Η απόλυτη φρίκη της «τελικής λύσης»! (gTV & pics)

Η απόλυτη φρίκη της «τελικής λύσης»! (gTV & pics)

Το gazzetta.gr ταξίδεψε με τον Γιώργο Τσακίρη στα στρατόπεδα θανάτου Άουσβιτς – Μπίρκεναου και σας μεταφέρει εικόνες στο βίντεο και στο… χαρτί: «Αδιανόητο, ασύλληπτο, ανατριχιαστικό. Η ιστορία που ΔΕΝ πρέπει να επαναληφθεί»!

Η απόλυτη φρίκη της «τελικής λύσης»! (gTV & pics)

Πώς μπορεί μία (ακόμη) αποστολή για το βασικό στάδιο προετοιμασίας της ΑΕΚ να μετατραπεί στην απόλυτη εμπειρία ζωής; Εύκολα αν βρίσκεσαι στην Πολωνία και απέχεις τρεις ώρες μόλις από το Οσβιέτσιμ, εκεί που δημιουργήθηκαν τα στρατόπεδα θανάτου του Άουσβιτς και του Μπίρκεναου… 

Όφειλα να γράψω αυτό το κείμενο για να το ‘χω έτοιμο μαζί με το βίντεο που θα παρακολουθήσετε (αν δεν το έχετε κάνει ήδη) οπότε άφησα όσες περισσότερες ώρες μπορούσαν να… γλιστρήσουν για να ηρεμήσω. Μα μάταια. Είναι ανέφικτο να ξεπεράσεις το σοκ, να ξεφύγει το μυαλό από τη φρίκη, να μαζέψεις και να συγκεντρώσεις τις σκέψεις σου, να σταματήσεις να πονάς…

Αδιανόητο, ασύλληπτο, ανατριχιαστικό… Κοινότυπο μα τόσο αληθινό το: «δεν το χωράει ανθρώπινος νους». Ξέρω, καταλαβαίνω, είναι δεδομένο πως ΟΛΟΙ έχετε δει ένα ντοκιμαντέρ, μία ταινία, έχετε διαβάσει ιστορία, μαρτυρίες, βιβλία γύρω από όσα συνέβησαν σε Άουσβιτς και Μπίρκεναου… 

Κι όμως αν δεν πάτε εκεί, δεν θα το καταλάβετε ΠΟΤΕ στον βαθμό που οφείλουμε στον εαυτό μας, στην ιστορία και κυρίως στα θύματα, στα τόσα πολλά θύματα και στις οικογένειές τους (σε πρόσωπα που δεν γνωρίστηκαν ποτέ μεταξύ τους)! 

Πώς να καταλάβεις την «τελική λύση» (the final solution) και τη σημασία αυτής αν δεν… βιώσεις όλη τη διαδικασία από την αρχή έως το τέλος. 

«Χριστέ μου δεν μπορεί να έγινε αυτό… Δεν είναι δυνατόν άνθρωπος να κάνει αυτά σε άνθρωπο», είναι οι πρώτες τόσο εύκολες σκέψεις για να ακολουθήσει σιωπή. Θεέ μου αυτή η σιωπή που κάνει τόσο θόρυβο στο κεφάλι μας! Πώς γίνεται, στ’ αλήθεια, πως γίνεται;;; 

Και ακολουθεί η ζάλη, αδικαιολόγητη και τόσο δικαιολογημένη, το… χάσιμο του χρόνου, το… πάγωμα του κορμιού κι ενώ τα ξέρεις όλα, μα όλα, ξανά αυτή η έκφραση της απορίας και της έκπληξης: «είναι δυνατόν;» και πιάνεις τον εαυτό σου χαμένο στο… βυθό του μυαλού σου και βλέπεις την εικόνα σου: δυο χέρια που ακουμπάνε την κορυφή του κεφαλιού αυτόματα όταν αντιλαμβάνεσαι το μέγεθος της φρίκης…

Με χάνετε λίγο; Λογικό είναι κι εγώ χαμένος είμαι… Αλλά θα γίνω λίγο περιγραφικός, πιο συγκεκριμένος, θα το προσπαθήσω διότι δεν γνωρίζω αν μπορώ, οπότε συγχωρήστε με και όσο σας το… επιτρέψω προσπαθήστε να με… ακολουθήσετε σ’ αυτή τη βόλτα που έχει μόνο πόνο, ανατριχίλα και ασύλληπτη βία.

«Η εργασία απελευθερώνει» 

Το σοκ και το… χάσιμο ξεκινάει με το… καλημέρα της ξενάγησης όταν περνάς την είσοδο, την ίδια όπως την έχεις δει σε εικόνες και την έχεις φανταστεί στο μυαλό σου με το ίδιο μήνυμα: «ARBEIT MACHT FREI» το… καλωσόρισμα από το μακρινό 1940 που σήμαινε όταν υποδεχόταν τους αιχμάλωτους: «Η εργασία απελευθερώνει»!

Το «από δω παρακαλώ» του ξεναγού μας δεν είχε καμία σχέση με το βίαιο χτύπημα των στρατιωτών – δεσμοφυλάκων στους εν δυνάμει σκλάβους-φυλακισμένους που μόλις είχαν αφιχθεί, αλλά εμένα το μυαλό μου απλά ξεκινάει να… παντρεύει. Δεν είμαι εκεί πια στο 2016, είμαι σαν «φάντασμα» που παρατηρώ χωρίς να με βλέπουν στο 1940, τώρα είμαι πίσω ολοκληρωτικά και αρχίζει η φρίκη και τα ουρλιαχτά των στρατιωτών.

Η βόλτα στους χώρους προκαλεί σοκ. Η… υποδοχή, οι χώροι διαμονής στα άριστα κτίρια που ‘χε χτίσει ο πολωνικός στρατός για τις ανάγκες του Β΄ Παγκόσμιου πολέμου και στα οποία με την κατάληψη της Πολωνία δημιούργησαν ακόμη και καζίνο οι Γερμανοί για τους φύλακες και τους αξιωματικούς. Και η άλλη πλευρά… Θεέ μου εκείνη η πλευρά!

Οι τόνοι τρίχας, τα κελιά κι ο «Άγγελος θανάτου»!

Οι χώροι με τους ατελείωτους τόνους τρίχας, ανθρώπινου μαλλιού που εκμεταλλεύονταν οι Γερμανοί για να δημιουργούν αρίστης ποιότητας είδη που δεν μπορεί να χωρέσει το μυαλό. Τα ήξερα, μα τώρα τα έβλεπα μπροστά μου, τα ένιωθα, άκουγα το βουβό κλάμα κάθε γυναίκας που την ξύριζαν γουλί, κάθε παιδιού και ανάπηρου, κάθε άνδρα δυνατού και ηλικιωμένου ανθρώπου…

Κι έπειτα τα κελιά, τα χτισμένα και μη! Το κελί της πείνας, εκείνο με το σκοτάδι, οι «τηλεφωνικοί θάλαμοι» όπου έπρεπε να συρθεί ο κρατούμενος για να περάσει μέσα και να σταθεί όρθιος για ατελείωτες ώρες, έπειτα από ατελείωτες, επίσης, ώρες εργασίας. Και δεν ήταν μόνος. Όρθιος μαζί με τρεις ακόμη σε ένα χώρο όσο ένας τηλεφωνικός θάλαμος! 

Δεν αναφέρομαι καν στους κοιτώνες τους, στα… κρεβάτια τους, στην τουαλέτα τους, ούτε καν στο πρωινό (νερό με χρώμα για να το βαφτίσουν τσάι), στο μεσημεριανό (νερό με κάτι σαν γεύση που το βάφτιζαν… σούπα) και ένα ψωμί (δεν πιστεύω να περιμένατε και βραδινό)… Γιατί ήταν… καλύτερα από εκείνα που θα σας διηγηθώ και βλέπετε σε φωτό και βίντεο στο Μπίρκεναου. 

Μετά το μέρος με τις «αθόρυβες» εκτελέσεις και τα βασανιστήρια φτάνουμε στην.. πλατεία. Η πλατεία συγκέντρωσης και απαρίθμησης των κρατούμενων, μια διαδικασία που διαρκούσε καθημερινά 3 με 4 ώρες και ενώ πάντα… έλειπαν τουλάχιστον δεκάδες τη μέρα, πάντα οι κρατούμενοι στον ίδιο αριθμό! 

Και κάπου εκεί, τόσο κοντά μας, δίπλα μας μια ανάσα, ο χώρος του «Άγγελου του Θανάτου», του Γιόζεφ Μένγκελε που έκανε τα ιατρικά του πειράματα για τη δημιουργία της Άριας φυλής με πάνω από 200 Γερμανούς γιατρούς και ερευνητές να συμμετέχουν σε αυτά. 

Πλέον το μυαλό μου πλημμυρίζουν τα ουρλιαχτά μικρών παιδιών τα οποία υποβάλλουν σε εγχείρηση χωρίς αναισθησία εννοείται και αρρωστημένα πειράματα από τους συγκεκριμένους δολοφόνους. Τα ακούω τόσο κοντά μου, δεν μπορεί να συμβαίνει, δεν μπορεί να έχει συμβεί! Πιο δίπλα ο χώρος των δημόσιων (και όχι των βουβών) εκτελέσεων για παραδειγματισμό… Δεν υπάρχει τέλος στην φρίκη, δεν υπάρχει σωτηρία της ψυχής, δεν υπάρχει τίποτα ανθρώπινο εδώ, τίποτα!

Οι θάλαμοι αερίων και οι φούρνοι… 

Κι όμως είμαι ακόμη στην αρχή. Ναι, τώρα όλα αρχίζουν να… σβήνουν. Πλησιάζουμε στην πρώτη αίθουσα αερίων και στους… φούρνους. Σιγή… Δεν ακούγεται κιχ. Ο ξεναγός συννεφιάζει, μας δείχνει την είσοδο έχοντας εξηγήσει νωρίτερα που πάμε και για πρώτη φορά δεν ξαναμιλάει. Σωπαίνει αποδίδοντας φόρο τιμής σε τόσα, μα τόσα θύματα. Κι εμείς; Τι κάνουμε εμείς; 

Εμείς… ακούμε τα πάντα. Κοιτάμε την τρύπα απ’ όπου έριχναν τα αέρια στον χώρο που βρίσκονταν στοιβαγμένοι ζωντανοί – νεκροί. Πιο δίπλα έτοιμοι οι φούρνοι για να «υποδεχτούν» τα άψυχα σώματα από το ζικλόν. Το βλέμμα χάνεται και ακολουθούν οι… φωνές. Τώρα παντού φωνές, ουρλιαχτά, πόνος, θάνατος… Αυτές οι φωνές Χριστέ μου, λες και είσαι εκεί, λες και απλά το παρακολουθείς αποσβολωμένος στη γωνιά…

Τα μισά σας έχω γράψει και… τρέχω να φύγω από κει. Βγαίνουμε στο χώρο της αναμονής και κάτω από ένα δέντρο προσπαθώ (μαζί με τους υπόλοιπους) να συνειδητοποιήσω τι μου συμβαίνει. Οι φωτογραφίες, οι άνθρωποι, όλοι αυτοί οι άνθρωποι (1,3 για την ακρίβεια) δεν είναι εκεί, μα όλοι με «κοιτάνε» τόσο έντονα κι από παντού. 

Μονολογώ περιμένοντας: «Μία ανάσα διάολε, μία ανάσα πάρε για να συνεχίσεις και λίγο το αίμα σου να ζεσταθεί που ‘χει παγώσει». Ακολουθεί άλλωστε το Μπίρκεναου και οι φωτογραφίες που είδες στους χώρους του Άουσβιτς θα πάρουν κι αυτές σάρκα και οστά»…

«Δεξιά οι νεκροί, αριστερά οι μελλοθάνατοι»!

Λίγα, πολύ λίγα όμως, χιλιόμετρα μακριά φτάνουμε στο Μπίρκεναου. Βλέπετε το Άουσβιτς ήταν ο οδηγός για τη δημιουργία ενός στρατοπέδου συγκέντρωσης με περισσότερα από 8 ξεχωριστά κομμάτια (οι ναζί πρόλαβαν να δημιουργήσουν μόνο το 50% και πιστέψτε με δεν το πιάνει το μάτι). 

Είμαστε μπροστά στην είσοδο. Εδώ καταλήγουν οι σιδηροδρομικές γραμμές. Εδώ πλέον φτάνουν όλοι (Εβραίοι από παντού) με σκοπό την θανάτωσή τους αφού πρώτα δουλέψουν σε βαθμό εξόντωσης για να δημιουργήσουν τον τάφο του Έθνους τους… Συγκλονιστικό δεν είναι; 

Στεκόμαστε μπροστά από το βαγόνι, ακριβώς εκεί που μας έδειχνε η φωτογραφία στο Άουσβιτς και στο κτίριο που υπήρχαν χιλιάδες ζευγάρια παπούτσια, βαλίτσες, γυαλιά, ρούχα, ΟΛΑ ανθρώπων που έπαιρναν το βιος τους και μεταφέρονταν απλά αλλού σύμφωνα με την προπαγάνδα των Γερμανών για να μην τους εξαγριώνουν έως ότου φτάσουν στα στρατόπεδα. 

«Εδώ ξεχώριζαν σε διάστημα λεπτών ποιοι θα οδηγηθούν απ’ ευθείας στο θάλαμο αερίων και ποιοι απλά θα σκλαβωθούν μέχρι να ‘ρθει και η δική τους μέρα να συναντήσουν τον δημιουργό τους» μας εξηγεί ο ξεναγός και μας δείχνει το δρόμο που στεκόμαστε: «Αυτοί που οδηγούνται δεξιά πεθαίνουν και εκείνοι που τους δείχνουν αριστερά πάνε στους κοιτώνες», μη φανταστείτε, από μία έως δυο εβδομάδες παραπάνω ζωή είχαν… 

Κλείνεις τα μάτια. Έχεις ανατριχιάσει ολόκληρος, αίμα δεν κυλάει, είσαι παγωμένος και χωρίς ανάσα: σε τούτο το μέρος που πατάς άνδρες και γυναίκες βλεπόντουσαν (έμεναν χωριστά) για τελευταία φορά. Μανάδες και πατεράδες με τα παιδιά τους. Ήταν το σημείο του τελευταίου «αντίο» και ας μην το ήξεραν, ας μην το είχαν φανταστεί. Έβγαιναν από ένα μικρό βαγόνι (που με βία χωρούσε 20 άτομα) περίπου 80 με 100 στοιβαγμένοι… μελλοθάνατοι!

Κι από κει στο πρώτο μαζικό (τεράστιο και βομβαρδισμένο πλέον) θάλαμο αερίων αλλά και ταυτόχρονα τάφο. Θάνατος, κουβάλημα πτώματος, κάψιμο και πάμε πάλι… Πιο δίπλα ένα γκρουπ Εβραίων ψέλνει στα μνημεία και μπροστά μας το απέραντο και ατελείωτο Μπίρκεναου, ενώ διανύουμε τα μέτρα εκείνα που διένυσαν τόσοι και τόσοι εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι…

«Πες μου σε παρακαλώ; Τελειώνουμε

Επίσκεψη στον κοιτώνα, οι ξύλινες τάβλες (όλα τα βλέπετε και στο βίντεο που ετοιμάσαμε) για κρεβάτια που χωρούσαν (είτε το ήθελαν είτε όχι) 5 τουλάχιστον άτομα. Η καθημερινή εργασία, το ξύλο, τα βασανιστήρια, οι μαζικές δολοφονίες (και οι αντίστοιχοι τάφοι - λάκκοι που βρίσκονταν τα πτώματα σε αναμονή για κάψιμο) προκειμένου να συνετιστούν οι υπόλοιποι, οι βιασμοί γυναικών και παιδιών. Πλέον… συμβαίνουν όλα μπροστά μου, δεν αντέχεται!

«Τελειώνουμε; Πες μου σε παρακαλώ; Τελειώνουμε;», η αυθόρμητη ερώτησή μου στον ξεναγό καθώς αποχωρούμε από τον κοιτώνα: «ναι, 2-3 λεπτά για επίλογο δώσε μου, τελειώσαμε» η απάντηση για νιώσω ανακούφιση και ταυτόχρονα τόση ενοχή… 

«Σήμερα είδατε ένα μέρος του Άουσβιτς και του Μπίρκεναου σε διάστημα περίπου τεσσάρων ωρών. Βρεθήκατε εκεί που βρέθηκαν κι εκείνοι. Περπατήσατε και σταθήκατε ακριβώς εκεί που το έκαναν και εκείνοι δείχνοντας μεγάλο σεβασμό και μπράβο σας. Απλά να ξέρετε πως είδατε ελάχιστα, πολύ λίγα πράγματα και δεν γίνεται αλλιώς όταν πρόκειται για μία ξενάγηση 4 και κάτι ωρών… Ούτε δυο μέρες δεν αρκούν άλλωστε, ωστόσο, τώρα ξέρετε, έξω από όσα είχατε δει, διαβάσει, μάθει και ακούσει, τώρα και μόνο τώρα ξέρετε»… 

Πέντε με δέκα δευτερόλεπτα απόλυτης βουβαμάρας απ’ όλους στο γκρουπ είναι αρκετά και τα μάτια υγρά… Οι εικόνες είναι ζωντανές πια, όλα γύρω μιλάνε και δεν λένε… τίποτα μα είναι τόσο εκκωφαντικός ο θόρυβος. Ξανά αυτή η ζάλη, ο αέρας δεν με γλιτώνει από τον κρύο ιδρώτα που με ταλαιπωρεί και όλα τελειώνουν όπως άρχισαν απλά: Αδιανόητο, ασύλληπτο, ανατριχιαστικό… Κοινότυπο μα τόσο αληθινό το: «δεν το χωράει ανθρώπινος νους», η απόλυτη φρίκη!

Επιτρέψτε μου να ζητήσω ταπεινά συγνώμη αν σας κούρασα, μα δεν γινόταν αλλιώς. Γράφτηκε όπως έπρεπε, πειθαρχημένα όσο και άναρχα, άτακτα, συναισθηματικά…

Δυστυχώς χρόνια πολλά έπειτα από όλα αυτά φαίνεται πως ξεχάσαμε την ιστορία μας και αυτή δεν θα αργήσει να επαναληφθεί. Στη χώρα μας και τόσες άλλες ανθεί καιρό τώρα το φαινόμενο του εθνικισμού και του φασισμού με αρκετούς πλέον υποστηρικτές. Είμαστε τουλάχιστον υποχρεωμένοι στις επόμενες γενιές, σε εμάς και κυρίως στα θύματα (που ήταν μωρά, παιδιά, γυναίκες, άνδρες, ηλικιωμένοι, ανάπηροι) και τις οικογένειές τους να κάνουμε ότι περνάει από το χέρι μας για να μάθουν ΟΛΟΙ και να καταλάβουν. 

Είναι η υποχρέωσή μας αυτή απέναντι στην ιστορία που ΔΕΝ πρέπει (απαγορεύεται για την ακρίβεια) να επαναληφθεί…

Επιμέλεια - Μοντάζ: Δημήτρης Ρούσσος

Best of internet