Μια δίκη που δεν αφορά το ελληνικό ποδόσφαιρο, παρά μόνο αυτούς που δικάζονται

Μια δίκη που δεν αφορά το ελληνικό ποδόσφαιρο, παρά μόνο αυτούς που δικάζονται

Μετά από μια ακόμη εμπειρία παρουσίας στο δικαστήριο που δικάζει τα “στημένα” του 2011, ο Βασίλης Σαμπράκος γράφει για τη σημερινή στάση της - διορισμένης από τη FIFA – διοίκησης της ΕΠΟ, που μιμείται τους προηγούμενους και δεν σκαλίζει τις δικαστικές υποθέσεις που αφορούν το ποδόσφαιρο για να επιβάλλει πειθαρχικές ποινές και να αρχίσει την αυτοκάθαρση.

Μια δίκη που δεν αφορά το ελληνικό ποδόσφαιρο, παρά μόνο αυτούς που δικάζονται

Περίμενα, για λόγους αρχής, να περάσει το σημερινό πρωινό και να βρεθώ στην αίθουσα τελετών του δικαστικού μεγάρου, που έχει μετατραπεί σε αίθουσα εκδίκασης της υπόθεσης των “στημένων αγώνων” της περιόδου 2008-2001 από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων για να καταθέσω, προτού βάλω σε ένα σημείωμα όσα με βάζει να σκέφτομαι αυτό που σήμερα εξελίσσεται σε σχέση με εκείνη την υπόθεση που είχε κάνει τόσο θόρυβο το καλοκαίρι του 2011.

Προτού πάω παρακάτω, θέλω να γράψω δυο λόγια για τη φωτογραφία που βλέπεις παραπάνω, διότι στα δικά μου μάτια αυτή η εικόνα είναι απολύτως αντιπροσωπευτική αυτού που σήμερα συμβαίνει σε σχέση με την λειτουργία της Δικαιοσύνης. Μια τόσο μεγάλη αίθουσα, χωρητικότητας εκατοντάδων ανθρώπων, μπαίνει σε λειτουργία για μια υπόθεση της οποίας οι συνεδριάσεις δεν μαζεύουν ούτε καν τους 67 κατηγορούμενους. Διότι στην πραγματικότητα, περίπου 6 χρόνια μετά, έχει φτάσει να απασχολεί μόνο αυτούς, ή για την ακρίβεια μόνο κάποιους εξ αυτών, δηλαδή αυτούς που έχουν ακούσει τις βαρύτερες κατηγορίες και καίγονται να αθωωθούν. Το ελληνικό κράτος ξοδεύει ένα σωρό λεφτά για να καλύπτει τα έξοδα για την διεξαγωγή και την ολοκλήρωση μιας δίκης που θα γίνεται επί μήνες, και αυτό συμβαίνει σε μια εποχή που το πετρέλαιο δεν είναι αρκετό για να εξασφαλίσει επαρκή θέρμανση στις δικαστικές αίθουσες. Ακουγα κάποτε το “τα δικαστήρια υπάρχουν για να κερδίζουν πολλά χρήματα οι δικηγόροι”. Σε αυτό θα συμπλήρωνα και το “για να χάνει ασκόπως λεφτά το κράτος, δηλαδή για να ξοδεύει τα δικά σου λεφτά συχνά μόνο για το θεαθήναι”. Κι αυτή ήταν εξαρχής μια τέτοια υπόθεση, για το θεαθήναι. Κι έχει καταλήξει σε μια υπόθεση με τρεις – κυρίες – δικαστίνες που προσπαθούν να βρουν περιεχόμενο σε μια δικογραφία αδειανή από αποδεικτικά στοιχεία που τεκμηριώνουν τις κύριες κατηγορίες που έχουν απαγγελθεί στους βασικούς κατηγορούμενους, αν κρίνω από όσα έχουν γίνει γνωστά, δηλαδή από όσα περιλαμβάνονται στη δικογραφία.

Δεν την παρακολουθώ αυτή τη δίκη, όπως κάνει η συντριπτική πλειονότητα όσων ασχολούνται με το ελληνικό ποδόσφαιρο. Δεν αφορά άλλωστε αυτσή η υπόθεση το ελληνικό ποδόσφαιρο. Εκείνο, το ποδόσφαιρο, σε αντίθεση με τα πολιτικά δικαστήρια, δεν καθυστέρησε να πάρει αποφάσεις και να δείξει τη θέση και τη στάση του απέναντι σε όλα τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν από εισαγγελείς και ανακριτές. Από τον Ιούνιο του 2011 η διοίκηση του ελληνικού ποδοσφαίρου απέδειξε ότι δεν είχε απολύτως καμία διάθεση να καθαρίσει και να απομακρύνει, επιβάλλοντας πειθαρχικές ποινές, αυτούς που διέφθειραν το άθλημα και το πρωτάθλημα. Και έδειξε πολύ μεγάλη συνέπεια, και με μεγάλο ζήλο, σε αυτή τη στάση. Δεν παρέκκλινε ποτέ. Κι όχι μόνο δεν προσπάθησε ποτέ να καθαρίσει, αλλά έκανε και το ακριβώς αντίθετο, προσπάθησε με κάθε τρόπο να συντηρήσει το καθεστώς και να συνεχίσει να εξυπηρετεί τα συμφέροντα του κατεστημένου.

Αυτή η υπόθεση δεν αφορά ούτε την πλατιά μάζα των ποδοσφαιρόφιλων. Και αυτοί έχουν ακούσει, έχουν διαβάσει, έχουν ζήσει, και έχουν αποφασίσει. Γι' αυτό και έχουν καταδικάσει στη συνείδησή τους τον ελληνικό κόσμο του ποδοσφαίρου. Γι' αυτό είναι τόσο ραγδαία και δραματικά μεγάλη η πτώση της απήχησης του ελληνικού ποδοσφαίρου στη διάρκεια της τελευταίας 10ετίας. Γι' αυτό σε κάθε δημοσκόπηση ο κόσμος απαντά, με συντριπτικά ποσοστά, ότι ζει με την αίσθηση ότι το ελληνικό ποδόσφαιρο είναι βρώμικο. Γι' αυτό δεν πατάει στα γήπεδά του.

Είτε βγουν όλοι αθώοι, είτε βγουν όλοι ένοχοι από την αίθουσα τελετών, η ολοκλήρωση της εκδίκασης και η έκδοση της απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων δεν θα προσθέσει απολύτως τίποτα στην ιστορία και στην προοπτική του ελληνικού ποδοσφαίρου. Το ελληνικό ποδόσφαιρο τις έχει εκδώσει τις αποφάσεις του για αυτή την υπόθεση από το 2011. Και δεν τις άλλαξε ποτέ. Στην πραγματικότητα αρνείται να τις αλλάξει ακόμη και σήμερα, στο 2017, κι ενώ λειτουργεί υπό το καθεστώς της Προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής που όρισαν οι FIFA & UEFA. Σήμερα η Επιτροπή Δεοντολογίας της ΕΠΟ, της οποίας την ουσιαστική λειτουργία κόπιασε να επιβάλει ο προηγούμενος υφυπουργός Αθλητισμού Σταύρος Κοντονής, έχει βάλει άλλες προτεραιότητες. Φέρεται να ασχολείται με τα πεπραγμένα της τελευταίας εκλεγμένης διοίκησης της ΕΠΟ. Δεν έχει βρει χρόνο να ασχοληθεί με τις ανοιχτές δικαστικές υποθέσεις του ελληνικού ποδοσφαίρου για να φτάσει σε συμπέρασμα και αποφάσεις σχετικά με το αν πρέπει ή όχι να επιβάλει πειθαρχικές ποινές στους εμπλεκόμενους. Με απλά λόγια, είτε μιλάει αγγλικά είτε μιλάει ελληνικά, το ελληνικό ποδόσφαιρο αρνείται να αυτοκαθαριστεί. Και επειδή η ελληνική Δικαιοσύνη την έχασε την ευκαιρία της το 2011, όταν διέκοψε την έρευνα προτού συλλέξει τα απαραίτητα στοιχεία για να δέσει τις κατηγορίες, η φίλαθλη κοινωνία δεν μπορεί να περιμένει από κανέναν, δεν μπορεί να ποντάρει σε κανέναν. Ή μάλλον μπορεί να ποντάρει, αλλά μόνο με “1 ημίχρονο, 2 τελικό” πονταρίσματα.

Περίπου 3,5 χρόνια πίσω, είχα ρωτήσει την πρόεδρο του δικαστηρίου που δίκαζε το πρώτο μέρος αυτής της υπόθεσης, με βασικό κατηγορούμενο τον Μάκη Ψωμιάδη, πώς είναι δυνατόν να μην έχουν κληθεί ως μάρτυρες σε αυτή την υπόθεση οι φυσικοί πρωταγωνιστές του ποδοσφαίρου, δηλαδή οι ποδοσφαιριστές, δεδομένου ότι δίχως την συμμετοχή τους είναι αδύνατον να “στηθεί” ένα ποδοσφαιρικό παιχνίδι. Η ουσιαστική ερώτηση βεβαίως δεν είναι αυτή. Η πραγματική και ουσιαστική απορία είναι η σχετική με το πώς είναι δυνατόν να μην είχαν κληθεί ποδοσφαιριστές και διαμεσολαβητές ποδοσφαιριστών στο στάδιο της προανάκρισης. Κι ακόμη περισσότερο, πώς ήταν δυνατόν να μην παρακολουθούνταν τα τηλέφωνα των ποδοσφαιριστών κατά τη διάρκεια της έρευνας και των νόμιμων υποκλοπών από τους κοριούς; Και πώς είναι δυνατόν να βρίσκονται σήμερα στη λίστα των μαρτύρων ένα σωρό τύποι σαν κι εμένα, που δεν έχουν στοιχεία για να καταθέσουν, και να μην καλούνται όλοι οι επιχειρηματίες του ποδοσφαίρου – ιδιοκτήτες των ΠΑΕ εκείνης της εποχής και όλοι οι κρατικοί λειτουργοί που ασχολούνταν με το ποδόσφαιρο εκείνη την εποχή;

Δεν έχω την αυθεντία και την επάρκεια για να κρίνω τη λειτουργία της Δικαιοσύνης στην Ελλάδα. Στη διάρκεια της τελευταίας 10ετίας όμως έχω κάνει κάτι σαν μια μικρή διατριβή πάνω στο θέμα των εισαγγελικών ερευνών που έχουν επιχειρηθεί στο πεδίο του ποδοσφαίρου. Κι όλα όσα έχω ακούσει από αυτούς που έπραξαν ή έζησαν τις έρευνες από μέσα με αφήνουν με το συμπέρασμα ότι όλα είχαν τους σκοπούς, που υπηρετήθηκαν, και τους στόχους, που επετεύχθησαν. Απλώς έτυχε ανάμεσα στους σκοπούς και τους στόχους να μην ήταν ποτέ η κάθαρση του ελληνικού ποδοσφαίρου. 

Best of internet