Ο Παναθηναϊκός πάει με σημαντικό μειονέκτημα στο ντέρμπι

Ο Βασίλης Σαμπράκος συγκρίνει την ψυχολογική κατάσταση του Πάουλο Μπέντο και του Αντρέα Στραματσόνι και αντιλαμβάνεται ότι αυτή η διαφορά είναι ικανή να καθορίσει τον νικητή της Κυριακής.  

Ο Παναθηναϊκός πάει με σημαντικό μειονέκτημα στο ντέρμπι

Στη δεδομένη στιγμή, δυο μέρες πριν από το Ολυμπιακός – Παναθηναϊκός, ο παρατηρητής καταγράφει την γενική αντίληψη: ο γηπεδούχος Πάουλο Μπέντο πηγαίνει στο ντέρμπι με όλα τα πλεονεκτήματα του κόσμου απέναντι στον φιλοξενούμενο Αντρέα Στραματσόνι. Κι είναι τέτοια η διαφορά στην ψυχολογική κατάσταση των δύο προπονητών, που μοιάζει αρκετή και ικανή να παίξει σπουδαίο ρόλο σε αυτό το παιχνίδι, μέχρι και να καθορίσει τη μοίρα του ντέρμπι και να αποφασίσει τον νικητή. Στην ποδοσφαιρική Ελλάδα, την πατρίδα του αποτελέσματος, είθισται ο προπονητής να είναι όσο καλός ή κακός δείχνει το τελευταίο αποτέλεσμα της ομάδας του. Στην προκειμένη περίπτωση όμως ο Πορτογάλος δείχνει πολύ καλύτερος από το εκτός έδρας Χ στο τελευταίο ευρωπαϊκό παιχνίδι και ο Ιταλός εισπράττει μεγαλύτερη αμφισβήτηση από αυτή που αντιστοιχεί σε έναν προπονητή που χάνει έναν εντός έδρας ευρωπαϊκό αγώνα. Ανάμεσα σε δύο προπονητές που αυτή την εποχή μας έχουν ήδη δείξει ότι δεν κρατούν πολύ καθαρό το μυαλό όταν ζουν υπό πίεση, η πίεση που σήμερα αισθάνονται μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο στο ντέρμπι. Κι επειδή αυτή που αισθάνεται ο Στραματσόνι είναι πολύ μεγαλύτερη συγκριτικά με αυτή που νιώθει ο Μπέντο, ο Παναθηναϊκός πάει στο Καραϊσκάκη με σημαντικό και κρίσιμο μειονέκτημα. Διότι συνήθως στο ποδόσφαιρο ο προπονητής μεταδίδει την ψυχολογία του στους ποδοσφαιριστές και την ομάδα του. Κι είναι μετρημένοι στα δάχτυλα οι προπονητές που καταφέρνουν να μην μεταδώσουν αρνητικά συναισθήματα όταν αυτά διακατέχουν τους ίδιους.

Ο Μπέντο πηγαίνει με κέφια στο ντέρμπι επειδή βρίσκει μπροστά του, με την καλή έννοια, το σερί νικών στο πρωτάθλημα, τις νίκες επί ΑΕΚ και ΠΑΟΚ, και επειδή καταφέρνει να κρατά τον Ολυμπιακό στην τροχιά πρόκρισης στην φάση των 32 του Europa League σε μια στιγμή που οι άλλοι δύο “Ευρωπαίοι” αποτυγχάνουν. Η καλή ανάσα που έχει αυτές τις ώρες ο Πορτογάλος αντλείται από το “τι παραπάνω θα μπορούσε να επιτύχει ένας προπονητής που δεν έχει συμπληρώσει ούτε τρίμηνο στη νέα του ομάδα, την οποία ανέλαβε αδούλευτη και αμοντάριστη σε περίοδο κρίσης κι ενώ η σεζόν είχε ξεκινήσει και είχε στραβώσει;” καύχημα. Και είναι δικαιολογημένο. Διότι ο Μπέντο έχει καταφέρει να συνδυάσει την αποτελεσματικότητα με σημάδια αγωνιστικής προόδου ενός συνόλου ποδοσφαιριστών το οποίο έχει αρχίσει να συμπεριφέρεται σαν ομάδα σε αρκετές φάσεις του παιχνιδιού κατά τη διάρκεια των αγώνων. Οχι, ο Ολυμπιακός δεν έχει μεγάλη διάρκεια στην καλή απόδοση, και ναι, δεν έχει ακόμη λύσει το πρόβλημα της ανασταλτικής συμπεριφοράς του η οποία παραμένει κακή. Η δουλειά του προπονητή όμως είναι ήδη ευδιάκριτη, αφού γίνεται ευδιάκριτη στα περισσότερα παιχνίδια, όπως συνέβη και χθες απέναντι στην Αστάνα, μετά το πρώτο 20'λεπτο. Σε ένα ματς σε συνθετικό χόρτο, με τόσο ροτέισον, ο Μπέντο κατάφερε να σφίξει και να σουλουπώσει ανασταλτικά τον Ολυμπιακό του μετά το πρώτο διάστημα του παιχνιδιού, κι όταν η ομάδα του προσαρμόστηκε στις συνθήκες και οι ποδοσφαιριστές πήραν χρόνο για να συντονιστούν άρχισε να αποδίδει καλά, να νιώθει καλά και να συμπεριφέρεται με σχετική άνεση. Ο Ολυμπιακός που παρουσιάζει μέχρι εδώ ο Μπέντο είναι μια κανονική ομάδα. Με σκαμπανεβάσματα, με αδυναμίες που δεν πρόλαβε να καλύψει στις μεταγραφές, αλλά με συμπεριφορά κανονικής ομάδας, δηλαδή ενός συνόλου που δουλεύει με έναν ικανό και αποτελεσματικό προπονητή. Ναι, ο Πορτογάλος ξέρει ότι μια ήττα από τον Παναθηναϊκό θα του δημιουργήσει προβλήματα. Αλλά είναι άλλο να νιώθεις ότι μπορεί να έχεις προβλήματα, κι άλλο να νιώθεις ότι παίζεις το κεφάλι σου.

Εκτός των άλλων, ο Μπέντο κερδίζει και μια αναγνώριση για την επιλογή του Αντρε Μάρτινς, τον οποίο ξέθαψε από τα αζήτητα της Σπόρτινγκ Λισαβόνας. Ενας προπονητής που κλήθηκε υπό μεγάλη πίεση χρόνου να επιλέξει από το πανέρι της μεταγραφικής περιόδου, η οποίο όδευε προς ολοκλήρωση, προφανώς και σήμερα μπορεί να νιώθει ότι έχει δείξει στην κοινωνία του Ολυμπιακού ότι έχει “καλό μάτι”.

Την ίδια ώρα ο Στραματσόνι πηγαίνει στο ντέρμπι με την ανασφάλεια που του προκαλεί το “νικήστε στο ντέρμπι, ή αλλιώς μη ξανάρθετε εδώ” μήνυμα που πήρε η ομάδα του από τους οργανωμένους οπαδούς στη Λεωφόρο κατά την λήξη του ματς με την Σταντάρ Λιέγης. Ο Ιταλός ξέρει ότι η επομένη του ντέρμπι θα τον φέρει αντιμέτωπο με μεγάλες ευθύνες αν το αποτέλεσμα είναι αρνητικό και η εικόνα της ομάδας του είναι όσο προβληματική ήταν χθες. Διότι όσο και αν θέλει ο Γιάννης Αλαφούζος να τον στηρίξει και να τον περιμένει, ο Στραματσόνι θα δυσκολευτεί πολύ να πείσει την κοινωνία των φίλων του Παναθηναϊκού ότι έχει νόημα η υπομονή και η επιμονή στο σχέδιό του την επομένη μιας κακής εμφάνισης και μιας ήττας από τον Ολυμπιακό. Κι αυτό, δηλαδή ότι το χθεσινό παιχνίδι τον έβαλε σε τόσο δύσκολη θέση, σε κάνει να αναρωτιέσαι πώς γίνεται να μην το είχε μετρήσει τόσο πολύ ο Ιταλός. Εκτός και αν το είχε μετρήσει και παρ' όλα αυτά δεν κατάφερε να προετοιμάσει καλύτερα την ομάδα του, τακτικά και ψυχικά, για να το προλάβει.

Στο ματς με τη Σταντάρ βεβαίως ο Παναθηναϊκός δεν πλήρωσε χθεσινά λάθη αλλά καλοκαιρινά λάθη του προπονητή του, με πρώτο την επιλογή του να μην αποκτήσει έναν κεντρικό μέσο με ανασταλτικές ικανότητες με συνέπεια να μείνει με άδεια χέρια λόγω της απουσίας των Λεντέσμα και Ζέκα. Οι απουσίες μοιραία οδήγησαν τον Στραματσόνι στην επιλογή μιας ανεπαρκούς τόσο για το ανασταλτικό όσο και για το δημιουργικό μέρος του αγωνιστικού πλάνου, με συνέπεια ο Παναθηναϊκός να είναι ελαττωματικός και στις δύο φάσεις του παιχνιδιού. Στην εξέλιξη της βραδιάς ο “Στράμα” βρήκε ακόμη ένα θερινό λάθος μπροστά του, αφού δεν πήρε βοήθεια από τον έναν και μοναδικό τερματοφύλακά του στη φάση του πρώτου γκολ της Σταντάρ. Εκτός όλων αυτών όμως ο Στραματσόνι πλήρωσε το βράδυ της Πέμπτης ακόμη ένα δικό του λάθος, αυτό της αδικαιολόγητης συμπεριφοράς που είχε στη Λιέγη, λόγω της οποίας βρέθηκε χθες αναγκασμένος να βλέπει το ματς από μια σουίτα και να προσπαθεί να σκαρφιστεί τεχνάσματα για να επικοινωνήσει με τον – άπειρο σε διαχείριση ματς – συνεργάτη του.

Η επιστροφή των Λεντέσμα και Ζέκα, εφόσον αυτή επιβεβαιωθεί, οδηγεί τον Στραματσόνι σε σκέψεις που δημιουργούν ανακούφιση. Με αυτούς τους δύο, όπως ίσως και με τον Χουλτ, στην ενδεκάδα, ο Παναθηναϊκός είναι ασύγκριτα καλύτερος από τον χθεσινό. Κι αν είχε να διαλέξει ανάμεσα στην απουσία του Μπεργκ και των Λεντέσμα – Ζέκα είναι βέβαιο ότι θα “καιγόταν” να έχει τους μέσους πιο πολύ ακόμη και από τον κορυφαίο επιθετικό του. Διότι ο Παναθηναϊκός μπορεί να δυσκολευτεί αλλά μπορεί να επιβιώσει χωρίς τον Μπεργκ, ενώ αντίθετα, όπως πολύ καλά διαπιστώσαμε και χθες, δεν μπορεί να επιβιώσει με τους υπόλοιπους κεντρικούς χαφ που διαθέτει.

Θα έπραττε σοφά ο Παναθηναϊκός αν βάσιζε την τελική του απόφαση για το αν του κάνει ή όχι ο Στραματσόνι από την εμφάνιση και το αποτέλεσμα μιας Κυριακής; Αυτή θα είναι κουβέντα της επόμενης ημέρας, εφόσον αυτή ξημερώσει για τον Παναθηναϊκό. Στη δεδομένη στιγμή όμως δεν είναι αυτό το πρόβλημα του Παναθηναϊκού. Το πρόβλημα είναι ότι βλέπει τον προπονητή του σε τόσο δύσκολη θέση παραμονές του ντέρμπι με τον Ολυμπιακό. Εναν προπονητή που νιώθει ότι παίζει το κεφάλι του, ότι δεν θα μπορεί να σταθεί στο Κορωπί και στη Λεωφόρο σε περίπτωση αρνητικού αποτελέσματος και κακής εμφάνισης. Εναν προπονητή, του οποίου η ιστορία δείχνει ότι δεν λειτουργεί πολύ καλά όταν λειτουργεί υπό τόση πίεση.  

Best of internet