Είναι πιθανόν να αρκεί να συνεχίσει ο Σκίμπε να κάνει μόνο τα βασικά

Ο Βασίλης Σαμπράκος σημειώνει όσα άκουσε για τον Γερμανό προπονητή και όσα κατάλαβε μετά από όσα είδε στις δύο τελευταίες αναμετρήσεις από μια Εθνική που προσπαθεί να κάνει τα βασικά.

Είναι πιθανόν να αρκεί να συνεχίσει ο Σκίμπε να κάνει μόνο τα βασικά

Η πρεμιέρα της Εθνικής στην προκριματική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου 2018 συνέπεσε χρονικά με την ολοκλήρωση ενός κύκλου συναναστροφής με Γερμανούς συναδέλφους μου που έχουν μελετήσει τη δουλειά του Μίκαελ Σκίμπε επί γερμανικών τερέν και με ανθρώπους που έχουν μια πρώτη εμπειρία ζωής και παρατήρησης της πορείας του Γερμανού προπονητή στην ελληνική ομάδα. Οσα έχω αλέσει στο κεφάλι μου από αυτά που άκουσα ή διάβασα για τον Σκίμπε δημιούργησαν ένα πολύ ενδιαφέρον φίλτρο στην οπτική και την παρατήρηση των τελευταίων δύο δειγμάτων της Εθνικής που επιχειρεί να δημιουργήσει. Παρακολουθώντας τα ματς με Ολλανδία και Γιβραλτάρ, σε συνέχεια των όσων άκουσα και κατάλαβα για τον Σκίμπε και τον τρόπο του στην Εθνική φτάνω σε ένα συμπέρασμα ότι 51χρονος προπονητής, που δεν ήταν μια ελκυστική προοπτική για τη θέση του ομοσπονδιακού της Ελλάδας και ουδείς γνωρίζει με ποια κριτήρια επελέγη, είναι πιθανό να αποδειχθεί αρκετός, στον βαθμό που ο ίδιος μπορεί να επηρεάσει το μέλλον της, για να επαναφέρει την Εθνική στην κανονικότητα. Κι αυτό είναι ένα καλό, ή τουλάχιστον όχι κακό νέο για το σήμερα και το αύριο μιας ομάδας που ταλαιπώρησε τόσο τον εαυτό της στη διάρκεια της τελευταίας διετίας. Δεν είναι όμως αρκετό. Διότι ο Σκίμπε δεν απέδειξε ποτέ ότι μπορεί να κάνει μόνος τη δουλειά. Και στη δεδομένη στιγμή, με όλα αυτά που συμβαίνουν στην ΕΠΟ και την αποχώρηση αυτού που τον προσέλαβε, ουδείς μπορεί να προβλέψει ποιο θα είναι το σκηνικό που θα διαμορφωθεί σε επίπεδο διοίκησης για την Εθνική. Ουδείς ξέρει ούτε πώς ούτε πόσο θα επηρεαστεί ένας προπονητής που διαπιστώνει αυτό τον καιρό ότι αυτός που τον προσέλαβε αποχωρεί δίχως να μπορεί να λάβει κάποια έγκυρη πληροφορία για την επόμενη ημέρα στην Ομοσπονδία και, κατ' επέκταση, στην Εθνική ομάδα. Δεν είναι δύσκολο να “χαθεί” ο Σκίμπε, να ζήσει στην ανασφάλεια και να πάει “στα χαμένα” να προετοιμάσει τα επόμενα δύο καθοριστικά παιχνίδια του Οκτωβρίου.

 

Προπονητής της παλιάς σχολής”

Δίπλα στα όσα είχα ακούσει από τον Stephan Uersfeld έχει νόημα να βάλω όσα άκουσα από ακόμη έναν πολύ αξιόλογο αναλυτή του γερμανικού ποδοσφαίρου, τον Cristian Nyari, έναν δημοσιογράφο που συνεργάζεται με τους New York Times, το goal.com και το Bleacher Report ως ειδικός του γερμανικού ποδοσφαίρου και σήμερα είναι ο επικεφαλής των media της Μπάγερν Μονάχου στις ΗΠΑ.

“Τον καιρό που έφυγε, ο Σκίμπε δεν είχε την καλύτερη φήμη στην Μπουντεσλίγκα, ειδικά μετά την παταγώδη αποτυχία του στη Χέρτα, από την οποία απολύθηκε στον χρόνο ρεκόρ των 5 εβδομάδων. Εχει συνδεθεί με μια από τις μεγαλύτερες προπονητικές καταστροφές στη σύγχρονη ιστορία του γερμανικού πρωταθλήματος, και αυτή είναι μια ρετσινιά που δύσκολα θα ξεκολλήσει από πάνω του. Μολονότι ηλικιακά ανήκει σε επόμενη γενιά, ο Σκίμπε θεωρείται κομμάτι της παλιάς σχολής του ποδοσφαίρου, και γι' αυτό δεν είναι όσο ελκυστικός είναι ο Τούχελ, ο Κλοπ, ο Νάγκελσμαν. Είναι μέλος της γενιάς των προπονητών που λειτουργούσαν πριν από την επανάσταση που έφεραν ο Κλίνσμαν με τον Λεβ στο γερμανικό ποδόσφαιρο. Δεν είχε δείξει ποτέ ελκυστικό τρόπο ανάπτυξης παιχνιδιού, η αγωνιστική φιλοσοφία του και οι τακτικές του δεν ξεχώρισαν ποτέ. Ηταν πάντα ένας πολύ πραγματιστής προπονητής. Το ποδόσφαιρό του, όπως και η προσωπικότητά του, ήταν πάντοτε επίπεδο, μονοδιάστατο. Η προσωπικότητά του ήταν πάντοτε χαμηλού προφίλ, ευθυγραμμισμένη με τις προηγούμενες γερμανικές αξίες της προπονητικής, που ήθελαν τον προπονητή να μην είναι πολύ ειλικρινής στον δημόσιο λόγο του, ούτε αναλυτικός, ούτε επεξηγηματικός, και να περιορίζει τη δουλειά του και την δράση του μόνο στο τερέν την ώρα της προπόνησης. Αυτής της κοπής οι προπονητές δεν έχουν μεγάλη προοπτική σήμερα στο γερμανικό ποδόσφαιρο”.

Η περιγραφή που δίνει ο Nyari είναι αταίριαστη με τη σημερινή Μπουντεσλίγκα. Κανείς όμως δεν μπορεί να συμπεράνει ότι δεν μπορεί να είναι συμβατή με τις σημερινές ανάγκες της Εθνικής και να εκτιμήσει ότι ένας προπονητής της προηγούμενης τεχνολογίας δεν μπορεί να αποδειχθεί αποτελεσματικός στην προκριματική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Αν μάλιστα βασιστεί κανείς στην εικόνα της Εθνικής στα 4 τελευταία της παιχνίδια (τα δύο της Αυστραλίας, αυτό με την Ολλανδία και το χθεσινό με το Γιβραλτάρ) οδηγείται στην εκτίμηση ότι δεν είναι καθόλου απίθανο να αποδειχθεί ότι στη δεδομένη στιγμή στην Εθνική Ελλάδας είναι αρκετός ένας προπονητής που κάνει τα βασικά.

 

Ο Σκίμπε μοιάζει με μια έκδοση Οτο Ρεχάγκελ, διότι προφανώς ασπάζεται το δόγμα του απλού ποδοσφαίρου, δίχως μετασχηματισμούς, κομπίνες και προσχεδιασμένες ειδικές καταστάσεις αγώνα. Δεν επιμένει στην τακτική στις προπονήσεις, δεν παραδίδει στικάκι με συστήματα στους ποδοσφαιριστές για εκμάθηση, δεν σχεδιάζει σύνθετο παιχνίδι. Αρκείται στην τακτοποίηση των ποδοσφαιριστών στο τερέν και επιδιώκει το fine tuning μέσα από τις ατομικές εντολές που δίνει σε κάθε παίκτη σχετικά με τους χώρους κίνησής του και τις ευθύνες που θέλει αυτός να αναλαμβάνει στις δύο φάσεις του παιχνιδιού, δηλαδή στην φάση της κατοχής της μπάλας και στη φάση της προσπάθειας για επανάκτηση της κατοχής. Είναι πιλότος που διορθώνει την πορεία του σκάφους κατά τη διάρκεια της πτήσης και περιμένει πολλά από την ατομική πρωτοβουλία και από τους συνδυασμούς που βγάζουν οι ποδοσφαιριστές χάρη στην ατομική ποιότητα, στην προηγούμενη κοινή εμπειρία τους από συνευρέσεις στην Εθνική ή σε συλλόγους.

Το ανησυχητικό είναι ότι ο Σκίμπε ούτε υπήρξε, στο γερμανικό παρελθόν του, ούτε είναι, στις μέχρι σήμερα ελληνικές στιγμές του, Ρεχάγκελ στον τομέα της πειθαρχίας. Δεν έγινε ποτέ ξακουστός για την αποτελεσματικότητα των μεθόδων του στην επιβολή πειθαρχίας και, ως τα σήμερα, δεν είναι απόλυτος στην εφαρμογή των κανόνων που βάζει στην ελληνική ομάδα. Και το πιο ανησυχητικό είναι ότι δεν υπάρχουν δίπλα του φωνές με γνώση, εμπειρία, αντίληψη και το απαιτούμενο θάρρος για να του εξηγήσουν πόσο απαιτητική είναι στον συγκεκριμένο τομέα η φύση του Ελληνα ποδοσφαιριστή.

Αν κάτι μπορεί να βοηθήσει σε αυτό τον τομέα τον Σκίμπε είναι η τύχη του να έχει δίπλα έναν – δικό του – Ελληνα & συνάμα γερμανοαναθρεμμένο συνεργάτη, τον Ηρακλή Μεταξά, τον οποίο εκείνος επέλεξε. Διότι μπορεί να μην έχει ούτε αυτός ξαναδουλέψει με Ελληνες προπονητές, αλλά του είναι εύκολο να μελετήσει την ιδιοσυγκρασία του ποδοσφαιριστή και να μεταφέρει σε έναν Γερμανό τα ελληνικά κουμπιά που θα χρειαστεί να πατήσει για να τιθασεύει, να κουλαντρίσει, να διαχειριστεί ψυχοπνευματικά τους ποδοσφαιριστές.

Με τα πρώτα ελληνικά δείγματα της δουλειάς του ο Σκίμπε δίνει την εντύπωση ενός προπονητή που έχει την ικανότητα να κάνει τα βασικά. Η δική του στάση αφήνει πολύ μεγάλο χώρο στους ποδοσφαιριστές, αλλά την ίδια στιγμή τους φορτώνει και με μεγάλο βάρος ευθύνης. Αν θέλουν να επιτύχουν, είναι αναγκασμένοι να συνεχίσουν να βαδίζουν στον δρόμο που μπήκαν από τον περασμένο Ιούνιο. Εζησαν απομονωμένοι, στην Αυστραλία, έφαγαν την πίκρα μιας θερινής περιοδείας που έγινε για οικονομικούς λόγους αντί να γεύονται στο ίδιο διάστημα το προνόμιο της παρουσίας στην τελική φάση του Euro. Και δούλεψαν μεταξύ τους για να δημιουργήσουν ομαδικό πνεύμα. Συμμετοχή σε αυτό είχαν πολλοί: ο Τοροσίδης, ο Παπασταθόπουλος, ο Τζαβέλλας, ο Σάμαρης, ο Καρνέζης, ο Μανιάτης, ο Τζιόλης. Αυτό που μένει είναι να περιμένουμε την πρώτη σοβαρή δοκιμασία, ώστε να αντιληφθούμε αν το “ενωμένοι” θα παραμείνει και στα δύσκολα. Οι δύο τελευταίοι αγώνες πάντως είχαν δοκιμασία, όταν προηγήθηκε η Ολλανδία και όταν το Γιβραλτάρ ισοφάρισε. Και οι πρώτες απαντήσεις, οι πρώτες αντιδράσεις ήταν καλές. Δεδομένου ότι ο Σκίμπε αφήνει στους ποδοσφαιριστές στον τομέα της διαχείρισης των αποδυτηρίων όσο χώρο τους αφήνει για να αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες στο τερέν, αυτοί, οι παίκτες είναι που αποφασίζουν αν η Εθνική θα παραμείνει ή όχι ομάδα και κατά συνέπεια αν θα παλέψει με ομοψυχία σε κάθε παιχνίδι. Το πρόγραμμα είναι τέτοιο που δίνει στην Ελλάδα την ευκαιρία να φτάσει με νίκες μέχρι το ματς του Νοεμβρίου με τη Βοσνία στο Καραϊσκάκη. Και δεν χρειάζεται να κάνει πολλά στο τακτικό κομμάτι μέχρι τότε ο Σκίμπε. Είναι πιθανόν να αρκεί να κάνει καλά τα βασικά για να βγει η Εθνική νικήτρια από τα ματς με την Κύπρο και την Εσθονία ώστε να πάρει φόρα για τα επόμενα δύο παιχνίδια, με Βοσνία και Βέλγιο, που θα μας δείξουν αν αυτή η Ελλάδα μπορεί να είναι φτιαγμένη για να ξαναπάει σε τελική φάση μεγάλης διοργάνωσης. Το ερώτημα, που όλοι εύχονται να μη χρειαστεί να απαντηθεί, είναι το πώς θα διαχειριστεί ο Σκίμπε ένα σοβαρό κρούσμα απεθαρχίας, μια σκηνή έντασης, έναν εκνευρισμό που θα γεννηθεί από ένα στραβό αποτέλεσμα. Διότι δεν υπάρχει προηγούμενο επιτυχίας και αποτελεσματικής αντιμετώπισης στο βιογραφικό του. 

Best of internet