Μια συζήτηση για την γερμανική προπονητική με τον “Ελληνα Νάγκελσμαν”

Ο Βασίλης Σαμπράκος συζητά με τον Αργύρη Γιαννίκη, έναν συμμαθητή των Νάγκελσμαν και Τεντέσκο στην σχολή της Κολωνίας, για την στρατηγική επιλογή του γερμανικού ποδοσφαίρου να επενδύει σε 30αρηδες προπονητές που έχουν προϋπηρεσία σε ακαδημία. 

Μια συζήτηση για την γερμανική προπονητική με τον “Ελληνα Νάγκελσμαν”

Η Σάλκε ήταν μια από τις ομάδες που ήμουν περίεργος να συναντήσω στην πρεμιέρα της Μπουντεσλίγκα, αφενός επειδή αντιμετώπιζε την περσινή ομάδα – έκπληξη, τη Λειψία και αφετέρου επειδή ο Ντομένικο Τεντέσκο, ο νέος της προπονητής, είναι μια από τις πιο ενδιαφέρουσες περιπτώσεις αυτή την εποχή στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο. Ο Γερμανοϊταλός προπονητής έκανε ντεμπούτο στην Μπουντεσλίγκα στον πάγκο ενός ιστορικού συλλόγου προτού συμπληρώσει τα 32 του χρόνια. Είναι η συνέχεια που δίνει η γερμανική αγορά του ποδοσφαίρου στο “φαινόμενο Νάγκελσμαν”, δηλαδή ο επόμενος νεαρός προπονητής χωρίς σημαντική ποδοσφαιρική καριέρα που παίρνει την ευκαιρία του στην Μπουντεσλίγκα.

Αυτό που άρχισε να συμβαίνει στο γερμανικό πρωτάθλημα λόγω του ρεύματος που δημιούργησε από το 2009 ο Τόμας Τούχελ, ο πρώτος που πήρε σε νεαρή ηλικία (ήταν τότε 36 ετών) και δίχως σημαντική ποδοσφαιρική καριέρα πίσω του την ευκαιρία να καθοδηγήσει μια ομάδα (τη Μάιντς) στην Μπουντεσλίγκα, έχει αρχίσει να τραβά όλο και περισσότερο την προσοχή της υπόλοιπης Ευρώπης. Τον ακολούθησε ο Μάρκους Γκίστολ και ο Μάρκους Καουζίνσκι, που δεν υπήρξαν σημαντικοί ποδοσφαιριστές και είχαν υπάρξει προπονητές ακαδημίας προτού πάρουν την ευκαιρία πάγκου πρώτης ομάδας. Κι έπειτα ήρθε ο Νάγκελσμαν, για να λάμψει κατά τη διάρκεια της περσινής σεζόν με την Χόφενχάιμ και να δώσει ακόμη μεγαλύτερη ένταση στο νέο ρεύμα της αντίληψης περί της μεθόδου που πρέπει να ακολουθήσει ένας σύλλογος για να δημιουργήσει έναν προπονητή.

“Οι Γερμανοί έχουν πλέον αρχίσει να επενδύουν πάνω στην αντίληψη ότι ο ιδανικός δρόμος προετοιμασίας ενός προπονητή για την πρώτη ομάδα, στην εποχή που οι σύλλογοι βάζουν σε προτεραιότητα την ανάδειξη και εξέλιξη ποδοσφαιριστών προκειμένου να τους μεταπωλούν, είναι η εκπαίδευσή του στην ακαδημία. Η εμπειρία που αποκτά ένας προπονητής δουλεύοντας με ποδοσφαιριστές κάτω των 20 ετών, που έχουν ανάγκη να καλύψουν αδυναμίες, να δουλέψουν για την βελτίωση των δεξιοτήτων τους και να αποκτήσουν τακτική κουλτούρα, είναι σήμερα πιο χρήσιμη για τη θέση του προπονητή μιας ομάδας συγκριτικά με την εμπειρία που μπορεί να έχει ένας πρώην μεγάλος ποδοσφαιριστής που δεν έχει περάσει από αυτά τα στάδια ωρίμανσης και εκπαίδευσης ως προπονητής”, μου εξήγησε ο Αργύρης Γιαννίκης. Ομως εδώ πρέπει να σας εξηγήσω ποιος είναι ο Γιαννίκης, στην περίπτωση που δεν τον έχετε ανακαλύψει, που είναι και το πιθανότερο.

Ο 37χρονος προπονητής, κάτοχος του υψηλότερου διπλώματος της προπονητικής στη Γερμανία (Fußballehrer), το οποίο πήρε από μια εκ των κορυφαίων σχολών στον κόσμο, της Κολωνίας, είναι μια ελληνική έκδοση Νάγκελσμαν, δηλαδή ένας προπονητής που δεν υπήρξε σημαντικός ποδοσφαιριστής και πήρε στα χέρια του πρώτα τις U19 εκδόσεις της Καρλσρούης προτού φτάσει, ως βοηθός του Καουζίνσκι, στη θέση του βοηθού προπονητή μέχρι την Μπουντεσλίγκα, στον πάγκο της Ινγκολσταντ.

Είναι δεδομένο ότι η επιτυχία του Νάγκελσμαν “ευθύνεται” για αυτή την ενθάρρυνση των διευθυντών των συλλόγων της Μπουντεσλίγκα και την ένταση του ρεύματος πρόσληψης νεαρών προπονητών. Μετά από αυτόν προσελήφθη ο (37χρονος σήμερα) Αλεξάντερ Νούρι από την Βέρντερ, ο (36χρονος σήμερα) Χάνες Βολφ από την Στουτγκάρδη, ο (38χρονος σήμερα) Μάνουελ Μπάουμ από την Αουγκσμπουργκ, ο (38χρονος σήμερα) Σάντρο Σβαρτζ από την Μάιντς, και ο Ντομένικο Τεντέσκο από την Σάλκε. Σκέψου το λίγο, οι 6 εκ των 18, δηλαδή το 1/3 των συλλόγων της Μπουντεσλίγκα έχουν εμπιστευθεί την φετινή επένδυση σε έναν προπονητή 30+ ετών, που δεν έχει προϋπάρξει σημαντικός ποδοσφαιριστής και έχει αποκτήσει προπονητική εμπειρία στις U19 ομάδες. Ολο αυτό δεν συνέβη τυχαία, αλλά με επιλογή, δηλαδή με σχέδιο. Από το 2002 το γερμανικό ποδόσφαιρο άλλαξε τις προδιαγραφές στην προπονητική και δημιούργησε την πιο απαιτητική σχολή προπονητών στην Ευρώπη. Για να αντιληφθείς τη διαφορά αρκεί το παράδειγμα του UEFA Pro διπλώματος: στην Ελλάδα σου χρειάζονται συνολικά 2 μήνες μαθημάτων (σε διάρκεια μιας 2ετιας) και περίπου 3000 ευρώ για τα δίδακτρα. Στην Γερμανία χρειάζεται να καθίσεις για 11 – σερί – μήνες στα έδρανα της σχολής της Κολωνίας και να πληρώσεις περί τα 20.000 ευρώ για τα δίδακτρα. Το επόμενο στρατηγικό βήμα ήταν να η εξέλιξη των ακαδημιών σε περιβάλλον εκπαίδευσης και εξέλιξης των προπονητών. Οι σύλλογοι άρχισαν να προσλαμβάνουν τους αριστούχους της σχολής της Κολωνίας, στην ηλικία των +- 25 ετών, και να τους δίνουν τις U17 & U19 εκδόσεις τους. Κι όταν ο Τούχελ άρχισε να τους δείχνει, με τη δουλειά του στη Μάιντς, ότι αυτός ο δρόμος, της εκπαίδευσης ενός αριστούχου της θεωρίας στην πρακτική των ακαδημιών, οι Γερμανοί συνέχισαν. Και εγένετο ο Νάγκελσμαν.

“Οταν παίρνεις μια U19 ομάδα στα χέρια σου, καλείσαι να πάρεις αποφάσεις για μια ομάδα με μπάτζετ που ξεπερνά τα 500.000 ευρώ, και στην πραγματικότητα όλη αυτή η εμπειρία είναι ένας εξομοιωτής συνθηκών πρώτης ομάδας, την ίδια ώρα που εσύ ως προπονητής έχεις πάντοτε σε προτεραιότητα την ατομική εξέλιξη των ποδοσφαιριστών και την βελτίωσή τους προκειμένου να προβιβασθούν. Γι' αυτό όλη αυτή η εμπειρία αποδεικνύεται σημαντικό εφόδιο για έναν προπονητή που φτάνει να καθίσει ως πρώτος στον πάγκο ενός συλλόγου της Μπουντεσλίγκα”, μου εξήγησε ο Γιαννίκης.

Ο “baby Mourinho”, όπως έχει βαφτιστεί από τους αναλυτές του γερμανικού ποδοσφαίρου, Νάγκελσμαν δεν είναι μια απλή περίπτωση. Ηταν παιδί – θαύμα της σχολής στην Κολωνία (με βαθμολογία που ξεπέρασε το “άριστα”, όπως και αυτή του συμμαθητή του, του Ντομένικο Τεντέσκο που προσελήφθη από την Σάλκε). Ο Νάγκελσμαν είχε έπειτα την τύχη να πέσει πάνω στον Τούχελ, που λειτούργησε ως μέντοράς του, και στη συνέχεια πάνω στον Μπέρνχαρντ Πίτερς, δηλαδή πάνω σε έναν εκ των πιο επιτυχημένων προπονητών στην ιστορία του ευρωπαϊκού χόκεϊ, ο οποίος στην συνέχεια της καριέρας του έγινε εκπαιδευτής προπονητών και εξελίχθηκε σε ινστρούχτορα του 30χρονου προπονητή. Οι ατζέντηδες είδαν πολύ γρήγορα χρυσάφι στο πρόσωπο του Νάγκελσμαν, και αυτός που κατάφερε να τον κερδίσει, ο Μαρκ Κόζικε, που είναι ο ατζέντης του Γιούργκεν Κλοπ, τον παρέδωσε στην εταιρεία συμβούλων Επικοινωνίας που “ευθύνεται” για την καλλιέργεια και την εξέλιξη του χαρίσματος που έχει ο σημερινός προπονητής της Λίβερπουλ στην επικοινωνία. Οι Γερμανοί έχουν επενδύσει πολλά πάνω στον Νάγκελσμαν. Το ίδιο και οι Γερμανοί προπονητές της νέας γενιάς, αυτοί που ποντάρουν στην επιτυχία των έξι 30+ προπονητών που σήμερα μανατζάρουν ομάδες της Μπουντεσλίγκα με την ελπίδα να πάρουν και εκείνοι την ευκαιρία τους.

Δεν θα μπω στη διαδικασία της σύγκρισης της γερμανικής και της ελληνικής αντίληψης για τον ιδανικό τύπο προπονητή. Θα κάνω κάτι απλούστερο: θα σας πω ότι ο Αργύρης Γιαννίκης παραμένει “άγνωστη λέξη” για την αγορά του ελληνικού ποδοσφαίρου, δηλαδή ότι για τον τρίτο Ελληνα που έχει αποφοιτήσει από τη σχολή της Κολωνίας (ο πρώτος ήταν κάποτε ο Βασίλης Δανιήλ, και ο δεύτερος είναι ο πρώην συνεργάτης του Σκίμπε στην Εθνική, Ηρακλής Μεταξάς) δεν έχει ενδιαφερθεί ποτέ, ούτε φιλολογικά, μια ελληνική ομάδα, ή τουλάχιστον δεν τον έχει προσεγγίσει. Κι όταν αύριο ο Γιαννίκης θα πάρει την ευκαιρία του στην Γερμανία, ή την Αγγλία, εκεί όπου αναζητεί ο ατζέντης του έναν σύλλογο που θα του εμπιστευθεί τη θέση του πρώτου προπονητή, οι Ελληνες θα συζητάμε για έναν προπονητή που “είχαμε στα πόδια μας και δεν του δώσαμε σημασία”. 

Best of internet