;

«Και τα δύο. Ακούω όλη μέρα μουσική, περισσότερο έντεχνα. Και από βιβλία τώρα δεν είμαι σε τόσο καλό επίπεδο, αλλά μου άρεσε πολύ το 99 μαθήματα καθημερινής φιλοσοφίας του Νίτσε, από τον Άλαν Πέρσι. Και άλλο ένα ήταν το δύναμη για το καλό του Ντάνιελ Γκόουλμαν, που γράφει για το όραμα του Δαλάι Λάμα. Γενικά προσπαθώ τώρα σιγά-σιγά να διαβάσω κάτι άλλα».

Σε ποιον άνθρωπο θα ήθελες να πεις ένα μεγάλο ευχαριστώ που σε βοήθησε στην καριέρα σου;

«Αυτούς που θα ήθελα να ευχαριστήσω περισσότερο είναι οι άνθρωποι από τη Ρόδο που με βοήθησαν. Ήμουν σε μια ομάδα που δεν έδινες λεφτά, τη μία και μοναδική. Όλοι Αλβανοί, ή Ρομά ή κανένας-δυο Έλληνες που ήταν από φτωχές οικογένειες. Θα ήθελα να ευχαριστήσω τον πρόεδρο Τάσο Βογιατζόγλου και τον προπονητή Γιάννη Κουμέντο. Τον Τερεζόπουλο που με έκανε επαγγελματία και φυσικά το μεγαλύτερο “ευχαριστώ” στην οικογένειά μου, γιατί χωρίς αυτούς δεν θα βρισκόμουν εδώ... Σέβομαι όλους τους ανθρώπους που ήταν εκεί, γιατί είτε με τον έναν είτε με τον άλλον τρόπο με βοήθησαν»

Ποιο γκολ σου θυμάσαι περισσότερο και γιατί;

«Δεν μπορώ να ξεχάσω το γκολ που είχα βάλει στην ΑΕΚ, το πρώτο μου επαγγελματικό γκολ, με την Καλλιθέα στη β' εθνική. Επίσης το ψαλιδάκι με τον Ηρακλή Ψαχνών. Πέρυσι με τη Λαμία το γκολ μέσα στον ΟΦΗ που κάναμε ανατροπή. Με τον Παναθηναϊκό όμως ήταν το πιο αξέχαστο, πέταγα στα σύννεφα. Δεν έχω ξανανιώσει τόσο ωραία, ήταν απέναντι σε μια πολύ μεγάλη ομάδα που τη σέβομαι πολύ».

Οι μελλοντικοί σου στόχοι;

«Θα ήθελα πάνω από όλα να έχω την υγεία μου και να είμαι σε μια επαγγελματική ομάδα που να είναι αυτονόητα όλα τα απαραίτητα. Το προπονητικό, το γυμναστήριο, η διατροφή. Όλα όσα έχουν να κάνουν με τον επαγγελματία, που στο εξωτερικό θεωρούνται αυτονόητα».

Best of internet