Τι μπορείς να περιμένεις από τον Σκίμπε

Ο Βασίλης Σαμπράκος κουβεντιάζει με έναν Γερμανό αναλυτή του γερμανικού ποδοσφαίρου για τον προπονητή της Εθνικής ομάδας πριν από την αποψινή τελευταία πρόβα της Ελλάδας στην Ολλανδία προτού ξεκινήσει τα προκριματικά του Μουντιάλ.  

Τι μπορείς να περιμένεις από τον Σκίμπε

Απόψε, λοιπόν, τελειώνουν τα “ψέματα” για την νέα έκδοση της Εθνικής ομάδας, αυτήν που ετοιμάζει ο Μίκαελ Σκίμπε στη διάρκεια των τελευταίων περίπου 10 μηνών, από τις 29 του περασμένου Οκτωβρίου που ανακοινώθηκε η πρόσληψή του. Η αποψινή, στο Philips Stadion του Αϊντχόφεν απέναντι στην Ολλανδία είναι η τελευταία πρόβα. Και μετά “επιτέλους αρχίζουν τα επίσημα παιχνίδια”, όπως είπε χθες ο 51χρονος προπονητής με ανακούφιση και ανυπομονησία, αφού ποτέ στην προπονητική ζωή του μέχρι σήμερα δεν είχε κάνει τόση υπομονή μέχρι τον πρώτο επίσημο αγώνα του.

Και τι μαγειρεύει τόσο καιρό ο Γερμανός προπονητής; Το πιθανότερο είναι ότι κι αυτός μαζί μας θα τη δοκιμάσει, live, την συνταγή του στο πρώτο επίσημο παιχνίδι του, την ερχόμενη Τρίτη στην Πορτογαλία απέναντι στους ερασιτέχνες του Γιβραλτάρ, αφού και απόψε σκοπεύει να επιδοθεί σε δοκιμές και “ταιριάσματα” ποδοσφαιριστών, όπως ξεκαθάρισε, δηλώνοντας ότι θέλει να εξαντλήσει τις αλλαγές και να δώσει την τελευταία “φιλική” ευκαιρία σε όλους να του δείξουν τι μπορεί να περιμένει από αυτούς.

Και τι μπορούμε να περιμένουμε εμείς από τον Σκίμπε; Η εμπειρία ενός κύκλου περίπου 18 ετών στην επαγγελματική παρατήρηση της ζωής της Εθνικής ομάδας από πάρα πολύ κοντινή, κοντινή ή και μέση απόσταση με έχει διδάξει ότι δεν πρέπει να δίνω μεγάλη βάση στα πρώτα σχόλια και τις πρώτες εντυπώσεις των ποδοσφαιριστών και των λοιπών συνεργατών του προπονητή, γι' αυτό και αφήνω έξω από το μυαλό μου αυτή την επιρροή. Εχω “αλλάξει” περισσότερους από 7 προπονητές, έχω συγκρίνει τα σχόλια των αποδυτηρίων με την πραγματική εικόνα που σχημάτισα για την αποτελεσματικότητα των προπονητών στην εξέλιξη του χρόνου, και έχω φτάσει στο συμπέρασμα ότι οφείλω να μην δίνω μεγάλο βάρος στα πρώτα λόγια που ακούω.

Γι' αυτό και δίνω τον λόγο σε έναν Γερμανό συνάδελφό μου, από τους πιο αξιόλογους της γενιάς του, τον Stephan Uersfeld, ο οποίος εργάζεται για το ESPN ως ειδικός του γερμανικού ποδοσφαίρου. Η κουβέντα μας για τον Σκίμπε έχει αφετηρία την απορία που μου γέννησε η διαπίστωση ότι τα γερμανικά media δεν έχουν δώσει την ελάχιστη συνέχεια στις αρχική αναφορά τους στον Γερμανό προπονητή μετά την προ 10μήνου ανακοίνωση της πρόσληψής του από την Ελληνική Ομοσπονδία. Οπως θα διαπιστώσετε, μέσα από μια συνομιλία στην οποία ο Uersfeld μου μεταφέρει την γενική άποψη των Γερμανών αθλητικών δημοσιογράφων για τον Σκίμπε, η ΕΠΟ έχει προσλάβει έναν Γερμανό ο οποίος αφήνει αδιάφορους τους Γερμανούς επειδή δεν κατάφερε ποτέ να τους δείξει κάτι ενδιαφέρον, μια ενδιαφέρουσα έκδοση ομάδας στις απόπειρές του με τέσσερις διαφορετικούς γερμανικούς συλλόγους.

 

“Ενας προπονητής της σειράς”

 

“Παρόλο που δούλεψε στη Λεβερκούζεν, την Ντόρτμουντ και την Αϊντραχτ, κι ενώ είχε περάσει ως βοηθός και από την Εθνική Γερμανίας, μπορώ με μεγάλη ασφάλεια να σχολιάσω ότι ο Σκίμπε δεν άφησε κληρονομιά στη Μπουντεσλίγκα. Στη Λεβερκούζεν απέτυχε στα προκριματικά σε Champions League και UEFA Cup, από την Ντόρτμουντ απολύθηκε στα μέσα μιας σεζόν, στην Φρανκφούρτη θεωρήθηκε υπεύθυνος για την κατάρρευση της Αϊντραχτ το 2011. Στην τελευταία του απόπειρα στο γερμανικό πρωτάθλημα, με τη Χέρτα Βερολίνου, απολύθηκε μετά από πέντε παιχνίδια, με πέντε ήττες, η πρόσληψή του θεωρήθηκε μια γιγάντια παρεξήγηση. Δεν υπήρξε ποτέ νεωτεριστής στην τακτική, ή στις μεθόδους της προπόνησης, κι αυτή η φαινομενική απάθεια που τον χαρακτηρίζει στον τρόπο που διαχειρίζεται τα πράγματα δεν τον βοήθησε ποτέ να γίνει δημοφιλής. Δεν δημιούργησε ποτέ χαρακτήρα προπονητή στη Γερμανία.

Με αφορμή την ερώτησή σου έκανα μια κουβέντα με τους συναδέλφους μου σχετικά με την έλλειψη γερμανικού ενδιαφέροντος και προβολής στη δουλειά που κάνει ο Σκίμπε στην Ελλάδα. Η απάντηση ήταν κοινή: δεν υπάρχει ενδιαφέρον από τους αναγνώστες, επειδή ο Σκίμπε δεν το κέρδισε ποτέ αυτό το ενδιαφέρον μέχρι σήμερα. Για να ασχοληθούμε μαζί του θα πρέπει να μας υποχρεώσει, δηλαδή να πετύχει κάτι ασυνήθιστο με την Εθνική Ελλάδας. Ενδιαφερόμαστε περισσότερο για όσα κάνει ο Κριστόφ Ντάουμ τώρα στη Ρουμανία, ή με την εξέλιξη της ενδιαφέρουσας δουλειάς του Μπερντ Στορκ στην Ουγγαρία, και πολύ λιγότερο για τη δουλειά του Σκίμπε.

Πιθανόν στα μάτια των Ελλήνων να προκαλεί μια έκπληξη, επειδή οι Γερμανοί δίναμε σημασία στην πορεία του Οτο Ρεχάγκελ. Με τον Ρεχάγκελ όμως ήταν αλλιώς, είχε ενδιαφέρον προτού επιτύχει την κατάκτηση του Euro 2004, διότι εκείνος είχε υπάρξει υψηλού προφίλ προπονητής στη Γερμανία, ειδικά λόγω του επιτεύγματος της κατάκτησης της Μπουντεσλίγκα με τον ορισμό του αουτσάιντερ, την Καϊζερλάουτερν, την οποία είχε μόλις προβιβάσει στην πρώτη κατηγορία. Δεν υπάρχει σύγκριση ανάμεσα στην βαρύτητα που είχε το brand name του Ρεχάγκελ το 2001 με αυτή που έχει σήμερα αυτό του Σκίμπε.

Διαχρονικά ήταν και είναι αρκετοί οι Γερμανοί προπονητές που δοκιμάζουν την τύχη τους σε ξένες εθνικές ομάδες. Οι περισσότεροι δεν υπήρξαν σημαντικοί για τη Γερμανία, και τα media τους έδιναν και τους δίνουν σημασία μόνο αν πετύχουν κάτι σπουδαίο. Ο Σκίμπε είναι αυτής της κατηγορίας, της σειράς”.

 

Θεωρητικώς όλα τα παραπάνω δεν προμηνύουν αποτυχία του Σκίμπε στην Εθνική Ελλάδας. Κι αν κάποιος θέλει να προσεγγίσει οπτιμιστικά την υπόθεση, κάνει τη σκέψη ότι στα 51 του ο Γερμανός κρατά σήμερα στα χέρια του μια από τις τελευταίες μεγάλες ευκαιρίες που θα του δοθούν για να επιτύχει κάτι σημαντικό στην προπονητική, μια από τις τελευταίες ευκαιρίες για να βρεθεί σε Μουντιάλ ως πρώτος προπονητής, και συνεπώς έχει πολύ υψηλό κίνητρο. Ναι, αρκεί όμως να έχει την ικανότητα να αποδειχθεί αποτελεσματικός στην επιβολή της τάξης και της πειθαρχίας στη ζωή μιας εθνικής ομάδας που έζησε σαν ξέφραγο αμπέλι από το καλοκαίρι του 2014 μέχρι τώρα. Η Εθνική ξανάγινε στη διάρκεια της τελευταίας διετίας διαβατήριο για να ξεσκάσουν οι διεθνείς και ειδικά οι “μετανάστες” στα μπουζούκια, και το ξενοδοχείο της ξαναθύμισε πενταήμερη μετά από 14 ολόκληρα χρόνια κατά των οποίων την διάρκεια ήταν αυτό που έπρεπε να είναι: άβατον.

Είναι νωρίς, αλλά τα σημάδια σε αυτό τον τομέα δεν έχουν υπάρξει σπουδαία και ενθαρρυντικά στις πρώτες συγκεντρώσεις της Εθνικής υπό τον Σκίμπε.

Τι θυμάται από τα δείγματα του Γερμανού στον τομέα της πειθαρχίας ο Stephan Uersfeld; “Δεν μπορώ να πω ότι είχε τη φήμη ενός “σκληρού” προπονητή, που έδινε μεγάλη βάση στην πειθαρχία. Θα παραξενευτώ πάρα πολύ αν αποδειχθεί ότι αυτό ήταν βασικό κριτήριο για την πρόσληψή του, θα είναι μια περίεργη, αλλόκοτη πρόσληψη αυτή αν έψαχναν έναν προπονητή με βασικό προτέρημα την επιβολή της πειθαρχίας, έναν Ρεχάγκελ, διότι ο Σκίμπε δεν είχε αυτή τη φήμη”.

Είναι αλήθεια ότι ένας προπονητής έχει ανάγκη από θετικά αποτελέσματα, διότι χωρίς το τσιμέντο των νικών δεν θεμελιώνεται προπονητής που επιχειρεί να υποτάξει το “εγώ” των ποδοσφαιριστών και να τους αλλάξει τη ρουτίνα στον τομέα της πειθαρχίας και των κανόνων συμπεριφοράς. Ο Σκίμπε έχει μπροστά του 60-70 μέρες και 3-4 παιχνίδια για να καταφέρει να δημιουργήσει το μείγμα που θα θεμελιώσει τις αρχές του στην Εθνική. Η αρχή κόντρα στη Γιβραλτάρ την ερχόμενη Τρίτη, και η συνέχεια κόντρα σε Κύπρο (7/10), Εσθονία (10/10) και Βοσνία (13/11) θα καθορίσουν την τύχη του να φτιάξει μια Ελλάδα που θα θυμίζει, έστω σε πειθαρχία, την χρυσή έκδοση που έφτιαξε ο συμπατριώτης του Οτο Ρεχάγκελ και εξέλιξε ο Φερνάντο Σάντος, και φυσικά θα καθορίσουν την επαγγελματική μοίρα του. Οπως κι αν βρέθηκε σε αυτή τη θέση, ο Σκίμπε έχει μια ευκαιρία να αλλάξει προφίλ. Το περισσότερο που μπορούμε να κάνουμε, σήμερα που ο προπονητής δεν μπορεί να αλλάξει, είναι να ευχηθούμε να υπερβεί εαυτόν και να τα καταφέρει, να εκπλήξει ευχάριστα τους συμπατριώτες του και να τους αναγκάσει να του δώσουν σημασία. 

Best of internet