Ο Σκίμπε δουλεύει χωρίς υποστήριξη, σε μια ορφανή από στελέχη Εθνική

Ο Βασίλης Σαμπράκος γράφει για τις υπερβολικές ελληνικές απαιτήσεις από έναν προπονητή που εργάζεται αβοήθητος, που στάθηκε τυχερός με την διάθεση των ποδοσφαιριστών, και δεν θα έχει κανένα στήριγμα όταν θα κληθεί να διαχειριστεί την πρώτη δοκιμασία ενός κακού αποτελέσματος.  

Ο Σκίμπε δουλεύει χωρίς υποστήριξη, σε μια ορφανή από στελέχη Εθνική

Για κάποιο σοβαρό λόγο η εμπειρία οδήγησε όλες τις ανεπτυγμένες, ποδοσφαιρικά, χώρες στην επιλογή να διαχωρίσουν την διοίκηση αθλητικής και ειδικά ποδοσφαιρικής εταιρείας από την διοίκηση επιχειρήσεων και να φτιάξουν σχολές στις οποίες οι σπουδαστές γνωρίζουν και μελετούν το θεωρητικό σκέλος αυτής της ιδιαίτερης φύσης που έχει η διοίκηση μιας αθλητικής επιχείρησης. Για κάποιο σοβαρό λόγο προέκυψε η ανάγκη εξειδίκευσης στο ποδοσφαιρικό μάνατζμεντ, και αυτή η ανάγκη γέννησε σχολές (αμέτρητες στην Αγγλία, αρκετές στην Ισπανία, λιγότερες για την ώρα σε Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία), στις οποίες έχει φοιτήσει η συντριπτική πλειονότητα των σημερινών στελεχών που διοικούν τις μεγάλες ποδοσφαιρικές εταιρείες. Για κάποιο σοβαρό λόγο πολλές ποδοσφαιρικές ομοσπονδίες της Ευρώπης έκριναν αναγκαίο να διαχωρίσουν το σκέλος διοίκησης της εθνικής ομάδας από το υπόλοιπο μάνατζμεντ της ομοσπονδίας και μάλιστα ορισμένες έφτασαν να δημιουργήσουν θέση αντιπροέδρου της Ομοσπονδίας που διοικεί εν λευκώ την Εθνική Ομάδα. Για τον ίδιο σοβαρό λόγο η UEFA βρήκε νόημα να δημιουργήσει σχολεία που δίνουν δίπλωμα στο football management, σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο της Λοζάνης, όπως ανακοίνωσε τον περασμένο Μάιο.

Στην ίδια εποχή που ο έξω κόσμος εξελισσόταν, στη διάρκεια της τελευταίας 15ετίας, η Ελληνική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία βρέθηκε τουλάχιστον τέσσερις φορές στη θέση της υποχρέωσης να λάβει σημαντικές, στρατηγικής και καθοριστικής σημασίας αποφάσεις για την Εθνική Ομάδα. Η πρώτη προέκυψε το καλοκαίρι του 2010, η δεύτερη το καλοκαίρι του 2014, η τρίτη τον χειμώνα του 2015 και η τέταρτη πριν από περίπου έναν χρόνο. Αυτές τις τέσσερις κρίσεις τις διαχειρίστηκαν τρεις διαφορετικοί πρόεδροι, ουδείς εκ των οποίων είχε κάνει σπουδές στην διοίκηση αθλητικών ή/και ποδοσφαιρικών επιχειρήσεων. Δεν συνιστά ούτε παγκόσμια ούτε ευρωπαϊκή πρωτοτυπία το γεγονός ότι οι πρόεδροι της ΕΠΟ δεν είχαν ποτέ κάνει σπουδές στο ποδοσφαιρικό μάνατζμεντ (ο τελευταίος πρόεδρος δεν είχε κάνει γενικώς σπουδές). Είναι όμως πρωτοτυπία, παράδειγμα που διδάσκεται σε σχολές ως τυπική περίπτωση παρωχημένου αθλητικού μάνατζμεντ, το γεγονός ότι στην σημερινή εποχή ένας παράγοντας χωρίς καμία ιδιαίτερη γνώση του αντικειμένου “ποδόσφαιρο” φτάνει να επιλέγει ουσιαστικά ο ίδιος, έστω και αν αυτές οι αποφάσεις περνούν τυπικά από το διοικητικό συμβούλιο προς έγκριση, προπονητή για την Εθνική ομάδα.

Ο πρώτος που χρειάστηκε να αντιμετωπίσει την πιο δύσκολη κατάσταση, για να λάβει την σκληρή απόφαση της ολοκλήρωσης του κύκλου του Οτο Ρεχάγκελ στην Εθνική Ομάδα ήταν ο Σοφοκλής Πιλάβιος. Για καλή του τύχη, είχε έναν τεχνικό διευθυντή που είχε ζήσει την Εθνική και είχε γίνει Πρωταθλητής Ευρώπης μαζί της, ο οποίος είχε προλάβει να συμπληρώσει και μια περίπου 2ετία στη θέση του διευθυντή της Εθνικής Ομάδας. Κάπως έτσι ο Πιλάβιος πήρε την ευθύνη μιας επιλογής, για την οποία τον συμβούλεψαν πολλά στελέχη της Πρωταθλήτριας Ευρώπης και με την οποία ήταν σύμφωνος ο Τάκης Φύσσας. Προσέλαβε τον Φερνάντο Σάντος, με τα γνωστά πολύ θετικά αποτελέσματα.

Ο δεύτερος που κλήθηκε να πάρει μια τόσο σοβαρή απόφαση ήταν ο Γιώργος Σαρρής, ο οποίος είχε κλείσει περίπου μια 2ετία ως πρόεδρος και θεωρητικώς είχε κάθε ευκαιρία να καταλάβει ότι δεν είχε την επάρκεια για να λάβει μια τόσο καθοριστική ποδοσφαιρική απόφαση. Ο παθολόγος από τη Χίο όμως όχι απλώς δεν συμβουλεύτηκε κανένα στέλεχος με γνώσεις, σπουδές και εμπειρίες στο ποδόσφαιρο, αλλά αποφάσισε με την “όποιον κι αν προσλάβω, για πλάκα θα προκριθεί στο Euro 2016 με τέτοιο όμιλο” συνείδηση. Εκανε το κέφι του με τον Κλαούντιο Ρανιέρι επειδή μιλούσε ιταλικά και ένιωθε ότι θα έχει καλή επικοινωνία με τον προπονητή, κατάργησε τη θέση του τεχνικού διευθυντή, ξεπάτωσε όλο το επιτελείο που υποστήριζε τον προηγούμενο προπονητή και έγραψε τις πιο μαύρες σελίδες στην σύγχρονη ιστορία του εθνικού ποδοσφαίρου επειδή νόμιζε ότι το ποδόσφαιρο ζει ακόμη στην εποχή που η Εθνική ομάδα είναι μόνο ζήτημα και δουλειά ενός προπονητή.

Ο τρίτος στον οποίο έλαχε ο κλήρος, λόγω συγκυριών, ήταν ο Γιώργος Γκιρτζίκης. Από υποχρέωση ή όχι, εμπιστεύτηκε την πρώτη επιλογή στον τότε διευθυντή των εθνικών ομάδων, τον Γιώργο Καραγκούνη. Τη δεύτερη φορά όμως, όταν έφτασε η ώρα για την επιλογή του προπονητή που θα οδηγήσει την Εθνική στην προκριματική φάση του Μουντιάλ 2018, ο Γκιρτζίκης κατάργησε όλους τους σημερινούς νόμους της φύσης στη διοίκηση ποδοσφαιρικών οργανισμών και αποφάσισε να διαλέξει μόνος του προπονητή, με μόνο εφόδιο την εμπειρία που είχε ως ερασιτέχνης ποδοσφαιριστής του σωματείου Θράκη Συδινής. Και κάπως έτσι προσελήφθη ο Μίκαελ Σκίμπε, τον οποίο άφησε μόνο του, δίχως τεχνικό διευθυντή με επάρκεια γνώσεων και προηγούμενη εμπειρία. Ακόμη και σήμερα, περίπου έναν χρόνο μετά, αν ακούσεις/διαβάσεις τον Γκιρτζίκη να τοποθετείται δημόσια για να διηγηθεί και να εξηγήσει πώς και γιατί κατέληξε στον Σκίμπε, αδυνατείς να συλλάβεις και να αντιληφθείς το σκεπτικό του. Είναι τόσο κενές οι τοποθετήσεις του. Διέκρινε πρόβλημα στην πειθαρχία, κι είπε να προσλάβει Γερμανό, επειδή ο προηγούμενος Γερμανός τα βάσιζε σχεδόν όλα στην πειθαρχία, την οποία είχε την αρετή να επιβάλλει. Ακόμη όμως και αν θέλεις να του δώσεις αυτόν τον πόντο του Γκιρτζίκη, του τον αφαιρείς αμέσως μόλις ερευνήσεις λίγο το παρελθόν του Σκίμπε, διότι σε αυτό δεν θα βρεις πουθενά γραμμένη τη λέξη “πειθαρχία” στα προτερήματα και τις αρετές του, στο προηγούμενο έργο του.

Και φυσικά η ιστορία δεν σταματά εδώ. Ο Σκίμπε, που δεν είχε καμιά προηγούμενη ελληνική εμπειρία, βρέθηκε με την αποστολή να εξοικειωθεί με το ελληνικό ποδόσφαιρο με μόνο πλοηγό έναν συνεργάτη που του έδωσε η Ομοσπονδία, τον Κώστα Τσάνα. Πολύ σύντομα, ο Γερμανός προπονητής, ο οποίος για καλή μας τύχη είχε προηγούμενη εθνική εμπειρία, έστω ως βοηθός, αυτήν της ζωής για μια 4ετία στην Εθνική Γερμανίας, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι είναι αναγκασμένος να υπολογίζει μόνο στις δικές του δυνάμεις. Και προκειμένου να τις αυξήσει, βρήκε και πρότεινε στην Ομοσπονδία έναν γερμανόφωνο και γερμανοαναθρεμμένο προπονητή, τον Ηρακλή Μεταξά. Αυτόν που χάνει σήμερα επειδή ο Μεταξάς έκρινε, επικαλούμενος οικογενειακούς λόγους, ως πιο συμφέρουσα επιλογή την αποδοχή μιας πρότασης από την Μπάγερ Λεβερκούζεν για να εργαστεί στην Κ19 ομάδα της. Σήμερα ο Σκίμπε, που δεν εμπιστεύεται κανέναν, διότι προφανώς δεν υπάρχει και κανείς για να τον εμπιστευτεί, αναζητεί μόνος έναν νέο συνεργάτη με παρόμοια χαρακτηριστικά. Δεν υπάρχει τεχνικός διευθυντής για να λύσει αυτό το πρόβλημα. Και πώς να υπάρχει διευθυντής άλλωστε, όταν δεν υπάρχει διεύθυνση; Και πώς να υπάρχει διεύθυνση όταν σήμερα δεν υπάρχει ούτε πρόεδρος στην Ομοσπονδία, δηλαδή όταν στην πραγματικότητα και στην ουσία δεν υπάρχει κανείς;

Δεν χρειάζεται να είσαι ειδικός και να μελετάς καθημερινά τα δεδομένα της Εθνικής για να φτάσεις σε συμπεράσματα ότι δεν λειτουργεί. Πώς να λειτουργεί ο μηχανισμός του οργανισμού της Εθνικής όταν ο προπονητής αναγκάζεται παραμονή του τρίτου αγώνα της προκριματικής φάσης του Παγκοσμίου Κυπέλλου να ζητεί δημοσίως συγγνώμη για λογαριασμό της Ομοσπονδίας επειδή δεν υπήρξε ουσιαστική ενημέρωση για την απουσία ενός βασικού ποδοσφαιριστή από την αποστολή, του Κώστα Φορτούνη;

Στο τέλος του μήνα, που συμπληρώνει έναν χρόνο ζωής στη νέα του δουλειά, ο Σκίμπε μπορεί άνετα να γράψει βιβλίο για την εμπειρία που βιώνει ως προπονητής της Εθνικής Ελλάδας. Πιθανότατα τέτοια ανοργανωσιά να μην την έζησε ούτε στην Καραμπούκσπορ, ούτε στην Εσκισεχίρσπορ, ούτε οπουδήποτε αλλού βρέθηκε στην 28χρονη πορεία του στην προπονητική. Υπό τις δεδομένες συνθήκες, οι οποίες δεν πρόκειται να αλλάξουν όσο δεν παραδίδεται η διεύθυνση της Εθνικής Ομάδας σε ένα στέλεχος με επαρκή κατάρτιση και εμπειρία, οι Ελληνες περιμένουμε από τον Σκίμπε να δείξει έργο. Ξεχνιόμαστε, και μπαίνουμε στην διαδικασία να κρίνουμε τις επιλογές του για την 11αδα, την ανάγνωση του αντιπάλου, την τακτική προσέγγιση των αγώνων, το κοουτσάρισμά του στη διάρκεια των αγώνων. Μπαίνουμε δηλαδή στη διαδικασία να τον κρίνουμε όπως θα έπρεπε να κρίνεται ο προπονητής που εργάζεται σε μια κανονική εθνική ομάδα, αφοσιωμένος στη φύση της δουλειάς που ανέλαβε, διότι ξεχνάμε πού και με ποιους (δεν) δουλεύει ο Σκίμπε, δηλαδή από ποιους (δεν) υποστηρίζεται η προσπάθειά του προκειμένου αυτός να συγκεντρώνεται στο αντικείμενό του.

Δεν έχει πετύχει τίποτα παραπάνω από αυτά που αντιλαμβανόμασταν ως αυτονόητα στην αρχή της προκριματικής φάσης ο Σκίμπε. Μόνο που αυτά έπαψαν να είναι αυτονόητα για την Εθνική Ελλάδας από το καλοκαίρι του 2014, όταν διαλύθηκε το προηγούμενο μοντέλο, όπως απέδειξε η ιστορία της τελευταίας 2ετίας. Γι' αυτό και σήμερα οφείλουμε να αποδίδουμε εύσημα στον Γερμανό προπονητή για την επίτευξη των αυτονόητων του παλιού καιρού. Για την επιστροφή στην κανονικότητα της χρυσής 12ετίας της Εθνικής. Καταφέρνει να επαναφέρει στην κανονικότητα μια ομάδα που δεν είναι και δεν λειτουργεί ως κανονική εθνική ομάδα.

Εχει σταθεί τυχερός μέχρι εδώ ο Μίκαελ Σκίμπε, διότι δεν ήταν εκείνος που ενέπνευσε τους ποδοσφαιριστές και προκάλεσε αυτή την προσπάθεια που κάνουν από το ταξίδι στην Αυστραλία και έπειτα οι διεθνείς. Μόνοι τους το έκαναν και το κάνουν, ο Γερμανός δεν το ενέπνευσε αλλά και δεν το εμπόδισε, και κάπως έτσι αυτό συνεχίζει να συμβαίνει. Κι όσοι παρατηρούν στενά την Εθνική ζουν αυτή την εποχή με την αμφιβολία περί του τι θα συμβεί όταν αυτό το σύνολο, που προσπαθεί να νιώσει ομάδα και να συμπεριφερθεί σαν ομάδα, δοκιμαστεί από ένα αρνητικό αποτέλεσμα.

Ο Σκίμπε είναι σήμερα όσο αβοήθητοι ήταν όλοι οι προηγούμενοι από τον Ρεχάγκελ και οι επόμενοι από τον Σάντος προπονητές που εργάστηκαν στην Εθνική Ελλάδας, όπως μπορώ να βεβαιώσω σήμερα, περίπου 17 χρόνια μετά την πρώτη ημέρα που άρχισα να ερευνώ και να μελετώ επαγγελματικά τη ζωή της Εθνικής. Ως διευθυντής και διαχειριστής από ανάγκη, ο Σκίμπε έχει ως στιγμής “συμπεριφερθεί”. Τούτο όμως έχει συμβεί κυρίως επειδή το ακροατήριό του, οι ποδοσφαιριστές του, είχαν μέχρι εδώ κάτι παραπάνω από καλή διάθεση. Λειτούργησαν με το ένστικτο της επιβίωσης.

Η υπόθεση του Χοσέ Χολέμπας ήρθε να λειτουργήσει ως επιπλέον απόδειξη όλων των παραπάνω. Δεν υπήρξε κανείς για να προετοιμάσει τον Σκίμπε για αυτό που ερχόταν, παρόλο που ο Χολέμπας μοιραζόταν το παράπονό του για την απουσία από την ενδεκάδα και την πρόθεση αποχώρησης με αρκετούς συμπαίκτες. Και δεν υπήρξε κανείς για να τον βοηθήσει να σβήσει την χθεσινοβραδινή φωτιά και να κρατήσει το ζήτημα εντός των τειχών της Εθνικής προκειμένου να έχει ο προπονητής τον χρόνο να επιλέξει την στρατηγική του στην αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος και τη δημιουργία αυτού του πρώτου “δεδικασμένου” της στάσης του απέναντι σε έναν ποδοσφαιριστή που αποφασίζει να εξαιρέσει εαυτόν από την Εθνική.

Αυτή η υπόθεση είναι για τον Σκίμπε ένα μήνυμα από το μέλλον. Για να καταλάβει με ποιους έχει μπλέξει, και να αρχίσει να εξοικειώνεται με τη νοοτροπία του μέσου Ελληνα ποδοσφαιριστή. Για να ξέρει τι τον περιμένει αν και όταν στραβώσουν τα αποτελέσματα. Για να βεβαιωθεί ότι δεν μπορεί να περιμένει βοήθεια από κανέναν, διότι δεν υπάρχει κανείς για να ασχοληθεί σοβαρά και επαγγελματικά μαζί του και να τον βοηθήσει. Από αυτή την πλευρά, είναι μάλλον τυχερός που του έτυχε (και) αυτό με τον Χολέμπας τώρα, δηλαδή έναν μήνα πριν από τον πρώτο του “τελικό”. Αν δεν νικήσει τη Βοσνία, ο Σκίμπε θα έχει μπροστά του προς διαχείριση την πρώτη κρίση. Και επειδή και τότε μόνος θα είναι και μόνο στις δυνάμεις του θα βασιστεί, είναι καλό για αυτόν που αναγκάστηκε να αρχίσει να τις μετρά, τις δυνάμεις του, από χθες.

Την είχαμε ξεχάσει αυτή την εικόνα της τόσο ανοργάνωτης και φτωχής σε πρόσωπα και προσωπικότητες Εθνική Ομάδα που ζούμε τον τελευταίο περίπου ενάμιση χρόνο. Θέλαμε να νομίζουμε ότι την αφήσαμε οριστικά πίσω μας. Και τώρα ζούμε υπό τον φόβο ότι θα μας ξαναγίνει συνήθεια, όποιος και αν είναι ο επόμενος πρόεδρος, όποια και αν είναι η επόμενη διοίκηση της Ομοσπονδίας. Είχαμε μια Εθνική που δεν μας άξιζε, έχουμε την Εθνική που είναι αυθεντικό προϊόν του σημερινού ελληνικού ποδοσφαίρου. Και όσο το ποδόσφαιρο εξακολουθεί να διοικείται από ανθρώπους με αυτό το ποιον, αυτές τις γνώσεις, αυτές τις αντιλήψεις, η Εθνική θα υπερβαίνει τον εαυτό της μόνο όποτε κατά τύχη θα δημιουργείται μια αποτελεσματική συνταγή.  

Best of internet