O ΠΡΙΓΚΗΠΑΣ ΦΟΒAΤΑΙ ΞΑΝA!

ΜΟΥΣΙΚΗ

O Πρίγκηπας φοβάται ξανά!

Οι ιστορικοί Φόβοι του Πρίγκηπα επανενώνονται στη σκηνή έπειτα από αρκετά χρόνια και μιλούν στο gazzetta.gr για την επιστροφή τους, το live που έρχεται, καθώς και τις καλές μέρες της ελληνικής ροκ.

Του Θάνου Σαρρή

Την δεκαετία του '90 η ελληνική ροκ μουσική απογειώθηκε. Χωρίς internet, αλλά με γνήσιο μεράκι και πάθος, αρκετές μπάντες προσπάθησαν να μπουν στο δρόμο που είχαν χαράξει οι Τρύπες και τα Ξύλινα Σπαθιά. Η εποχή γέννησε διαμαντάκια. Μπάντες που έφτιαξαν τη δική τους πορεία, άλλες περισσότερο και άλλες λιγότερο γνωστές και μια underground σκηνή με πολλά ενδιαφέροντα γκρουπ και δεκάδες live σε όλη την Ελλάδα.

Το download τότε, κυρίως στο ξεκίνημα της δεκαετίας ήταν ανύπαρκτο, όμως πάρα πολλοί πιτσιρικάδες μάθαιναν μουσικές και γκρουπ από κασέτες που κυκλοφορούσαν από χέρι σε χέρι, ραδιόφωνα και φυσικά CD. Στο δισκοπωλείο έβρισκες άλμπουμ από συγκροτήματα που μπορεί να μην τα είχες ακούσει ποτέ, όμως ψαχνόσουν, πειραματιζόσουν και φυσικά ρίσκαρες. Όταν στα ράφια εμφανίστηκε εκείνο το CD με τα γουρούνια στο εξώφυλλο και το ευφάνταστο όνομα «Οι φόβοι του Πρίγκηπα», ήταν από μόνο του δελεαστικό. Κι όταν πατούσες το play και ξεκινούσε η "Χωμάτινη Κούκλα" σου έπεφταν τα σαγώνια. Ίσως να είχε παίξει σε κάποια εκπομπή του Atlantis από πριν, αλλά τα χρόνια περνούν και η μνήμη εξασθενεί. 

Οι Φόβοι έγιναν γνωστοί στην Ελλάδα, έβγαλαν τρία CD και έδωσαν αρκετές συναυλίες, αφήνοντας το δικό τους στίγμα στη σκηνή. Όμως το 2002 έπαψαν να υπάρχουν, συνεχίζοντας με τον έναν ή τον άλλον τρόπο να κινούνται στη μουσική. 

Φέτος, ενώνουν ξανά τις δυνάμεις τους και επιστρέφουν στη σκηνή στο αυτοοργανωμένο φεστιβάλ Βρύσης Τυρνάβου, που θα γίνει στις 23, 24 και 25 Αυγούστου. Με αφορμή την επιστροφή τους, μίλησαν στο gazzetta.gr για το τότε και το τώρα, ταξιδεύοντας πίσω στις μέρες των φόβων!

Ας ξεκινήσουμε λίγο ανάποδα. Πώς αποφασίσατε το reunion με τους Φόβους για το Festival Βρύσης Τυρνάβου;

Η αλήθεια είναι ότι ήταν να παίξουμε τον προηγούμενο χρόνο. Θα ήταν κάτι σαν επετειακή εμφάνιση για τα 20 χρόνια από την κυκλοφορία του πρώτου δίσκου των Φόβων του Πρίγκηπα, του ομώνυμου με τα γουρουνάκια στο εξώφυλλο. Το παλέψαμε πολύ αλλά επειδή δεν τα καταφέραμε τότε το μεταθέσαμε για φέτος. 

Τα παιδιά που οργανώνουν το φεστιβάλ είναι φίλοι και η συζήτηση για μια ενδεχόμενη εμφάνιση των Φόβων στο φεστιβάλ κρατάει χρόνια κι έτσι τα πράγματα ήρθαν όπως έπρεπε. Το Φεστιβάλ Βρύσης Τυρνάβου γίνεται φέτος για 8η χρονιά, είναι απόλυτα αυτοοργανωμένο και υποστηρίζεται από ολόκληρη τη σκηνή της κεντρικής Ελλάδας. Γίνεται σε ένα χώρο έξω από τον Τύρναβο με νερά, πλατάνια και παροχές για κάμπινγκ και κάθε χρόνο συγκεντρώνεται κόσμος από ολόκληρη την Ελλάδα. Φέτος είναι τριήμερο, έχει 20 μπάντες και θα ξεκινάει με μουσικές, θεατρικά, σεμινάρια και το απαραίτητο τσίπουρο από το μεσημέρι. Όπως καταλαβαίνετε θα είμαστε και τις τρεις μέρες εκεί και όχι μόνο το Σάββατο 25 Αυγούστου που παίζουμε.

Όλα αυτά τα χρόνια φαντάζομαι η προοπτική της επανένωσης είχε περάσει ξανά από το μυαλό σας. Γιατί όχι νωρίτερα;

Σταματήσαμε να παίζουμε μαζί γύρω στο 2002, όταν ήρθαν απανωτές αλλαγές στις ζωές όλων μας, οπότε μοιραία, όλα τα επόμενα χρόνια η μόνη ερώτηση που μπορούσαμε να κάνουμε μεταξύ μας ήταν «πότε θα ξαναπαίξουμε;». Αρχές του 2011 βρεθήκαμε για 2 ημέρες σε ένα στούντιο στην Αθήνα, και τον Απρίλη του ίδιου χρόνου παίξαμε ένα live στη Λάρισα. Ήταν το μοναδικό μέχρι σήμερα αλλά τότε καταλάβαμε ότι δεν παίζει να μην ξαναγίνει, οπότε τα τελευταία χρόνια το συζητούσαμε όλο και πιο συχνά. Δυστυχώς δεν μπορούμε να βρισκόμαστε εύκολα καθώς μένουμε σε τρεις διαφορετικές πόλεις. Πάντως, όταν καταφέρνουμε και ξεπερνάμε αυτή τη δυσκολία και βρισκόμαστε και οι τέσσερις μαζί, μόνο το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον των Φόβων συζητάμε.

Φωτογραφία: Γιώργος Γαβαλάς

Αλήθεια, από που προέρχεται τελικά το όνομα;

Εδώ έχουμε το παράδοξο, μια μπάντα να παίρνει το όνομά της από ένα τραγούδι της. Πρώτα είχαμε το ομώνυμο τραγούδι και μετά μας ήρθε η ιδέα ότι μπορεί να είναι το όνομα της μπάντας.

Σε αρκετά τραγούδια, όπως η Χωμάτινη Κούκλα και το Πριν Γεράσω θα Ζήσω ο ήχος σας είναι αρκετά πιο hard. Σε άλλα, είστε πιo cool. Πώς θα χαρακτήριζες τελικά το στιλ των Φόβων;

Το φθινόπωρο του 1995, μόλις 6-7 μηνών μπάντα τότε, αποφασίσαμε να πάμε από το Ρέθυμνο στη Θεσσαλονίκη για ένα τριήμερο. Θέλαμε να παρακολουθήσουμε δυο συναυλίες στον Μύλο της Θεσσαλονίκης και τελικά πήγαμε σε τέσσερις. Μια των γκαραζάδων Dead Moon, μια του τζαζίστα Billy Cobham και τελικά, ακόμα μια των Ξύλινων Σπαθιών και μια των Blues Wire. Την τρίτη μέρα κάναμε το 2ο live από το ξεκίνημα της μπάντας, στη Θεσσαλονίκη, οργανωμένο από τον Βαγγέλη, έναν αδελφικό φίλο μέχρι και σήμερα. Σε αυτό το live λοιπόν, παίξαμε τα άγουρα τραγούδια μας έχοντας στο μυαλό τουλάχιστον τέσσερα διαφορετικά είδη μουσικής από τις προηγούμενες δυο μέρες. Κάπως έτσι γινόταν πάντα.

Μερικούς μήνες πριν, την άνοιξη του 1995, είχαμε ξεκινήσει να γράφουμε τραγούδια με ακουστικές κιθάρες, μικρούς ενισχυτές και αυτοσχέδια κρουστά παίζοντας κυρίως στα σπίτια μας στο Ρέθυμνο. Όταν παίξαμε για πρώτη φορά με ντραμς, άλλαξαν όλα. Και όταν αρχίσαμε να παίζουμε με μεγαλύτερους ενισχυτές και οι κιθάρες έγιναν ηλεκτρικές με overdrive, πάλι άλλαξαν όλα. Το στιλ μας είναι ό,τι προκύπτει κάθε φορά από αυτό που φέρνουμε οι τέσσερις μας σε μια πρόβα και από αυτό που τελικά κρατάμε. Έχουμε γράψει γκαζάτα και θορυβώδη κομμάτια αλλά και μερικά που κρατάμε την ανάσα μας όταν τα παίζουμε για να μην ακουστεί μέσα στο κομμάτι.

Αν θυμάμαι καλά οι περισσότεροι συνεχίσατε να βρίσκεστε στη μουσική μετά τους Φόβους. Παραμένετε ενεργοί μουσικά; 

Με το που σταματήσαμε το 2002, μια αγγλόφωνη μπάντα ξεπήδησε από τα τρία μέλη των  Φόβων στην Αθήνα, οι Action Ladies. Ο Αντώνης (ντραμς), ο Πάρις (κιθάρα) και ο Αλέξης (μπάσο) έκαναν αρκετά live παίζοντας έναν πειραματικό σκληρό ήχο που ακόμα και τώρα δεν τον λες ιδιαίτερα διαδεδομένο. Επιπλέον, ο Αντώνης έπαιξε στους Groove Therapy και Lee Anduze και πρόσφατα σχημάτισε τους Miniature Solar Systems με τους οποίους παίζει τώρα. Ο Πάρις έκανε ένα project με τίτλο UNiversally UΝknown, έβαλε το χεράκι του σε μια παραγωγή των Bokomolech και συνεχίζει να ασχολείται με τον ήχο. Ο Αλέξης συμμετέχει στους Motel Room 36 και έχει γράψει μουσική για θέατρο. Ο Ανδρέας μένει στη Λάρισα και το 2010 σχημάτισε τους ΤΑΖ (Temporary Autonomous Zones) που μετεξελίχθηκαν στους σημερινούς Birthday Kicks.

Τι άκουγαν το 1995 τα παιδιά στο Ρέθυμνο που έπιασαν τα όργανα και ξεκίνησαν να ροκάρουν και τι τους ενέπνευσε να το κάνουν;

Στο Ρέθυμνο γνωριστήκαμε ως φοιτητές, όλοι από διαφορετικές πόλεις και όλοι με εμπειρία από συμμετοχή σε τοπικές μπάντες, άλλος περισσότερο άλλος λιγότερο. Ο Αντώνης ας πούμε είχε κυκλοφορήσει δίσκο στην Κύπρο, πριν τους Φόβους, με την μπάντα του τους Rebel Youth. Ακούγαμε σχετικά διαφορετικά πράγματα, από garage rock’n’roll και κλασικό ροκ, μέχρι punk, soul, jazz και metal. Εκείνη την εποχή όμως επίσης, ήταν στα πολύ επάνω τους οι Τρύπες που τους είχαμε δει όλοι live καθώς και η σκηνή του Seattle και γενικότερα ο σκληρός εναλλακτικός ήχος και η βρετανική σκηνή που παιζόταν σε όλα τα bar που πηγαίναμε μαζί. 

Δεν γνωρίζω πωλήσεις και τα λοιπά, αλλά νομίζω ότι ο πρώτος σας δίσκος έγινε πολύ γνωστός στα παιδιά που εκείνη την εποχή ψάχνονταν στα μονοπάτια του ελληνικού ροκ. Το περιμένατε;

Στα πρώτα μας live οι αντιδράσεις του κοινού ήταν πολύ καλές και νιώθαμε ότι πάει να βγει κάτι που μπορεί να το ακούσει κι άλλος κόσμος. Τα πρώτα μας ντέμο σε κασέτες πρέπει να είχαν φτάσει σε όλα τα μέρη της Ελλάδας μέσα σε δυο-τρεις μήνες από την ηχογράφησή τους. Λαμβάναμε και αλληλογραφία με το ταχυδρομείο. Επίσης, στα μέσα της δεκαετίας του 90, σχεδόν όλες οι δισκογραφικές εταιρείες αναζητούσαν τις επόμενες Τρύπες και τα επόμενα Ξύλινα Σπαθιά και οι ευκαιρίες να κυκλοφορήσει δίσκο μια ελληνόφωνη μπάντα με εταιρεία και promotion ήταν πολλές. Το 1996 μας πρότεινε συμβόλαιο η Virgin και, μέχρι το 2001, κυκλοφορήσαμε 3 δίσκους κι ένα EP. Ο πρώτος μας δίσκος πήρε πολύ καλές κριτικές από τον μουσικό τύπο και το ΠΟΠ&ΡΟΚ, ένα περιοδικό που τότε διαβαζόταν σχεδόν από όλους όσους ασχολούνταν με το ροκ, οπότε ήταν λογικό να μας ακούσει μεγάλο μέρος του κοινού. 

Πώς σε μια εποχή χωρίς ίντερνετ το ελληνικό ροκ γνώρισε τέτοια άνθηση, ακόμα και σε γκρουπ που διατηρούσαν το underground προφίλ τους; 

Υπήρχαν οι κασέτες. Έγραφες ας πούμε μια κασέτα με 25 μπάντες από την Θεσσαλονίκη και σε μερικές εβδομάδες αυτή η κασέτα μπορεί να είχε αντιγραφεί εκατοντάδες φορές. Φαντάσου να έχεις 15 τέτοιες κασέτες με συγκροτήματα από ολόκληρη την Ελλάδα. Επίσης υπήρχαν πολλά fanzines, άλλα περισσότερο και άλλα λιγότερο περιποιημένα, αλλά όλα με πολλή πληροφορία μέσα τους. Ακόμα και ο mainstream μουσικός τύπος, που είχε άμεση σχέση με τις δισκογραφικές εταιρείες, έγραφε σχεδόν για κάθε συγκρότημα που κυκλοφορούσε κάτι στην Ελλάδα, είτε δίσκο είτε ντέμο. Οι εταιρείες κυκλοφόρησαν πολλούς δίσκους, ακόμα και από συγκροτήματα που δεν ήταν ακόμα έτοιμα για κάτι τέτοιο, και δόθηκε η εντύπωση μιας άνθησης του ελληνικού ροκ, που αποδείχθηκε τελικά ότι ήταν περισσότερο ποσοτική παρά ποιοτική. Κυκλοφόρησαν και κάποια διαμάντια βέβαια μέσα σε όλη αυτή την αναμπουμπούλα τα οποία διαδίδονταν με τον ίδιο τρόπο που γίνεται και σήμερα με το ίντερνετ. Από στόμα σε στόμα. 

Τι θυμάστε περισσότερο από τις ωραίες εποχές του ελληνικού ροκ; Ποιο live σας έχει σημαδέψει; 

Θυμόμαστε να ακούγονται τα τραγούδια μας μέσα σε bars και τον κόσμο να τραγουδάει και να χορεύει. Ακόμα και σε μαγαζιά που παίζαμε έχει γίνει αυτό, όπου μετά από live μας ο dj περνούσε ολόκληρη την ελληνική σκηνή κι έπαιζε και ένα-δυο δικά μας κομμάτια που μόλις είχαμε παίξει. Από live στα οποία συμμετείχαμε και θα τα θυμόμαστε για πάντα, ένα ήταν με τους John Spencer and the Blues Explosion στο Ρόδον το 1997, όπου μάθαμε τι σημαίνει rock’n’roll και ένα στο φεστιβάλ της Βαβέλ στο Γκάζι το 1998, όπου παίξαμε για πρώτη φορά σε τόσο μεγάλο κοινό και για τελευταία φορά με τον Σωτήρη, τον πρώτο μπασίστα των Φόβων. Κάθε live μας στο Ρέθυμνο επίσης είναι να το θυμάσαι, πολλοί που ήταν εκεί μπορούν να το πιστοποιήσουν.

Φωτογραφία: Αρχείο Βαγγέλη Δημητρακάκη

Ήταν πιο εύκολο τότε να βγάλεις άλμπουμ ή τώρα; Μπορεί να επιβιώσει οικονομικά μια ροκ μπάντα χωρίς να κάνει εκπτώσεις, μόνο από τη μουσική της;

Με το ενδιαφέρον των εταιρειών στραμμένο σχεδόν αποκλειστικά στο ελληνόφωνο ροκ, ήταν σχετικά εύκολο μια μπάντα που είχε υλικό να κυκλοφορήσει δίσκο. Από τους δίσκους δεν επιβίωνε βέβαια κανένας, και τα live δεν ήταν τόσα πολλά για κάθε μπάντα ώστε να γίνει η μουσική επάγγελμα. Εμείς για ένα–δυο χρόνια παίξαμε αρκετά και καταφέραμε να τα βγάλουμε πέρα, αλλά αυτό δεν ήταν κανόνας για όλες τις μπάντες. Επίσης, τότε βγήκαν και εξαιρετικές αγγλόφωνες μπάντες που δεν είχαν τις ίδιες ευκαιρίες με τις ελληνόφωνες. Αυτές δυσκολεύτηκαν αρκετά, γιατί αν δεν υπήρχε υποστήριξη από εταιρεία που θα χρηματοδοτούσε και θα έκανε διανομή στο δίσκο σου δεν υπήρχε περίπτωση να κυκλοφορήσεις κάτι μόνος σου. Οι λίγοι που τα κατάφεραν τότε είναι πραγματικά οι σημερινοί ήρωες της σκηνής.

«Κοίτα να δεις ανθρωπάκι, έτσι γυρνάει ο καιρός, κάποια ημέρα θα φτάσει, που θα γ...ει κι ο φτωχός», τραγουδούσατε τότε. Γύρισε ο καιρός; Αν όχι, θα γυρίσει ποτέ; 

Το «Κοίτα», από όπου και ο στίχος, γράφτηκε ως ένα δυσοίωνο τραγούδι για το μέλλον. Και είναι ένα τραγούδι που αφορά έναν έφηβο, δηλαδή έχει μέσα του τόσο το φόβο όσο και την αίσθηση παντοδυναμίας και τον τσαμπουκά ενός ανθρώπου που ακόμα δεν έχει ζήσει όσα θα ήθελε. Με αυτή την έννοια, ο στίχος δεν αποτελεί απειλή ή προφητεία. Περισσότερο εκφράζει την πεποίθηση ότι τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν, ότι ο αδύναμος κάποια στιγμή μπορεί να γίνει δυνατός. Ο καιρός τώρα… Ο καιρός γυρνάει συνεχώς και τα πράγματα έρχονται πάνω-κάτω πολλές φορές στη διάρκεια μιας ζωής. Το ζήτημα είναι τι κάνει καθένας μας όταν έχει τη δύναμη, όταν ευνοείται από τις συνθήκες. Ζει για τον εαυτό του ή για το σύνολο; Αυτή ίσως είναι μια ερώτηση που πρέπει να κάνει τόσο ένας έφηβος όσο και ένας ενήλικας.

Κάποια χρόνια μετά κυκλοφόρησε ένα πιο mainstream τραγούδι με τίτλο φόβοι του πρίγκηπα, από άλλη μπάντα. Φαντάζομαι δεν ερωτηθήκατε ποτέ. Σας ενόχλησε;  

Δεν χρειαζόταν να μας ρωτήσει κανείς για να δοθεί τίτλος σε ένα τραγούδι. Μας εξέπληξε όταν το μάθαμε γιατί η αναφορά στη μπάντα είναι σαφής. Εμάς δεν μας ενόχλησε καθόλου, αλλά κάποιοι φίλοι των Φόβων βρήκαν την ευκαιρία να εκτονωθούν λεκτικά ενάντια στην ελληνόφωνη ποπ. Νομίζω ότι απλώς ενεργοποιήθηκε αυτή η αρχέγονη αντιπάθεια του ορκισμένου ροκά ενάντια στην κυρίαρχη κουλτούρα. 

Πώς βλέπετε το μέλλον της ελληνικής ροκ σκηνής; 

Για το μέλλον δεν ξέρουμε αλλά το παρόν και το πρόσφατο παρελθόν έχει πολύ ενδιαφέρον. Αυτή τη στιγμή, μπάντες και αυτόνομοι μουσικοί που παίζουν από τη δεκαετία του 80 και του 90 κυκλοφορούν εκπληκτικούς δίσκους, και υπάρχουν και 4-5 ελληνικές μπάντες που τα τελευταία χρόνια έχουν ανοιχτεί σε πολύ κόσμο κάνοντας ακόμα και περιοδείες στο εξωτερικό. Βγαίνει πολύ και καλό υλικό από την Ελλάδα και υπάρχει και ένα ακροατήριο που στηρίζει τις μπάντες, τις συναυλίες και τα φεστιβάλ. Αυτό ίσως είναι το πιο σημαντικό για το μέλλον. 

*Η κεντρική φωτογραφία είναι του Γιώργου Γαβαλά 

Best of internet