Προφανώς αυτό που βλέπαμε όλοι, ο Ιβιτς το έβλεπε νωρίτερα

Ο Βασίλης Σαμπράκος γράφει για την εξήγηση της επιλογής συντηρητικού πλάνου από τον προπονητή του ΠΑΟΚ, και για το πρώτο καλό σημάδι της ΑΕΚ του Μοράις.

Προφανώς αυτό που βλέπαμε όλοι, ο Ιβιτς το έβλεπε νωρίτερα

Είναι εύκολο να εξηγήσει κανείς την επιλογή του Βλάνταν Ιβιτς να μην ξεκινήσει στο ντέρμπι με την ΑΕΚ τον Μπίσεσβαρ και να προτιμήσει αντ' αυτού τον Σάκχοφ. Την εξήγησε άλλωστε και την ανέλυσε ο ίδιος ο προπονητής του ΠΑΟΚ μετά από τη λήξη του αγώνα, στην συνέντευξη Τύπου, και αυτό που είπε ήταν ακριβώς αυτό που είδαμε όλοι στο ματς.

Δηλαδή για κάθε φάση σαν αυτή του 62'ου λεπτού, στην οποία φαίνεται καθαρά πόσο του έλειπε του ΠΑΟΚ ένας μέσος που να κινείται πίσω από τον Αθανασιάδη, με ικανότητα να συνδυαστεί με τον Κλάους και τους Κάμπος – Ροντρίγκες αλλά και να απειλήσει ο ίδιος είτε με σουτ είτε πατώντας την αντίπαλη περιοχή, υπήρχαν και στιγμές παιχνιδιού που έδειχναν στον Ιβιτς ότι έπραξε καλά που επέλεξε να παίξει με τρεις κεντρικούς μέσους που έχουν κυρίως ανασταλτικά προτερήματα. Ο ΠΑΟΚ κέρδιζε εύκολα τη μπάλα στο κέντρο, εμπόδιζε την ΑΕΚ καλύπτοντας τους χώρους, την έκανε να μοιάζει ακίνδυνη.

Αντιθέτως, όταν άρχισε να γίνεται πιο λειτουργικός στο δημιουργικό κομμάτι, έγινε ευάλωτος από τον άξονα, μετά την είσοδο του Μπίσεσβαρ, όπως φάνηκε καθαρά στην φάση του 74'ου λεπτού με την επίθεση που εκδήλωσε η ΑΕΚ από τον κεντρικό άξονα και είχε κατάληξη το σουτ του Χριστοδουλόπουλου στο οριζόντιο δοκάρι. Κι αυτό συνέβη επειδή, όπως εξήγησε ο Ιβιτς, ο Μπίσεσβαρ δεν είναι ούτε τακτικά συνεπής στο ανασταλτικό μέρος του παιχνιδιού.

Ο Ιβιτς είναι τεκμηριωμένος, φιλοσοφικά, προπονητής. Ακόμη και αν το ελληνικό λεξιλόγιό του δεν έχει τον απαιτούμενο πλούτο, ή αν υπολείπεται έναντι άλλων προπονητών στο κομμάτι της επικοινωνίας επειδή δεν είχε επενδύσει σε αυτό στον καιρό του ως ποδοσφαιριστής, κάθε φορά που καλείται να εξηγήσει μια επιλογή του την τεκμηριώνει με εξηγήσεις που φανερώνουν προετοιμασία, προβληματισμό και σκέψη. Δεν απαντά δηλαδή με το “έτσι έκρινα”, ούτε διατυπώνει τον αόριστο λόγο των προπονητών της προηγούμενης εποχής. Συνεπώς είτε κανείς “συμφωνεί” με τις επιλογές του είτε όχι, οφείλει να του αναγνωρίζει ότι είναι ένας προπονητής που δουλεύει στην εφαρμογή των ιδεών του και όχι κάποιος που κάνει ότι του κατεβαίνει εκείνη τη στιγμή στο κεφάλι.

Δεν την έκανε αργά την αλλαγή του Σάκχοφ με τον Μπίσεσβαρ (στο 63'), αλλά αυτό ήταν ένα παιχνίδι που του έδειχνε, του προπονητή του ΠΑΟΚ, από πολύ νωρίς ότι η ομάδα του δεν θα κατάφερνε να απαντήσει στην αριθμητική υπεροχή που διαρκώς είχαν οι αμυντικές γραμμές της ΑΕΚ έναντι των δικών του γραμμών και κυρίως ότι με τους μέσους που είχε στο τερέν δεν θα κατάφερνε να προβληματίσει την αντίπαλό του με κάθετη ανάπτυξη και ότι ο ΠΑΟΚ θα παρέμενε προβλέψιμος και συνεπώς πιο εύκολα αντιμετωπίσιμος όσο επέμενε να επιχειρεί κυρίως ή και μόνο από τα άκρα. Είναι πάντως φυσιολογικό για έναν προπονητή χωρίς μεγάλη εμπειρία, ο οποίος ήδη λειτουργεί με μεγάλη πίεση, η οποία ασκείται από τις υψηλές προσδοκίες και την ανυπομονησία ολόκληρου του οργανισμού του ΠΑΟΚ για να κάνει πρωταθλητισμό, να χρειάζεται χρόνο, δηλαδή να χρειάζεται λάθη και σωστά για να μάθει από αυτά, να αποκτήσει παραστάσεις και να εξελιχθεί. Από αυτή την άποψη ο Ιβιτς στάθηκε πολύ τυχερός το βράδυ της Κυριακής, αφού πήρε ακόμη ένα καλό μάθημα και όχι μόνο δεν πλήρωσε το κόστος αλλά πήρε και το μπόνους του γκολ της τελευταίας στιγμής χάρη στο σοβαρό λάθος του επόπτη, στην επιμονή της ομάδας του και στην ποιότητα που έχει ο Λέο Μάτος.

Αν κανείς πατούσε pause στη δεδομένη στιγμή, δεν θα δυσκολευόταν καθόλου να αποδώσει στον Βραζιλιάνο τον τίτλο της πολυτιμότερης μεταγραφής και να απονείμει τα εύσημα στον Λούμπος Μίχελ για το δίκτυο που έχει αναπτύξει για να φτάνει στο σημείο να παίρνει έναν ποδοσφαιριστή υψηλής αξίας χωρίς αντίτιμο.

Ολοκληρώνοντας για τον Ιβιτς, ο προπονητής του ΠΑΟΚ χρειάζεται ενθάρρυνση προκειμένου να αποκτήσει μεγαλύτερη ευρύτητα το πνεύμα του. Χρειάζεται, για παράδειγμα, αντί να προτιμά τον Σακχοφ, να επιχειρήσει να παρακινήσει και να πείσει τον Μπίσεσβαρ να αμυνθεί, ή και να δώσει ευκαιρίες και σε άλλους. Αντί να επιμένει στον Κάμπος, να δώσει παραπάνω ευκαιρίες στον Μυστακίδη, μεγαλώνοντας τον κορμό των “βασικών”. Για να μάθει αν θα συμβούν όλα αυτά όμως με τον Ιβιτς ο ΠΑΟΚ πρέπει να κάνει υπομονή, διότι θα συνεχίσει να περνά δοκιμασίες δίχως την βεβαιότητα ότι ο προπονητής του είναι έτοιμος να τις περάσει αποτελεσματικά. Αν δεν ήθελε αυτό, θα είχε προσλάβει έναν ώριμο προπονητή. Οταν επέλεγε τον Ιβιτς προφανώς όλα τα παραπάνω τα είχε στο μυαλό του. Αν δεν τα είχε, θα το διαπιστώσουμε στο εγγύς μέλλον.

Ενα καλό σημάδι από τον Μοράις

 

Αν θέλει χρόνο ο Βλάνταν Ιβιτς, που δουλεύει εδώ και επτά μήνες ως πρώτος προπονητής στον ΠΑΟΚ, ο Ζοσέ Μοράις χρειάζεται ακόμη περισσότερο διάστημα χρόνου και ακόμη μεγαλύτερη υποστήριξη από αυτήν που έχει ο Σέρβος. Σε διάστημα 12 ημερών ο Πορτογάλος δεν θα μπορούσε να είχε δείξει περισσότερα στην Τούμπα από αυτά που έδειξε η ομάδα του. Η βελτίωση της λειτουργίας της ΑΕΚ χωρίς τη μπάλα ήταν φανερή δια γυμνού οφθαλμού. Κι αυτό συνέβη επειδή η ΑΕΚ έφυγε από την φάση της παντελούς έλλειψης συγχρονισμού και συντονισμού στις ομαδικές κινήσεις, που για αυτόν τον λόγο άλλωστε δεν έμοιαζαν ομαδικές, και πέρασε στη φάση που προσπαθεί να αμυνθεί συγχρονισμένα και συντονισμένα. Χάρη στην οργανωμένη ανασταλτική λειτουργία της η ΑΕΚ κατάφερε να λειτουργήσει αποτελεσματικά τόσο σε αρκετές από τις απόπειρές της να κάνει επιθετική άμυνα όσο και στο διάστημα που επέλεγε να στηθεί κάτω από την μεσαία γραμμή και να κλείσει τους χώρους.

Αυτό το κομμάτι παιχνιδιού είναι μια βάση για να αρχίσει να χτίζει πάνω της ένας προπονητής το επιθετικό/δημιουργικό μέρος του παιχνιδιού. Αυτό όμως είναι πιο δύσκολο και απαιτεί πολύ περισσότερο χρόνο, μεγαλύτερο αριθμό προπονήσεων για την εφαρμογή των τακτικών ιδεών ενός προπονητή για τους τρόπους που επιθυμεί να χτίζει η ομάδα του τις επιθέσεις της. Σε διάστημα 12 ημερών, με απανωτά παιχνίδια λόγω και του κυπέλλου, ο Μοράις είχε ουσιαστικά τρεις “σοβαρές” προπονήσεις στη διάθεσή του για δουλειά στην τακτική. Και επέλεξε να δουλέψει με στόχο να της μάθει της ομάδας του να κάνει επιθετική άμυνα, δηλαδή να μαρκάρει πιεστικά και οργανωμένα στο αμυντικό 1/3 της αντίπαλης ομάδας, αλλά και πάνω στο “πώς θέλω να βγαίνουμε στην κόντρα επίθεση όταν κλέβουμε ψηλά τη μπάλα” είδος παιχνιδιού. Και αυτό, δηλαδή ότι έκανε κάποια δουλειά σε μια φάση παιχνιδιού, έγινε ευδιάκριτο στην Τούμπα. Κι είναι ένα καλό σημάδι. Εχει όμως πολύ δρόμο μπροστά του και χρειάζεται πολύ περισσότερο χρόνο για να δείξει στους παίκτες από ποιους και πώς ξεκινούν οι οργανωμένες επιθέσεις. Πού μπορεί να ποντάρει μέχρι τότε ο Μοράις; Στην καλή ανασταλτική λειτουργία, και στην ατομική ποιότητα των μέσων και των μεσοεπιθετικών του και στους συνδυασμούς που αυτή μπορεί να γεννήσει.

Αν το φυσικό ποδόσφαιρο ήταν playstation, ο παρατηρητής θα μπορούσε να μιλήσει για το νόημα μιας αλλαγής στον σχηματισμό, δεδομένου ότι σήμερα η ΑΕΚ δεν έχει επαρκή αριθμό ακραίων επιθετικών και, αντιθέτως, έχει ποιοτικούς μέσους με ικανότητα να κινούνται στον κεντρικό άξονα. Το πραγματικό ποδόσφαιρο όμως έχει άλλες προτεραιότητες: ο προπονητής χρειάζεται χρόνο για να μάθει τους ποδοσφαιριστές, να μάθει τα δίδυμα που αυτοί δημιουργούν, να δει ποιοι και πώς συνεργάζονται καλύτερα, να δοκιμάσει τρόπους για να χτίζει επιθέσεις και κάπως έτσι, μέσα από μια καθημερινή διαδικασία και έναν σημαντικό αριθμό αγώνων να φτάσει σε συμπεράσματα για τα συμβατά με το υλικό του game plans.

Είναι πάρα πολύ νωρίς για να σχηματίσει κανείς έστω και πρώτη εντύπωση για την αποτελεσματικότητα του Μοράις. Γι' αυτό και είναι πολύ νωρίς για να εκτιμήσει κανείς αν η ΑΕΚ μπορεί ή όχι να κάνει μαζί του πρωταθλητισμό στη δεδομένη στιγμή. Αυτό όμως θα ήταν αδύνατο να το εκτιμήσει κανείς όποιος από τους διαθέσιμους και αν ήταν ο προπονητής που είχε προσληφθεί προ 12ημέρου.

Οπως ο Ιβιτς, και ο Μοράις έδωσε στην Τούμπα την εντύπωση ότι “δεν έβλεπε” αυτό που όλοι βλέπαμε, την κακή κατάσταση του Πατίτο Ροντρίγκεζ. Η εξήγηση του Πορτογάλου όμως είναι ακόμη πιο πειστική: άφησε για 69' λεπτά στο τερέν έναν παίκτη που ήταν σε μετριότατο βράδυ απλώς επειδή μόνο με αυτόν είχε προλάβει να δουλέψει. Και επειδή στήριζε αρκετά στον Πατίτο στις προπονήσεις της προετοιμασίας για αυτό το ματς, επέμεινε πάνω του προτού ποντάρει στον Χριστοδουλόπουλο, με τον οποίο είχε δουλέψει λιγότερο. Δεν μπορείς να δεις με το ίδιο μάτι έναν προπονητή που δουλεύει επτά μήνες σε έναν σύλλογο και έναν που δεν είχε συμπληρώσει ούτε δύο εβδομάδες χθες.

Best of internet