Η πιο στενάχωρη επέτειος του Euro 2004

Η πιο στενάχωρη επέτειος του Euro 2004

Οπως κάθε χρόνο τέτοια μέρα, ο Βασίλης Σαμπράκος κοιτάζει τα ενθύμιά του από την Πορτογαλία, και γράφει για την πιο βαριά επέτειο λόγω της σημερινής κατάστασης της Εθνικής Ομάδας.

Η πιο στενάχωρη επέτειος του Euro 2004

Ημουν από τα πρώτα μου χρόνια στην αθλητική δημοσιογραφία συλλέκτης αντικειμένων. Στην πραγματικότητα ήμουν και από πριν, σχεδόν από τα παιδικά μου χρόνια. Φρόντιζα πάντοτε να κρατώ πράγματα που ήταν συνδεδεμένα είτε με έντονες αθλητικές αναμνήσεις είτε αποτελούσαν ενθύμια της συνάντησής μου με πρόσωπα του αθλητισμού που θαύμαζα πιτσιρίκος. Θυμάμαι διάφορους επικούς καυγάδες με τη μητέρα μου κάθε φορά που ανακάλυπτα ότι σε μια ακόμη επιδρομή εκκαθάρισης του δωματίου μου είχε πετάξει τα αυτόγραφα που με πολύ κόπο είχα συλλέξει ή τις – χάρτινες – φωτογραφίες που είχα καταφέρει να βγάλω στο γήπεδο ή σε μια προπόνηση με κάποιο από τα ινδάλματα των παιδικών μου χρόνων. Συγκινούμαι ακόμη και σήμερα κάθε φορά που το άνοιγμα μιας κούτας ή ενός συρταριού με ξανακάνει 15 χρονών και με βοηθά να ξαναζήσω ορισμένες από τις καλύτερες αθλητικές αναμνήσεις μου.

Μ' αυτό τον πρόλογο μπορείς να καταλάβεις τι με είχε πιάσει στις 4 Ιουλίου του 2004, από το πρωί που προσγειώθηκα στη Λισσαβόνα για να ζήσω τον τελικό του Euro. Καλά φαντάζεσαι, είχα ήδη εξασφαλίσει τα πρώτα αναμνηστικά από την προηγούμενη επίσκεψή μου στην Πορτογαλία για τον προημιτελικό με την Γαλλία. Δεν μου ήταν όμως αρκετά. Από αυτό το ταξίδι, της 4ης Ιουλίου, που το έκανα αυθημερόν, επιστρέφοντας στην Αθήνα τα ξημερώματα της 5ης Ιουλίου προκειμένου να προλάβω να είμαι εκεί και στο Παναθηναϊκό Στάδιο, πρέπει να κράτησα και τις χαρτοπετσέτες. Κι έκτοτε κάθε χρόνο τέτοια μέρα πιάνω τον εαυτό μου να συμπεριφέρεται σαν τύπος με στερητικά σύνδρομα. Αναζητώ με την ίδια ανυπομονησία και λαχτάρα τα αναμνηστικά μου, παρ' όλο που ξέρω πολύ καλά πού τα έχω κρύψει και δεν ανησυχώ για την πιθανότητα να έχουν πέσει θύματα μιας νέας επιχείρησης “σκούπα”. Σαν παιδί, τα απλώνω μπροστά μου, τα αγγίζω, τα καμαρώνω, συγκινούμαι, ταξιδεύω, πάω πίσω, ξαναζώ τις στιγμές της καλύτερης αθλητικής ιστορίας που έχω καταφέρει να ζήσω σε περίπου τρεισήμισι δεκαετίες που νιώθω και καταλαβαίνω τον ελληνικό αθλητισμό.

Τι αλλάζει στην εξέλιξη του χρόνου; Οχι αυτό που κανείς φαντάζεται επειδή συνήθως συμβαίνει όταν ξαναζείς παλιές ιστορίες. Δεν έχω ξεχάσει τις λεπτομέρειες. Παρ' όλο που η μνήμη μου ανταγωνίζεται σε αδυναμία αυτή του χρυσόψαρου, θυμάμαι όλες τις “Euro 2004” ιστορίες, δηλαδή όλα όσα βίωσα στην παράλληλη ζωή μου με τους Πρωταθλητές Ευρώπης από το 2001 μέχρι το 2004 που συνέχιζα να καλύπτω το ρεπορτάζ της Εθνικής Ομάδας για “Το Βήμα”. Συμβαίνει άλλωστε να εντυπώνονται στην μνήμη των ανθρώπων με λεπτομέρεια οι ιστορίες που τους σημάδεψαν. Εκτός των άλλων, αγωνίζομαι να μην ξεχνώ, και γι' αυτό φρεσκάρω τις ιστορίες σε κάθε ευκαιρία συναναστροφής με τα παιδιά του 2004 και επειδή έχω πάντοτε στο μυαλό μου να γράψω ένα διήγημα για την μεγαλύτερη αθλητική στιγμή στην ιστορία της Ελλάδας.

Αυτό που αλλάζει, χρόνο με τον χρόνο, είναι το μέγεθος της θλίψης. Ο καημός ότι δεν μας έμεινε τίποτε άλλο εκτός από τις αναμνήσεις και τα κειμήλια. Η μαυρίλα που πηγάζει από την διαπίστωση ότι οι προφήτες του 2004, δηλαδή οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές που από εκείνο τον καιρό, πάνω στις στιγμές του πανηγυρισμού, δήλωναν δημόσια την πεποίθησή τους ότι “αυτή η επιτυχία δεν θα αλλάξει το ελληνικό ποδόσφαιρο” έπεσαν μέσα. Στην πραγματικότητα μάλιστα ούτε αυτοί έπεσαν μέσα, διότι αυτό το ελληνικό ποδόσφαιρο που ζουν σήμερα έχει ξεπεράσει σε ξεπεσμό και την δική τους φαντασία.

Η φετινή επέτειος είναι μακράν της δεύτερης η πιο βαριά, η πιο στενάχωρη από όσες ζήσαμε μέχρι σήμερα. Κι αυτό διότι τούτες τις μέρες κυλάει το Euro 2016 με όλους εμάς, τους Ελληνες, να αρκούμαστε στον ρόλο του τηλεθεατή, και με όλους εμάς, που παρατηρούμε πιο στενά την ζωή του ποδοσφαίρου, να ζούμε με την ανησυχία ότι στο εξής αυτό, το να ζούμε από μακριά τις μεγάλες ποδοσφαιρικές διοργανώσεις, θα μας γίνει συνήθεια.

Σε μια κουβέντα με έναν 16χρονο ποδοσφαιρόφιλο, τον άκουσα να μου λέει “θα ήθελα πολύ να είχα γεννηθεί 16 χρόνια νωρίτερα από το έτος γέννησής μου, δηλαδή γύρω στο 84”. Προτού προλάβω να ρωτήσω “γιατί;”, μου έδωσε την απάντηση: “για να ήμουν 20αρης το 2004, για να είχα ζήσει, είτε από μακριά είτε από κοντά, την Ελλάδα να γίνεται πρωταθλήτρια Ευρώπης, για να την είχα νιώσει αυτή τη χαρά”. Θα ήθελα πολύ να του υποσχεθώ ότι θα έχει την ευκαιρία να το ζήσει. Δεν μπορούσα όμως να του τάξω ούτε ότι θα ξαναζήσει Euro ή Μουντιάλ με την Ελλάδα παρούσα, διότι δεν τους κοροϊδεύεις τους σημερινούς 16αρηδες.

Πάντα η 4η Ιουλίου ήταν, για όλους εμάς που ασχολούμαστε με το ελληνικό ποδόσφαιρο, ημέρα περισυλλογής. Ηταν όμως άλλο το βάρος και άλλη η διάσταση και η ένταση της περισυλλογής μέχρι το 2014, κι αυτό επειδή η Εθνική Ομάδα λειτουργούσε και κατάφερνε να παραμένει ξένη με το ελληνικό ποδόσφαιρο και να μας επιτρέπει να ζούμε με την ψευδαίσθηση ότι το εθνικό ποδόσφαιρο θα παραμείνει ανεπηρέαστο από την εθνική ποδοσφαιρική παρακμή. Γι' αυτό η τελευταία διετία πονάει πιο πολύ. Οσα ζούμε από την εποχή που η Εθνική άρχισε να παραπαίει κάνουν αυτή την ανάμνηση όλο και πιο βαριά. Σήμερα το όραμά μας μπορεί να είναι μόνο ένα: να ξαναγίνει η έκπληξη και να ξαναρχίσει η Εθνική Ομάδα να ζει και να λειτουργεί σαν ξένη με το ελληνικό ποδόσφαιρο. Αν το θεωρώ πιθανό; Θα δώσω σύντομα την απάντησή μου σε ένα επόμενο σημείωμα, πριν από την έναρξη των προκριματικών του Μουντιάλ 2018. Σήμερα μένω στην ευχή να ξανασυμβεί.  

Best of internet