Οταν ο προπονητής ψάχνει τον “ρουφιάνο” στα αποδυτήριά του

Με αφορμή την “έκρηξη” του Λουίς Ενρίκε για τη διαρροή προπονητικών εγγράφων στην Mundo Deportivo, ο Βασίλης Σαμπράκος γράφει για το διαχρονικά άλυτο πρόβλημα που παιδεύει τους προπονητές, είτε επειδή αυτοί είναι παρωχημένοι είτε επειδή πραγματικά οι διαρροές χρησιμοποιούνται για να τους εκθέσουν και να τους πλήξουν.

Οταν ο προπονητής ψάχνει τον “ρουφιάνο” στα αποδυτήριά του

Η έκρηξη του Λουίς Ενρίκε σε ένα έκτακτο μίτινγκ με τους συνεργάτες του, στη διάρκεια της διακοπής των πρωταθλημάτων λόγω εθνικών ομάδων, κατά του οποίου τη διάρκεια τους απείλησε ότι θα διαπομπεύσει τον “ποντικό”, εφόσον τον ανακαλύψει, επειδή έγινε έξαλλος όταν είδε στο πρωτοσέλιδο της Mundo Deportivo ορισμένα από τα έγγραφα που είχε ετοιμάσει το επιτελείο του για την προετοιμασία της Μπαρτσελόνα για το παιχνίδι με την Γκλάντμπαχ, επικαιροποίησε τη συζήτηση περί “κατασκοπείας” στο ποδόσφαιρο.

Στην περίπτωση του Ενρίκε το πρόβλημα έχει μια συγκεκριμένη διάσταση. Ο προπονητής της Μπαρτσελόνα αισθάνεται ότι τον πικάρουν με τον τρόπο αυτό τα media της Βαρκελώνης, με τα οποία έχει ανοίξει “κακές παρτίδες” επειδή είναι εκ φύσεως “αντισυμβατικός” αλλά και επειδή δεν ανέχεται από αυτά να “παραγοντίζουν” και να του κάνουν υποδείξεις για τις επιλογές του εκμεταλλευόμενα την επιρροή που ασκούν στην κοινωνία των θεατών του “Καμπ Νου”. Η λογική, άλλωστε, λέει ότι ένας προπονητής 46 ετών, με παραστάσεις Μπαρτσελόνα, δεν είναι δυνατόν να πιστεύει ότι μπορεί να στεγανοποιήσει τα αποδυτήριά του στην σημερινή ψηφιακή εποχή.

Το πρόβλημα, για όσους προπονητές το αντιλαμβάνονται έτσι, είναι διαχρονικό. Υπάρχουν αμέτρητες ιστορίες “κατασκόπων” και “αντικατασκόπων”, υπήρξαν διαχρονικά πολλοί προπονητές που ζητούσαν την λήψη μέτρων της μέγιστης δυνατής ασφάλειας στις προπονήσεις προκειμένου να νιώθουν ασφαλείς ότι τα σχέδιά τους τα μοιράζονται μόνο με τους ποδοσφαιριστές και τους συνεργάτες τους και όχι με αδιάκριτα βλέμματα.

Ολα αυτά πριν από την εποχή της κινητής τηλεφωνίας και της εμφάνισης των SMS και εν συνεχεία του mobile internet. Διότι έκτοτε η πλειονότητα των προπονητών συνειδητοποίησε ότι οι πληροφορίες διέρρεαν και διαρρέουν ανεξέλεγκτα, και κάπως έτσι οι προπονητές έπαψαν να χάνουν ενέργεια στην αναζήτηση των “ρουφιάνων”.

Στη σημερινή εποχή τίποτα δεν μένει κρυφό. Και οι προπονητές προετοιμάζουν τους αγώνες με αυτή την παραδοχή, και γι' αυτό φροντίζουν να “μπερδεύουν” ακόμη και τους ποδοσφαιριστές και τους συνεργάτες τους. Οι τελευταίες προπονήσεις είναι παραδοσιακά ένα μείγμα από πραγματικές και “μαϊμού” δοκιμές σχημάτων, τακτικών και προσώπων. Οι πιο εμμονικοί με την κατασκοπεία προπονητές ανακοινώνουν την ενδεκάδα εντός αποδυτηρίων, περίπου μια ώρα πριν από την έναρξη των αγώνων, και κρατούν για την τελευταία ομιλία πριν από τη σέντρα τις όποιες “ειδικές καταστάσεις” σκοπεύουν να “παραγγείλουν”, τόσο για τις στατικές φάσεις όσο και για τους τρόπους ανάπτυξης του παιχνιδιού ή άμυνας σε ανοιχτό παιχνίδι.

Αν όλα τα media στην Ευρώπη ακολουθούσαν την πρακτική της Mundo Deportivo, οι χάρτινες και ψηφιακές σελίδες θα είχαν γεμίσει με χαρτιά ενδεκάδας, με σχεδιασμούς κομπίνας, με φωτογραφίες και videos από τις ομιλίες των προπονητών στα αποδυτήρια. Διότι όλα αυτά φτάνουν πολύ συχνά στους δημοσιογράφους από μέλη ή/και υπαλλήλους των ομάδων. Συνέβαινε από την εποχή του τηλεφώνου με καλώδιο και του μαγνητόφωνου με κασέτα, παρασυμβαίνει στην εποχή του viber, των MMS και του video messaging. Είναι μια πραγματικότητα, με την οποία μαθαίνουν να ζουν οι προπονητές. Κάποιοι εξ αυτών εξοικειώνονται, το χωνεύουν και προσαρμόζονται. Κάποιοι άλλοι, σαν τον Λουίς Φαν Χάαλ, στον καιρό του στη Γιουνάιτεντ, φωνάζουν τεχνικούς και τους βάζουν στα αποδυτήρια για να ψάξουν για κοριούς και σηκώνουν ψηλότερους φράχτες στα προπονητήρια για να εμποδίσουν την κατασκοπεία.

Το πραγματικό πρόβλημα για έναν προπονητή στη σημερινή εποχή πρέπει να είναι ο ουσιαστικός στόχος της διαρροής των πληροφοριών. Μια απλή διαρροή της ενδεκάδας ή των οδηγιών είναι μόνο μια μικρή, επιφανειακή πηγή παραγωγής εκνευρισμού. Η διαρροή εγγράφων όμως συνήθως στοχεύει να βάλει τον προπονητή στη δύσκολη θέση να αμφιβάλλει για την εχεμύθεια των συνεργατών του, δηλαδή να του δημιουργήσει σοβαρό πρόβλημα, όπως σήμερα συμβαίνει στον Λουίς Ενρίκε. Και το ίδιο ισχύει με τη διαρροή επεισοδίων, διαπληκτισμών, έντονων διαφωνιών και στιγμών έντασης, όπως, για παράδειγμα, είχε συμβεί τον περασμένο Μάιο στον Πεπ Γκουαρδιόλα, τον καιρό που τα γερμανικά media είχαν αποφασίσει να τον αποδομήσουν, μετά την ανακοίνωση της απόφασής του να πάει στη Σίτι και τον αποκλεισμό από το Champions League, και δημοσιοποιούσαν διαλόγους από την κόντρα του με το ιατρικό επιτελείο και τους φυσικοθεραπευτές, τους οποίους ο Καταλανός κατηγορούσε ότι δεν του παρέδωσαν ποδοσφαιριστές πριν από τα ματς με την Ατλέτικο Μαδρίτης για το Champions League.

Πώς αντιδρούν συνήθως οι προπονητές στις ελάχιστες περιπτώσεις που βεβαιώνονται σχετικά με το ποιος είναι ο “ποντικός”; Αν πρόκειται για υπάλληλο ή συνεργάτη, το πρόβλημα λύνεται με σχετικά μικρό κόστος, δηλαδή χωρίς θόρυβο και δίχως σημαντική ζημιά για την ομάδα, δεδομένου ότι είναι σχετικά εύκολη η δουλειά της αντικατάστασης ενός συνεργάτη. Το ζήτημα γίνεται δυσκολότερο και πιο σύνθετο όταν οι υποψίες ή – πολύ περισσότερο – η βεβαιότητα οδηγεί σε ποδοσφαιριστή και μάλιστα πρωτοκλασάτο. Ο Ζοσέ Μουρίνιο “έφαγε” τον Ικερ Κασίγιας από την ενδεκάδα της Ρεάλ, και θα “έτρωγε” τον Σεσκ Φάμπρεγας αν παρέμενε στην Τσέλσι. Είναι όμως λίγοι οι προπονητές που έχουν το “εγώ” αλλά και το ειδικό βάρος για να επιβληθούν σε μια κόντρα με έναν πρωτοκλασάτο “ποντικό”. Γι' αυτό και οι περισσότεροι συμβιβάζονται με την ιδέα και συνεχίζουν την προσπάθεια μόνο με αόριστες απειλές περί εκδίωξης του “ποντικού” από την ομάδα, και συγχρόνως σκαρώνουν διάφορα τρικ προκειμένου να μην αποκαλύπτουν τα πλάνα τους μέχρι την τελευταία στιγμή.  

Best of internet