ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΑΝΤΟΣ ΣΤΟΝ ΒΑΛΒΕΡΔΕ, ΣΤΟΝ ΦΕΡΕΡ, ΤΟΝ ΤΕΝ ΚΑΤΕ ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΟΥΠΕΡ 

Greatest managers: Oι προσωπικότητες που ξεχώρισαν στους πάγκους της Σούπερ Λιγκ

Μεγάλα ονόματα ξένων προπονητών κατάφεραν να κερδίσουν τους πάντες με την προσωπικότητά τους. Το gazzetta.gr φτιάχνει το δικό του top-5.

Greatest managers: Oι προσωπικότητες που ξεχώρισαν στους πάγκους της Σούπερ Λιγκ

Συνηθίζεται να χαρακτηρίζουμε μεταγραφική «βόμβα» κάποιον νέο παίκτη που έρχεται σε μία ομάδα.

Ωστόσο, το ελληνικό ποδόσφαιρο έχει τα τελευταία χρόνια προσελκύσει και μεγάλους προπονητές που ήρθαν στην πατρίδα μας κουβαλώντας «βαρύ» όνομα από προηγμένα πρωταθλήματα της Ευρώπης και άφησαν το στίγμα τους. Η αιτία ήταν κυρίως η προσωπικότητά τους. 

Με αφορμή τον μεγάλο διαγωνισμό του Head & Shoulders (κάθε μήνα, με την αγορά Head & Shoulders και κρατώντας την απόδειξη, μπορείς να κερδίσεις 1 διπλό VIP εισιτήριο και να δεις από κοντά την ομάδα σου στο γήπεδο) και τη δημιουργία του Greatness Club, του club των αντρών που σηκώνουν τις δικές τους προσωπικές επιτυχίες, τα όνειρα και τις φιλοδοξίες τους, το Gazzetta συνεχίζει τα άρθρα που απογειώνουν την έννοια του greatness και δίνουν την απαραίτητα έμπνευση σε όλους.

Μετά τις πιο «τρανταχτές» εκπλήξεις στη Super League εποχή συνεχίζουμε με τις πέντε πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις προπονητών που κατάφεραν να κατοχυρώσουν μια θέση στο δικό τους Greatness Club... 

Το αφιέρωμα ξεκινάει δικαιωματικά με ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΣΑΝΤΟΣ (ΑΕΚ-Παναθηναϊκός-ΠΑΟΚ)

Ήρθε στα μέρη μας πριν καν «γεννηθεί» η ιδέα για ενδεχόμενη δημιουργία της Σούπερ Λιγκ. Την «έζησε» στα... γεννητούρια της και περπάτησε μαζί της στα πρώτα βήματά της. Τον γνωρίσαμε το καλοκαίρι του 2001 που ανακοινώθηκε από την ΑΕΚ, προερχόμενος από μία τριετία στην Πόρτο όπου είχε κατακτήσει αρκετούς τίτλους. Ηταν ένα «μεγάλο» όνομα, που όχι μόνο τίμησε την Ελλάδα, αλλά στην πορεία του χρόνοy έγινε ένας από εμάς. Μετά την Ενωση πήγε στον Παναθηναϊκό όπου έμεινε λίγο, επέστρεψε στους «κιτρινόμαυρους» και ακολούθησε ο ΠΑΟΚ. Βρέθηκε στους τρεις από τους τέσσερις κατά τεκμήριο «μεγάλους» της χώρας και συνολικά τους κοουτσάρισε για 260 ματς. Την τετραετία 2010-2014 ήταν στον πάγκο της Εθνικής μας ομάδας, την οποία οδήγησε στο EURO του 2012 μέχρι την φάση των «8» και στο Μουντιάλ του 2014, όπου για πρώτη φορά στην ιστορία της προκρίθηκε στις 16 καλύτερες ομάδες του κόσμου. Για ένα χαμένο πέναλτι με την Κόστα Ρίκα, δεν προχώρησε περισσότερο.
 
Ο Φερνάντο Σάντος το καλοκαίρι του 2001. Ενα ταξίδι μόλις ξεκινούσε... 
 
Η μετέπειτα πορεία του γνωστή σε όλους. Ο Πορτογάλος ανέλαβε το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα της χώρας του και το πρόσφατο καλοκαίρι οι Ιβηρες με τον 62χρονο στον πάγκο τους, κατέκτησαν το EURO της Γαλλίας. Μας συγκίνησε όλους όταν σε εκείνη την διοργάνωση και ενώ είχε φτάσει στην κορυφή της Ευρώπης μίλησε ελληνικά, ευχαρίστησε τους φίλους του στην χώρα μας που τον υποστήριξαν και για ακόμη μία φορά απέδειξε πως είναι ένας από εμάς. Όπως είχε κάνει και παραμονές του προημιτελικού με την Γερμανία στην τελική φάση του ευρωπαϊκού πρωταθλήματος της Πολωνίας το 2012. Τότε ένας άγγλος δημοσιογράφος τον ρώτησε για την πολιτική της Άνγκελα Μέρκελ προς την Ελλάδα. Η απάντησή του απλώς... συγκλονιστική.
 
«Αυτό που μας εμπνέει, είναι η ιστορία της Ελλάδας. Αυτό εμένα με εμπνέει πάρα πάρα πολύ. Ο ελληνικός λαός έχει τεράστια περηφάνια για την ιστορία που κουβαλάει και νομίζω ότι αξίζει το σεβασμό όλου του κόσμου. Θα πρέπει όλοι μας να σεβόμαστε τους Έλληνες γιατί όλες οι αρχές, της Δημοκρατίας, της επιστήμης, όλα, ξεκίνησαν από την Ελλάδα. Οπότε είναι πολύ δύσκολο οποιοσδήποτε να μας κάνει μαθήματα», είχε πει τότε. Ένας ξένος με καταγωγή από το Εστορίλ που είχε σπουδάσει μηχανικός και είχαμε όλοι εμείς την τύχη να βρίσκεται στον πάγκο της Εθνικής μας ομάδας, απάντησε ως πιο... Ελληνας από κάθε άλλον. Εκείνη τη στιγμή ήταν ξεκάθαρο.
 
Ο Πορτογάλος στον πάγκο της Εθνικής μας αγαπήθηκε όσο λίγοι και έδειξε πως είναι ένας από εμάς.
 
Ο Φερνάντο Σάντος δεν είναι απλά ένας προπονητής που έτυχε να εργαστεί για χρόνια στην πατρίδα μας, σε πολλές ομάδες και να αποκτήσει απλά τον σεβασμό και την εκτίμηση όλων για το ήθος και την δουλειά του. Είναι ένας ο δικός μας άνθρωπος, ο φίλος μας, ο πρεσβευτής μας σε δύσκολους καιρούς. Εκείνη τη στιγμή απέδειξε πως τα όσα είχε πει μετά την πρόσληψή του από την ΕΠΟ, τα πίστευε πέρα ως πέρα. «Όποτε βρίσκομαι μακριά, πάντα κάτι με τραβάει πίσω στην Ελλάδα. Έχω αγαπήσει αυτό τον τόπο. Δεν γίνεται αλλιώς», Απλά ένα respect στην μεγαλύτερη προπονητική προσωπικότητα που έχει περάσει από τα ελληνικά γήπεδα στα χρόνια της Σούπερ Λιγκ. Ίσως και όχι μόνο...
 
ΕΡΝΕΣΤΟ ΒΑΛΒΕΡΔΕ (ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ)
 
Ένας πραγματικός κύριος, τζέντλεμαν των γηπέδων που «κόσμησε» τα ελληνικά γήπεδα ως τεχνικός του Ολυμπιακού για τρεις σεζόν. Το ότι τα κατάφερε παρότι στο ντεμπούτο του συνέβη το χειρότερο δυνατό και οι «ερυθρόλευκοι» έμειναν εκτός ομίλων του Τσάμπιονς Λιγκ, δίνει ακόμη μεγαλύτερη «αίγλη» στο επίτευγμά του. Και δείχνει ακόμη πιο ξεκάθαρα πως αν έχεις την κατάλληλη προσωπικότητα μπορείς να διαχειριστείς ένα αποτέλεσμα που ισοδυναμεί με... καταστροφή.
 
Η πρώτη γνωριμία μαζί του έγινε το καλοκαίρι του 2008. Προερχόμενος από την Εσπανιόλ με την οποία ένα χρόνο πριν είχε φτάσει ως τον τελικό του τότε Κυπέλλου ΟΥΕΦΑ, ήταν ένα «καλό» όνομα για τα ελληνικά δεδομένα. Αρκετά καλό... Ωστόσο στο πρώτο του ματς η ομάδα έχασε με 3-0 από την Ανόρθωση στην Κύπρο, στην ρεβάνς δεν κατάφερε να ανατρέψει το σκορ (νίκη με 1-0) και οι «ερυθρόλευκοι» έμειναν για πρώτη φορά μετά από χρόνια εκτός ομίλων του Τσάμπιονς Λιγκ. Εκείνος όμως με την εικόνα που παρουσίασε ο Ολυμπιακός στα επόμενα παιχνίδια (κυρίως στην Ευρώπη με νίκες όπως το 5-1 επί της Μπενφίκα και το 4-0 επί της Χέρτα), «ανάγκασε» τους πάντες να αναγνωρίσουν το έργο του και ο αποκλεισμός του Αυγούστου έμοιαζε πια μία μακρινή ανάμνηση.
 
Ο Βαλβέρδε στη λήξη του αγώνα με την Ανόρθωση, όπου ο Ολυμπιακός στο ντεμπούτο του γνώρισε την ήττα με 3-0. Το μέλλον θα είναι πολύ διαφορετικό. 
 
Στο φινάλε εκείνης της σεζόν δεν συμφώνησε με τον Σωκράτη Κόκκαλη ώστε να ανανεώσει το συμβόλαιό του. Στην φιέστα κατάκτησης του νταμπλ το «Γ. Καραϊκάκης» δονούνταν από τους φίλους του Ολυμπιακού που φώναζαν ρυθμικά το όνομά του. Λίγο αργότερα ο Ισπανός τους αποχαιρέτησε όλους με έναν ξεχωριστό τρόπο. Βουρκωμένος, είπε σε άπταιστα ελληνικά. «Είμαι Ολυμπιακάρα...».
 
Την επόμενη σεζόν το όνομα του Βαλβέρδε θα ακουστεί πολλές φορές ως σύνθημα στο φαληρικό στάδιο από τον κόσμο των «ερυθρολεύκων»... Εκ των υστέρων αποδείχθηκε πως αυτό ήταν προφητικό.
 
Το καλοκαίρι του 2010 η σεζόν ξεκινά με τον Εβαλντ Λίνεν στον πάγκο, ενώ λίγο αργότερα οι «ερυθρόλευκοι» αλλάζουν  διοίκηση. Ο Ολυμπιακός υπέστη από την Μακάμπι αποκλεισμό-σοκ και έμεινε εκτός Ευρώπης από τον Αύγουστο! Ο Γερμανός απομακρύνεται και ο νέος ιδιοκτήτης της φέρνει πίσω το «μυρμήγκι», όπως έλεγαν τον Βαλβέρδε. Η επόμενη διετία θα συνοδευτεί με ισάριθμα πρωταθλήματα, ένα Κύπελλο, ορισμένες εντυπωσιακές νίκες (όπως το 6-0 επί της ΑΕΚ), πολύ καλή παρουσία στο Τσάμπιονς Λιγκ της σεζόν 2011/12, ενώ ο 52χρονος πλέον κόουτς θα αφήσει τους πάντες... άφωνους δύο φορές. Η μία όταν μετά από ένα «επεισοδιακό» ντέρμπι με τον Παναθηναϊκό θα καταδικάσει με «σκληρή γλώσσα» τα όσα έγιναν και η άλλη, όταν από μόνος του πήρε πρωτοβουλία ύστερα από ένα ματς με τον Παναιτωλικό και είπε πως το γκολ του Τζιμπούρ ήταν οφ σάιντ. Κάτι που δεν συνηθίζεται... Ίσως για αυτό κέρδισε την καθολική αποδοχή όλων. 
 
Ο Ισπανός μαζί με τον Βαγγέλη Μαρινάκη στην έκθεση φωτογραφίας που διοργάνωσε τον Ιούνιο του 2012. 
 
Η συνέντευξη Τύπου της αποχώρησής του έχει μείνει στην ιστορία για την «εισαγωγή» του Βαγγέλη Μαρινάκη που είχε πει τότε αρχικά «Είχαμε μία ημίωρη κουβέντα με τον Ερνέστο Βαλβέρδε και συμφωνήσαμε να ανανεώσουμε την συνεργασία μας για τα επόμενα δύο χρόνια...», μία κίνηση που «ελάφρυνε» την βαριά ατμόσφαιρα και έδειξε πως οι δύο άνδρες συνδέονται με αλληλοεκτίμηση. «Θέλω να ευχαριστήσω όλους τους φιλάθλους των άλλων ομάδων, γιατί μου έδειξαν μεγάλο σεβασμό και το ίδιο ισχύει και για μένα προς εκείνους», είχε πει φεύγοντας. Συνολικά αυτά τα τρία χρόνια κοουτσάρισε τους Πειραιώτες σε συνολικά 127 ματς.
 
ΛΟΡΕΝΤΣΟ ΣΕΡΑ ΦΕΡΕΡ (ΑΕΚ)
 
Όταν έστω και για ένα μικρό χρονικό διάστημα έχεις κοουτσάρει την Μπαρτσελόνα και  διαχειρίστηκες αποδυτήρια τέτοιου επιπέδου, αυτό και μόνο του σημαίνει πως έχει την κατάλληλη προπονητική προσωπικότητα να σταθείς παντού. Κάπως έτσι ήρθε ο Λορέντσο Σέρα Φερέρ στην Ελλάδα το καλοκαίρι του 2006, για λογαριασμό της ΑΕΚ.
 
Με θητεία σε Μαγιόρκα, Μπέτις και τους Καταλανούς μετά την αποχώρηση του Λουίς Φαν Γκααλ από τον πάγκο τους. Νωρίτερα ήταν στις ακαδημίες των «μπλαουγκράνα» και αυτός ήταν ένας από τους λόγους που τον επέλεξε ο Ντέμης Νικολαϊδης. Πώς ήξερε να δουλεύει με νεαρούς παίκτες. Μάλιστα στο συμβόλαιό του υπήρχαν ειδικά μπόνους, από ενδεχόμενη ανάδειξη ταλέντων. Οπως τελικά συνέβη. Η πρώτη του χρονιά ήταν σχεδόν εντυπωσιακή. Η Ενωση «άγγιξε» τον τίτλο, ενώ στην Ευρώπη επέστρεψε στα «σαλόνια». Πρόκριση στους ομίλους του Τσάμπιονς Λιγκ, δύο νίκες στο γκρουπ και μάλιστα η μία κόντρα στην Μίλαν (η παρθενική της Ένωσης σε όμιλο) και πρόκριση στους «32» του Γιουρόπα  Λιγκ. 
 
Ο Ισπανός τεχνικός και ο Ντέμης Νικολαϊδης την ημέρα που ο πρώτος ήρθε στην Ελλάδα.
 
Η επόμενη όμως δεν είχε ανάλογη συνέχεια. Αν και ξεκίνησε με έξι νίκες στο πρωτάθλημα, από τον Δεκέμβριο του 2007 άρχισε η φθίνουσα πορεία, ο αποκλεισμός από την Ξάνθη για το Κύπελλο «βάρυνε» το κλίμα και στις 9 Φλεβάρη του 2008 έπεσαν οι τίτλοι τέλους μετά την ήττα στην Λάρισα.
 
Ο Φερέρ ήταν εκείνος που πίστεψε και καθιέρωσε τον Παπασταθόπουλο σε ηλικία μόλις 18 ετών. 
 
Στον περίπου 1,5 χρόνο που έμεινε στην χώρα μας «κέρδισε» τους πάντες. Ευγενέστατος και άνθρωπος χαμηλών τόνων, «μιλούσε» με την δουλειά του. Στα αποδυτήρια υπήρχαν πολλές «εκρήξεις» από μέρος του, όμως με τους παίκτες είχε πολύ καλές σχέσεις. Δείγμα πως ήξερε πώς να τους χειριστεί, αφού είχε την ανάλογη προσωπικότητα. Στην Ελλάδα άφησε μία μεγάλη ποδοσφαιρική παρακαταθήκη. Τον Σωκράτη  Παπασταθόπουλο. Ήταν εκείνος που τον πίστεψε, τον έριξε στα βαθιά καθώς σε ηλικία μόλις 18 ετών τον ξεκίνησε στον αγώνα με την Λιλ και στην συνέχεια τον καθιέρωσε. Και όχι μόνο. Ο Τόζερ στα 21 του χρόνια τότε «ανδρώθηκε» ποδοσφαιρικά στους Θρακομακεδόνες, όπως και ο Χετεμάι, ο Κονέ και άλλοι. Πάντα μιλά για την Ελλάδα με τα καλύτερα λόγια, όπως και για εκείνον όσοι τον γνώρισαν. 
 
ΕΚΤΟΡ ΡΑΟΥΛ ΚΟΥΠΕΡ (ΑΡΗΣ) 
 
Ήταν Νοέμβριος του 2009 όταν ο Άρης έκανε αίσθηση σε όλη την Ευρώπη. Τότε ανακοίνωσε και την πρόσληψη του Έκτορ Ραούλ Κούπερ στον πάγκο του. Μία κίνηση που τον ανέβαζε επίπεδο....Ο Αργεντινός τεχνικός έφτασε στη Θεσσαλονίκη έχοντας στις αποσκευές του μία μακρά και επιτυχημένη πορεία στη Βαλένθια την οποία και οδήγησε δύο φορές σε τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ. Εκτός των άλλων είχε εργαστεί μέχρι τότε σε Ιντερ, Μαγιόρκα, Πάρμα και Λανούς. Τηρουμένων των αναλογιών.... ένα τεράστιο όνομα. 
 
Το ντεμπούτο του συνδυάστηκε με βαριά ήττα από τον ΠΑΟΚ (4-1), αλλά η συνέχεια ήταν αντιστρόφως ανάλογη. Με εκείνον στον πάγκο οι «κίτρινοι» έφτασαν μέχρι τον τελικό του Κυπέλλου όπου έχασαν από τον Παναθηναϊκό (τον ακολουθούσε ο τίτλος του looser), ενώ μπήκαν στα πλέι οφ και πήραν ένα «εισιτήριο» για το Γιουρόπα Λιγκ της επόμενης σεζόν. Η οποία ξεκίνησε ονειρικά για τον «θεό». Πέρασε στους ομίλους εκεί όπου  δύο φορές του «υποκλίθηκε» η Ατλέτικο Μαδρίτης και έγινε η πρώτη ελληνική ομάδα που κέρδισε στην Ισπανία. Η πρόκριση στους «32» του θεσμού ήρθε δίκαια, αλλά εκείνος δεν ήταν στον πάγκο στα δύο παιχνίδια με την Μάντσεστερ Σίτι, καθώς τον Γενάρη του 2011 παραιτήθηκε. Συνολικά στους περίπου 14 μήνες που έμεινε στην χώρα μας κοουτσάρισε τον σύλλογο σε 61 ματς. 
 
Μία από τις ελάχιστες φωτογραφίες που υπάρχουν με τον Κούπερ να χαμογελά σε προπόνηση ή αγώνα του Αρη, έστω και αν είναι φιλικός όπως ο συγκεκριμένος με την Σάλτσμπουργκ το 2010.
 
Ο 61χρονος που πλέον έχει τα «ηνία» της Εθνικής Αιγύπτου, είχε... μάθει αλλιώς από τα ελληνικά δεδομένα το ποδόσφαιρο. Απέφευγε τα πολλά λόγια και για αυτό φάνταζε απρόσιτος, όμως δεν ήταν. Αντίθετα. Ηξερε πότε να κάνει χιούμορ και πότε να... τραβήξει το χαλινάρι. Με παραστάσεις που ξεπερνούσαν τα δικά μας  πεπραγμένα, ήταν μία μεγάλη προσωπικότητα. Αυτά φαίνονται από τις λεπτομέρειες. Στο πούλμαν ή το αεροπλάνο που ταξίδευε η αποστολή, ανέβαινε πρώτος και κατέβαινε τελευταίος. Στο γήπεδο πήγαινε πολλές ώρες πριν την προπόνηση και όποτε έρχονταν οι παίκτες τους χαιρετούσε έναν έναν. Αν και ήταν μανιώδης καπνιστής, ελάχιστες φορές το έκανε σε δημόσιο χώρο. Δεν ήθελε να δίνει το κακό παράδειγμα.
 
Στα γεύματα των «κίτρινων» ήταν πάντα λιτοδίαιτος, σπάνια έτρωγε κρέας και μετά πάντα αποχωρούσε από το τραπέζι για να απολαύσει το αγαπημένο του εσπρεσάκι. Το καλοκαίρι του 2010 του ζητήθηκε από την διοίκηση της ομάδας να «ανεβάσει» κάποιους νεαρούς από την Κ-20. Εκείνος δεν πήρε πρωτοβουλία, αλλά ζήτησε την έκθεση του τότε κόουτς των «μικρών» Νίκο Πασσιαλή και δεσμεύτηκε πως θα την αποδεχθεί στο ακέραιο. Αιτία; Πώς από την στιγμή που εκείνος είχε επιλεγεί από την διοίκηση να έχει τα «ηνία» των τμημάτων υποδομής, κανένας προπονητής της «πρώτης» ομάδας όπως και αν λέγεται, δεν μπορεί να τον αμφισβητήσει. 
 
Στη χώρα μας προσέθεσε ακόμη έναν χαμένο τελικό στην καριέρα του .
 
Χαρακτηριστικό του ότι απέφευγε τα «πολλά» λόγια ήταν τα όσα συνέβησαν μετά την τεράστια νίκη στο Βιθέντε Καλντερόν. Τότε του μεταφέρθηκε αν αισθάνεται πως έκανε κάποιο έπος, αντίστοιχο των αρχαίων Ελλήνων με αφορμή και το όνομά του (σ.σ. το Έκτορ παραπέμπει στο Έκτορας). Εκείνος παραλίγο να... κοκκινίσει από τα νεύρα του μόλις το άκουσε αυτό και απέφυγε να απαντήσει. Ήταν ένας τζέντλεμαν, ένας κύριος, μία από τις μεγαλύτερες προπονητικές προσωπικότητες που έχουμε δει στη χώρα μας.  
 
ΧΕΝ ΤΕΝ ΚΑΤΕ (ΠΑΝΑΘΗΝΑΪΚΟΣ) 
Οταν ένας άνθρωπος έχει φανατικούς φίλους αλλά και εχθρούς, αυτόματα σημαίνει πως έχει έντονη προσωπικότητα. Για άλλους αρεστή, για άλλους όχι. Μία τέτοια περίπτωση ήταν ο Χεν Τεν Κάτε, που βρέθηκε στον πάγκο του Παναθηναϊκού από το καλοκαίρι του 2008 μέχρι τον Δεκέμβριο του 2009. Ήταν η εποχή της πολυμετοχικότητας στους «πράσινους» και το κύριο επίτευγμά του ήταν η επιστροφή της ομάδας στην ευρωπαϊκή ελίτ. Με τον Ολλανδό στο «τιμόνι» ο Παναθηναϊκός έπαιξε για τελευταία φορά σε ομίλους του Τσάμπιονς Λιγκ, όπου μεταξύ άλλων συνοδεύτηκε από τις εντυπωσιακές νίκες σε Μιλάνο επί της Ίντερ (1-0) και σε Βρέμη επί της Βέρντερ (3-0). 
 
Ο Τεν Κάτε με τον Νίκο Πατέρα την ημέρα της παρουσίασής του από τον Παναθηναϊκό.
 
Οξύθυμος, στην εν Ελλάδι καριέρα του τσακώθηκε μέχρι και με έναν κάμεραμαν στη Ρουμανία. Τότε είχε πει. «Εχω την άσχημη συνήθεια να καπνίζω και επειδή είμαι για κάποιους πρότυπο, δεν θέλω να με βλέπουν να καπνίζω. Ζήτησα από τον κάμεραμαν να μην με καταγράφει και όταν αυτός επέμεινε υπήρχε η διένεξη. Είμαι εραστής, όχι καβγατζής».  Φωνακλάς αλλά και στοργικός με τους παίκτες του (μία φορά είχε ζητήσει από τους ρεπόρτερ που κάλυπταν το βασικό στάδιο της προετοιμασίας να μην γράψουν πως ο Εντόι είχε βάλει τα κλάματα όταν όλη η ομάδα πήγε για ράφτινγκ επειδή δεν ήξερε μπάνιο), είναι σίγουρα ένας «εκρηκτικός» χαρακτήρας. Που δεν περνά απαρατήρητος. 
 
Κάνοντας ράφτινγκ με τους παίκτες του Παναθηναϊκού και τους συνεργάτες του.
 
Ο μύθος ανέφερε πως στην Μπαρτσελόνα εκείνος έκανε όλη την δουλειά αντί του Φρανκ Ράικαρντ και για αυτό είναι προτιμότερος ως βοηθός παρά ως «πρώτος» τεχνικός. Οι παίκτες των «μπλαουγκράνα» έλεγαν τα καλύτερα για εκείνον, ενώ την χώρα μας την λάτρεψε. Οπου και αν πήγαινε τραβούσε πάνω του όλα τα βλέμματα και αυτό δεν ήταν τυχαίο. Εφυγε στο μέσο της σεζόν που το «τριφύλλι» πήρε το τελευταίο του πρωτάθλημα (2009/10) και δεν μπορεί να μην πιστωθεί μερίδιο επιτυχίας σε αυτό.

Μήπως έχει φτάσει η ώρα να κάνεις κι εσύ τη διαφορά στον δικό σου πάγκο;

Γίνε μέλος του Greatness Club και διεκδίκησε 1 διπλό VIP εισιτήριο! Πάρε μέρος εδώ.

Best of internet