Tanti auguri μεγάλε Γιώργαρε!

Ο Σταύρος Σουντουλίδης, καθοδόν για τη Φλωρεντία, συνδέει τα σημερινά 70α γενέθλια του Γιώργου Κούδα με την πρωτεύουσα της Τοσκάνης, εκεί όπου ο ΠΑΟΚ παίζει τα ρέστα του στο Γιουρόπα Λιγκ. 

Tanti auguri μεγάλε Γιώργαρε!

Ο «Μεγαλέξανδρος» του ΠΑΟΚ σβήνει το 70ο κεράκι στην τούρτα των γενεθλίων του, την ίδια ώρα που ο «Δικέφαλος» ανοίγει φτερά και πετάει σε λίγο για τη Φλωρεντία και σε λίγες ώρες πατάει στο χορτάρι του «Αρτέμιο Φράνκι» για δεύτερη φορά (η πρώτη ήταν στις 6 Νοεμβρίου του 2014 και το 1-1) στην ευρωπαϊκή ιστορία του.

Η πόλη που γέννησε τον Μποτιτσέλι και που μεγαλούργησε ο Μιχαήλ Άγγελος, το λίκνο της Αναγέννησης, ήταν ανέκαθεν αγαπημένος προορισμός για τον Γιώργο Κούδα και τη σύζυγο του, Μαρίζα, όχι απαραίτητα για τα μνημεία και τα μουσεία της, αλλά για επαγγελματικούς λόγους αφού για πολλά χρόνια η εισαγωγή ιταλικών ρούχων ήταν must για την αγορά της Βορείου Ελλάδας.

Παράλληλα, το πιο λαμπρό δεκάρι του μακεδονικού φουτμπόλ φρόντιζε ανέκαθεν την εμφάνιση του. Ντυνόταν στην τρίχα. «Είτε είχα λίγα, είτε άλλες φορές περισσότερα χρήματα, το ντύσιμο μου ήταν πάντα προσεγμένο, μου άρεσε το κομψό, μοντέρνο ντύσιμο», εξιστορεί στο βιβλίο «της ζωής μου το παιχνίδι». Με το που ήρθε η κρίση στην Ελλάδα, κόπηκαν τα «σούρτα φέρτα» στη γειτονική χώρα και ο μεγάλος σταρ των γηπέδων έμεινε με τις καθαρά ποδοσφαιρικές αναμνήσεις από την πόλη των «βιόλα», καθώς δεν ξαναπάτησε το πόδι του σε κάποιον ιταλικό οίκο μόδας.

Σαράντα ένα χρόνια πριν, όταν το γήπεδο της Φλωρεντίας ακόμη ονομαζόταν «Κομουνάλε», από δικό του φάουλ η μπάλα έφτασε στο δεξί του Σταύρου Σαράφη, ο οποίος μ’ έναν κεραυνό, έξω από τη μεγάλη περιοχή, άφησε άγαλμα τον Ντίνο Τζοφ, ισοφαρίζοντας 2-2 στο φιλικό της εθνικής ομάδας με την «σκουάντρα ατζούρα».

«Εσκισε τα δίχτυα ο Σαράφης! Απίστευτο γκολ», θυμάται ακόμη και τώρα ο Κούδας αν και στο τέλος το αντιπροσωπευτικό μας συγκρότημα, με τον Αλκέτα Παναγούλια στον πάγκο, ηττήθηκε με 3-2 από την Ιταλία των Τζεντίλε, Μπελούτζι, Σιρέα, Ρόκα, Μπενέτι, Καπέλο, Αντονιόνι, Κάουζιο, Σαβόλντι και Πούλιτσι.

«Τι παιχταράς ήταν ο Αντονιόνι της Φιορεντίνα», μου είπε κατά τη διάρκεια της κουβέντας μας. «Δε μου φεύγει από το μυαλό αυτός ο παίκτης. Έμοιαζε σε στυλ τον Κρόιφ και λίγο το δικό μου παιχνίδι, ένας εκπληκτικός χαφ».

Εκείνο το ματς είχε γίνει στις 30 Δεκεμβρίου του 1975 –ναι, τότε έπαιζαν μπάλα ανάμεσα στα Χριστούγεννα και στην Πρωτοχρονιά- με τον ΠΑΟΚ του Γκιούλα Λόραντ να είναι στο δρόμο προς το πρώτο του πρωτάθλημα και να κάνει «ποδαρικό» στο στάδιο Καραϊσκάκη στις 4 Ιανουαρίου του 1976 συντρίβοντας με 4-0 τον Ολυμπιακό.

Επιστρέφοντας στη Φλωρεντία, παραμονές του φιλικού αγώνα με την Ιταλία, οι διεθνείς έκαναν βόλτες και η ερυθρόλευκη παρέα αποτελούμενη από τους Κελεσίδη, Συνετόπουλο, Κρητικόπουλο, Καραβίτη, Δεληκάρη, και τον μικρό τότε Γιάννη Κυράστα, απειλούσαν τους ασπρόμαυρους με συντριβή στο επερχόμενο μεταξύ τους ντέρμπι. Ειδικά, ο Παναγιώτης Κελεσίδης, που είχε περισσότερη άνεση, λόγω καταγωγής, με τους Βορειολλαδίτες Κούδα, Σαράφη, Τερζανίδη και Ιωσηφίδη.

Τελικά, στο χορτάρι αποδείχθηκε το αντίθετο, ο «Δικέφαλος» θριάμβευσε με το εντυπωσιακό 4-0, σ’ ένα ματς-σταθμό στην ιστορία του. Ήταν το πρώτο έντονο σημάδι, ότι η «χρυσή ομάδα» της εποχής αντέχει τη διαδικασία της υπέρβασης, μ’ έναν ασταμάτητο Κούδα να την οδηγεί στο θρίαμβο πετυχαίνοντας δύο από τα τέσσερα ασπρόμαυρα γκολ, αφού πρώτα υπάκουσε στην εντολή του προπονητή του και έπαιξε σχεδόν όλο το δεύτερο ημίχρονο εντός του άσπρου κύκλου της σέντρας!

Ο πανέξυπνος Μαγυάρος τεχνικός είχε δει ότι οι παίκτες του Ολυμπιακού, κυρίως οι αμυντικοί, είχαν πρόβλημα φυσικής κατάστασης, ενώ διαπίστωσε ότι έπαιζαν πολύ λάθος το τεχνητό οφ σάιντ. Μέσα σε επτά λεπτά το «δεκάρι» του ΠΑΟΚ «χτύπησε» δύο φορές και ο Κελεσίδης μετάνιωσε την ώρα και την στιγμή, που του έκανε καζούρα στη Φλωρεντία…

Ο Ολυμπιακός, όπως και να το κάνουμε, αποτελεί σημείο αναφοράς της ένδοξης καριέρας του, αν και στην συνέντευξη του στο τελευταίο Gazzetta Weekend, επιχειρεί να δώσει μια οριστική απάντηση, να βάλει ένα τέλος σ’ αυτή την ιστορία, λόγια που ακούγονται για πρώτη φορά και στο ντοκιμαντέρ των 90 χρόνων του «Δικεφάλου».

Ο Γιώργος Κούδας είναι Σαββατογεννημένος. Σύμφωνα με το μύθο οι γεννημένοι ημέρα Σάββατο, πρόκειται για άτομα προικισμένα με μαγική επιρροή ή με ικανότητα να επικοινωνούν με αόρατες δυνάμεις. Κάτι απ’ όλα αυτά τα’ χε και το αγοράκι που γεννήθηκε στον Άγιο Παύλο, στη Θεσσαλονίκη, το Σάββατο 23 Νοεμβρίου του 1946. Ήταν το δεύτερο παιδί του Γιάννη και της Ελευθερίας Κούδα. Γεννήθηκε στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, τα οποία δυστυχώς σε λίγο διαδέχθηκε ο αδελφοκτόνος εμφύλιος πόλεμος. Η φτώχεια ήταν ο κανόνας και η πενταμελής οικογένεια του δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση.

Ο ίδιος θυμάται: «Έμπαινε η δεκαετία του ’50 και στην πλατεία της παλιάς λαχαναγοράς ήδη είχαμε αρχίσει τις ντρίμπλες. Μαζί μου παίζανε παιδιά, τα οποία ήταν αυθεντικά ταλέντα. Ορισμένοι έπαιζαν τουλάχιστον όσο κι εγώ καλά, για να μην πω καλύτερα». Από την παλιά λαχαναγορά της Θεσσαλονίκης και τα μάρμαρα του Διοικητηρίου, το δικό του «Γουέμπλεϊ», βρέθηκε ένα πρωί του 1958 για δοκιμή στην υπό κατασκευή Τούμπα, μαζί με άλλα 100 παιδιά.

Ο κυρ Παύλος που τον πήγε στη δοκιμή πίστευε ότι το ταλέντο του δεν θα περνούσε απαρατήρητο από τον Αυστριακό Βίλι Σέφτσκι. Δικαιώθηκε μετά από ένα δίτερμα μισής ώρας, όταν ο Κούδας έβγαινε φωτογραφία με μια μεγάλη τετράγωνη μηχανή από τον Άγιο Θεράποντα. Εκείνη η φωτογραφία στο πρώτο του δελτίο θα τον δεσμεύσει μια για πάντα με τον ΠΑΟΚ. Ακόμη κι όταν έφτασε η Ελλάδα να χωριστεί στη μέση για την «ωραία Ελένη» του ΠΑΟΚ στα μέσα της δεκαετίας του ’60, εκείνη η φωτογραφία και εκείνο το δελτίο θα έπαιζε καθοριστικό ρόλο. Ήταν Σεπτέμβριος του ’58 και όλα έγιναν πολύ γρήγορα. «Ο Βασίλης «Καπάντζας» (σ.σ. καπάντζα ήταν η παγίδα της εποχής για τα πουλιά) Σιδηρόπουλος έφερε το φωτογράφο με τον τρίποδα και το… έπιασε το πουλάκι», περιγράφει με γλαφυρό τρόπο στη βιογραφία του.

Τα υπόλοιπα είναι κομμάτι, ολόχρυσο, της 90χρονης ιστορίας του ΠΑΟΚ. Ένα πρωτάθλημα (1976), δύο κύπελλα (1972, 1974) και πάνω απ’ όλα μια ολόκληρη ποδοσφαιρική Ελλάδα να υποκλίνεται στο μεγαλείο του μέχρι τον Φεβρουάριο του 1984 όταν διαπίστωσε πως δεν άντεχε το κορμί του να βγάλει ολόκληρο 90λεπτο και δεν ήθελε να φεύγει από το γήπεδο με σκυμμένο το κεφάλι. 

Αυτόν τον μεγάλο Γιώργαρο του ελληνικού ποδοσφαίρου τον γνώρισα στα πρώτα ουσιαστικά βήματα στο χώρο της δημοσιογραφίας, ένα παγωμένο πρωινό Φλεβάρη μήνα, το 1994, για μια συνέντευξη στη «Μακεδονία», με αφορμή την συμπλήρωση μιας δεκαετίας από το τελευταίο αντίο του.

Αφίσα με τη φωτογραφία του δεν είχα στο δωμάτιο μου, ίσως να είχα ενός άλλου Γιώργου, του Κωστίκου, αλλά ένιωθα τυχερός που είχα προλάβει να τον δω ζωντανά στα τελειώματα της θρυλικής καριέρας του να «ζωγραφίζει» στον ασπρόμαυρο καμβά της Τούμπας.

«Μικρέ, έλα στο γραφείο μου, να τα πούμε από κοντά, το κουδούνι γράφει Scherzo», ήταν τα λόγια του στο τηλέφωνο, που ισοδυναμούσαν με εισιτήριο στο θέατρο των παιδικών ονείρων και αναμνήσεων μου. Το γραφείο της βιοτεχνίας, ναι αυτός ο βιρτουόζος των γηπέδων υπήρξε για πολλά χρόνια πετυχημένος «βιοτέχνης» -επάγγελμα σήμα κατατεθέν της εποχής σχεδόν σ’ ολόκληρη τη Βόρεια Ελλάδα την εποχή εκείνη- στο χώρο της ένδυσης, ήταν στην οδό Συγγρού, στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Πολλά χρόνια μετά, η «Scherzo», μεταφέρθηκε στη Γιαννιτσών.

Βεβαίως πριν γίνει αυτό, είχα αφήσει το μηχανάκι μου καμιά πέντε στενά πιο κάτω από το ύψος που βρισκόταν η βιοτεχνία, θέλοντας να περπατήσω την ανηφόρα για να καταπολεμήσω το άγχος και να βάλω σε μια σειρά τις σκέψεις και τις ερωτήσεις.

Η κουβέντα κράτησε πάνω από μια ώρα και φυσικά την ολοσέλιδη συνέντευξη στην κυριακάτικη «Μακεδονία» (που στα «καλά της χρόνια», πουλούσε σε μια μέρα τόσα φύλλα, όσα πουλάει σήμερα σ’ ένα μήνα και βάλε..) την έχω φυλαγμένη σαν ιερό κειμήλιο μαζί με κάποια επετειακά φυλλάδια από το αποχαιρετιστήριο παιχνίδι στις 20 Σεπτεμβρίου του 1995, με την εθνική Ελλάδας κόντρα στη Σερβία.

Πλάκα, πλάκα είχα ρίξει πολύ τρέξιμο σ’ εκείνο το φιλικό, στο οποίο οι οργανωμένοι οπαδοί του ΠΑΟΚ απέδωσαν την ύψιστη τιμή σε εν ζωή ποδοσφαιριστή, με τα αποκαλυπτήρια της προτομής του στο δεύτερο σπίτι του, την Τούμπα. Θυμάμαι εκείνη την στιγμή σαν τώρα, όπως και τη χαρά που έδωσε στον μπαρμπά-Γιάννη, τον πατέρα του, που καθόταν σε μια άκρη του αγωνιστικού χώρου και επιτέλους καμάρωνε για το γιόκα του. Ηταν μόλις η δεύτερη φορά, που τον έβλεπε με κοντό παντελονάκι, την ώρα, που από ένα λάθος της ΕΠΟ, γινόταν ο μεγαλύτερος σε ηλικία Έλληνας διεθνής. Ήταν 48 ετών και 302 ημερών κι από την στιγμή που το φιλικό έγινε με φύλλο αγώνα, το οποίο στάλθηκε με δόξες και τιμές στη ΦΙΦΑ, η 43η συμμετοχή με τη γαλανόλευκη καταγράφηκε στα αρχεία της ιστορίας.  

Οι σταθμοί της μεγάλης καριέρας του

Παραμένει ο ρέκορντμαν συμμετοχών σε επίσημα παιχνίδια με τη φανέλα του ΠΑΟΚ. Από το ντεμπούτο του, στις 21 Δεκεμβρίου 1963 σε ηλικία 17 ετών, στο γήπεδο της Λεωφόρου κόντρα στον Εθνικό Πειραιώς (0-1) μέχρι το φινάλε του στις 26 Φεβρουαρίου 1984, ΠΑΟΚ – Αιγάλεω (0-0), αγωνίστηκε σε συνολικά 607 επίσημα παιχνίδια.

Με 504συμμετοχές είναι ο ποδοσφαιριστής με τις περισσότερες παρουσίες στην ιστορία της Α’ Εθνικής κατηγορίας με μια ομάδα.

Σε ηλικία 17 ετών, στις 21 Δεκεμβρίου του 1963, έκανε ντεμπούτο στην Α’ Εθνική κατηγορία με τη φανέλα του ΠΑΟΚ στο γήπεδο της Λεωφόρου κόντρα στον Εθνικό Πειραιώς (0-1).

Την 1η Απριλίου του 1964 πέτυχε ο πρώτο του γκολ με τον ΠΑΟΚ στην Α’ Εθνική, στον αγώνα με τη Νίκη Βόλου (1-0). Με 133 γκολ στο πρωτάθλημα είναι δεύτερος σκόρερ στην ιστορία του «Δικεφάλου» πίσω από τον Σταύρο Σαράφη. Μαζί με το κύπελλο (70 αγώνες, 27 γκολ), την Ευρώπη (33 αγώνες, 3 γκολ) και την Εθνική ομάδα (43 αγώνες, 5 γκολ) και τα 133 στην Α’ Εθνική έχει σημειώσει 168 γκολ στην καριέρα του.

Μεταξύ αυτών το πρώτο ευρωπαϊκό γκολ στην ιστορία του ΠΑΟΚ στον αγώνα με την αυστριακή Βίνερ (2-1) στις 15 Σεπτεμβρίου 1965, ενώ με δύο δικά του γκολ υπέγραψε στις 5 Ιουλίου του 1972 τον πρώτο τίτλο στην ιστορία του συλλόγου κερδίζοντας 2-1 τον Παναθηναϊκό στον τελικό του κυπέλλου Ελλάδας. 

Στις επετειακές συμμετοχές του, με εξαίρεση την πρώτη, δεν έχανε. Δείτε τη λίστα:

1η συμμετοχή: 21 Δεκεμβρίου 1963 (Εθνικός Π. – ΠΑΟΚ 1-0)

100η συμμετοχή: 1 Φεβρουαρίου 1970 (Ολυμπιακός – ΠΑΟΚ 1-1)

200η συμμετοχή: 15 Απριλίου 1973 (ΑΕΚ – ΠΑΟΚ 0-2)

300η συμμετοχή: 27 Φεβρουαρίου 1977 (Πανιώνιος – ΠΑΟΚ 0-0)

400η συμμετοχή: 16 Νοεμβρίου 1981 (Άρης – ΠΑΟΚ 0-1)

500η συμμετοχή: 28 Ιανουαρίου 1984 (ΠΑΟΚ – Πανιώνιος 1-0)

504η συμμετοχή: 26 Φεβρουαρίου 1984 (ΠΑΟΚ – Αιγάλεω 0-0)

Το 1968 επέστρεψε φουριόζος στην Τούμπα. Απόδειξη; Τα 20 γκολ (σε 29 αγώνες) που σημείωσε την σεζόν 1968-’69, στην πιο παραγωγική χρονιά του με τη φανέλα του ΠΑΟΚ. Ουδείς άλλος παίκτης του «Δικεφάλου» δεν έχει πετύχει μέχρι σήμερα 20 γκολ στο πρωτάθλημα μέσα σε μια χρονιά. Ακολούθησαν τα 14 γκολ σε δύο διαφορετικές σεζόν (1972-73, 1975-76).

 

Best of internet