Η ελληνική τραγωδία να επιστρέφεις στη χώρα σου

Η ελληνική τραγωδία να επιστρέφεις στη χώρα σου

Η ελληνική τραγωδία να επιστρέφεις στη χώρα σου

Ο Βασίλης Τσίγκας επέστρεψε στο βασανιστήριο της ελληνικής αθλητικής καθημερινότητας και προσπαθεί να βάλει τα πράγματα σε μια σειρά για να μην ξεχάσει πώς είναι η κανονικότητα που έζησε τις τελευταίες δύο εβδομάδες.

Στην ταινία «Πολίτικη Κουζίνα», κάποια στιγμή ο χαρακτήρας του Ιεροκλή Μιχαηλίδη μιλάει στην οικογένειά του για τη στιγμή που τον ενημέρωσαν ότι θα απελαθούν από την Κωνσταντινούπολη και σε μια αποστροφή του λόγου του λέει: «Γιατί η Ελλάδα ήταν ωραία, όταν την σκεφτόμασταν στην Πόλη. Πιο όμορφη απ’ αυτό που βρήκαμε εδώ». Η Ελλάδα είναι πράγματι η πιο όμορφη χώρα του κόσμου! Για να τη βλέπεις, να την έχεις κλεισμένη σε μια γυάλα αν γίνεται και να τη χαζεύεις, αλλά όχι για να τη ζεις. Γιατί η χώρα Ελλάδα, έρχεται με μας, τους Έλληνες κατοίκους της. Κι εμείς δεν είμαστε όμορφοι…

Είμαστε κουτοπόνηροι, μνησίκακοι, εγωιστές, παρτάκηδες. Είμαστε πολλά πράγματα, αλλά όμορφοι δεν είμαστε. Φαντάζομαι, ότι η ομορφιά κρύβει ένα υποκειμενικό στοιχείο μέσα της, όμως έχουμε καταφέρει ακόμα κι αυτό να το ξεπεράσουμε. Αντικειμενικά, λοιπόν, είμαστε άσχημοι! Και τα ελάχιστα όμορφα λουλούδια που κατάφεραν να αναπτυχθούν ανάμεσά μας, ευτυχώς γι’ αυτά έχουν μεταναστεύσει καιρό τώρα για να συνεχίσουν να ανθίζουν. Γιατί εδώ, απλά θα βούλιαζαν στον βούρκο, όπως έχουμε κάνει όλοι οι υπόλοιποι.

Θέλω πάρα πολύ να γενικεύσω, γι’ αυτό και το κάνω. Γιατί θέλω το σχόλιο από κάτω «κλασικός Έλληνας δημοσιογράφος, που τσουβαλιάζει τους πάντες στο ίδιο καζάνι». Και το θέλω, γιατί ναι, είμαστε όλοι στο ίδιο καζάνι! Όλοι μαζί βράζουμε στον ίδιο χυλό ατιμωρησίας, ωχαδερφισμού, μίσους και σχεδόν ψυχαναγκαστικής αδιαφορίας για το οτιδήποτε δεν μας επηρεάζει άμεσα.

Οι κανόνες και οι νόμοι σε μια κοινωνία υπάρχουν για να κάνουν την συμβίωσή μας υποφερτή. Αυτό είναι το μίνιμουμ. Να αντέχω να ζω με σένα και τον δίπλα και τον παραδίπλα στην ίδια κοινωνία, χωρίς να υποφέρω. Όταν λοιπόν είμαι ανάπηρος και πρέπει να μετακινηθώ με το καροτσάκι μου και δεν μπορώ, γιατί ο κλασικός ο Ελληνάρας έχει κλείσει το πεζοδρόμιο, τότε υποφέρω! Όταν δεν καπνίζω και οπουδήποτε κι αν μπαίνω, σε εστιατόρια, δημόσιες υπηρεσίες, γήπεδα, παντού όλοι καπνίζουν, τότε υποφέρω! Όταν βασικά μου δικαιώματα καταπατούνται και δεν μπορώ να βρω το δίκιο μου ή για να το βρω πρέπει να περάσουν 7-8 χρόνια, τότε υποφέρω! Όταν θέλω να πάω σε ένα γήπεδο με το παιδί μου και δεν μπορώ γιατί φοβάμαι για την σωματική, ψυχολογική και πνευματική ακεραιότητά του, τότε υποφέρω! Και υποφέρω ακόμα περισσότερο, όταν ξέρω ότι θεωρητικά υπάρχουν νόμοι για να ρυθμίζουν όλα αυτά τα πράγματα, αλλά απλά δεν εφαρμόζονται! Γιατί δεν μας ενδιαφέρει! Κανέναν μας!

Η κοινωνία μας είναι δομημένη πάνω στην δύναμη του τσαμπουκά. Του ψευτόμαγκα του Έλληνα του κουτοπόνηρου. Του «άκου εδώ φιλαράκι, εμένα που με βλέπεις». Αν είσαι καραγκιόζης, περνάει το δικό σου. Κι αν είσαι καραγκιόζης με λεφτά, τότε δημιουργείς το δικό σου, αδιαφορώντας πλήρως αν αυτό καταπατάει δικαιώματα άλλων. Χαριεντιζόμαστε και χασκογελάμε, λέγοντας ότι σε χώρες, όπως οι ΗΠΑ, τα χρήματα είναι ο απόλυτος Θεός -και είναι αλήθεια αυτό-, διαλέγουμε να ξεχάσουμε όμως ότι στην Ελλάδα τα χρήματα είναι ο Θεός, ο Νόμος, ο Δικαστής, ο Αστυνομικός, ο Γιατρός. Κοροϊδευόμστε μεταξύ μας, ότι η δική μας κοινωνία είναι καλύτερη, γιατί βασίζεται στην παράδοση και την ιστορία και δεν κοιτάμε ποτέ γύρω μας. Γιατί αν πραγματικά κοιτάγαμε, αν πραγματικά μας ενδιέφερε η κοινωνία μας, τότε θα νιώθαμε μόνο ντροπή και τίποτα άλλο.

Ντροπή, που η διαφθορά έχει εισχωρήσει σε κάθε πιθανή και απίθανη σχισμή της καθημερινότητάς μας, ντροπή που ο υπέρμετρος εγωισμός και η απόλυτη αναλγησία έχουν ποτίσει τις ψυχές μας σε σημείο να ευχόμαστε καρκίνους στα κόκαλα ανθρώπων, ντροπή που επικροτούμε τιμητές καθεστώτων που σκότωσαν και βασάνισαν εκατομμύρια ανθρώπους, ντροπή που έχουμε μανάδες, αδερφές και κόρες και παρ’ όλα αυτά καθημερινά επιτρέπουμε σεξιστικά φαινόμενα να συμβαίνουν γύρω μας, ντροπή που ιδεολογούμε στα σοβαρά περί πραγματικά ανούσιων και ηλίθιων πραγμάτων -και είμαστε και υπερήφανοι-, όταν γύρω μας ο κόσμος καίγεται. Κυριολεκτικά και μεταφορικά.

Για να τα καταλάβει κάποιος αυτά για την Ελλάδα, αρκεί απλά να παρακολουθήσει μία «αθλητική» συνάντηση ανάμεσα σε «αιώνιους» και «προαιώνιους» και «παραδοσιακούς» και «ιστορικούς» και ονομάστε-τους-όπως-θέλετε αντιπάλους. Ένα τέτοιο ντέρμπι στην Ελλάδα είναι η απόλυτη βιτρίνα της αναζήτησης του πάτου της κοινωνίας μας, που σχεδόν κάθε εβδομάδα ανακαλύπτουμε ότι έχει και λίγο πιο κάτω. Τα εμπεριέχει όλα: βία, μίσος, ατιμωρησία, αδικία, σεξισμό, ρατσισμό. Ένα ντέρμπι στην Ελλάδα είναι ο καθρέπτης μίας σηψαιμικής κοινωνίας, που σαπίζει μέρα με τη μέρα. Και ποιο είναι το χειρότερο; Ότι μας αρέσει. Το γουστάρουμε όλο αυτό. Το θέλουμε, το επιδιώκουμε.

Πώς, όχι; Έπειτα από δεκαετίες ολόκληρες επεισοδίων, μαχαιρωμάτων, συνθημάτων για καρκίνους, θανάτους και βιασμούς, αν πραγματικά δεν μας άρεσαν όλα αυτά, φαντάζομαι ότι κάτι θα είχαμε κάνει για να τα σταματήσουμε. Πέρα από ευχολόγια, όμως, δεν έχει γίνει το παραμικρό. Οι «υπέροχοι λαοί» καπηλεύονται σήματα, ιστορίες και παραδόσεις, οι ιδιοκτήτες -αν δεν τα κάνουν και οι ίδιοι- εκμεταλλεύονται την κατάσταση για να προωθήσουν τα επιχειρηματικά συμφέροντά τους και οι πολιτικοί σφυρίζουν αδιάφορα, παντελώς ανίκανοι να ελέγξουν το οτιδήποτε. Γιατί πολύ απλά, δεν θέλουν! Δεν θέλουν να έρθουν αντιμέτωποι, όχι φυσικά με τους οπαδούς, αλλά με τους ιδιοκτήτες των οπαδών, γιατί ξέρουν ότι θα χάσουν την τόσο πολύτιμη βοήθειά τους για να κρατήσουν τις θέσεις τους. Ακούγεται απλό, λαϊκίστικο, αλλά δυστυχώς είναι τελικά τόσο απλό. Στην Ελλάδα, απ’ ό,τι φαίνεται, δεν χρειάζεται να δημιουργήσεις κάποιο μεγαλεπήβολο σχέδιο για να ελέγξεις το κοινό. Είμαστε τόσο εύκολοι, που μας αρκούν τα βασικά.    

Η παρακολούθηση του επαγγελματικού αθλητισμού είναι το ομορφότερο μη σημαντικό πράγμα στην ζωή μας. Έτσι νιώθω κι αν δεν το πίστευα, δεν θα έκανα αυτή τη δουλειά. Στην Ελλάδα, όμως, έχουμε επιτρέψει σε έναν αριθμό ατόμων να τον έχει καπηλευτεί για δικό του, μη επιτρέποντας οποιαδήποτε προσπάθεια για ανάπτυξή του. Όποιος το δοκίμασε, θάφτηκε στα χρονοντούλαπα της ιστορίας, σιχτιρίζοντας την ώρα και τη στιγμή που ασχολήθηκε. Ο ρόλος του οπαδού έχει εξελιχθεί σ’ αυτόν του μπράβου έξω από τα μαγαζιά, που νομίζει πως του ανήκει το μαγαζί κι αποδεικνύεται πως όντως έχει την δύναμη να το «τρέχει», όπως αυτός νομίζει. Φωνάζουν πως η ομάδα τους είναι πάνω απ’ όλα, όμως οι πράξεις τους δείχνουν πως η σειρά προτεραιότητας είναι σύνδεσμος-πρόεδρος-ομάδα. Αν η ομάδα ήταν πρώτη, τότε δεν θα μπούκαραν στα γήπεδα, δεν θα πλακωνόντουσαν με την αστυνομία και μεταξύ τους, δεν θα πέταγαν κάθε λογής αντικείμενα, δεν θα τιμωρούσαν την ομάδα τους με χρηματικές και αγωνιστικές ποινές. Αν η ομάδα ήταν πρώτη, τότε θα έκαναν τα πάντα για να την προστατέψουν, δεν θα την έριχναν κατηγορία, δεν θα της «έκλεβαν» το πρωτάθλημα, δεν θα την ανάγκαζαν σε -3, -6 κλπ. Αλλά η ομάδα δεν είναι πρώτη. Η ομάδα είναι μια μπίζνα. Δεν είναι ιδέα και θρησκεία, όπως αρέσκονται να τραγουδούν. Είναι δουλειά. Και διαχρονικά οι πρόεδροι των επαγγελματικών ομάδων το έχουν ανεχθεί αυτό, αν δεν το έχουν προωθήσει,

Γιατί και οι πρόεδροι δεν φαίνεται να ενδιαφέρονται για την ανάπτυξη των ιδιοκτησιών τους, παρά μόνο για την βραχυπρόθεσμη κατάκτηση ενός πρωταθλήματος. Γιατί αυτή είναι που θα επιφέρει την αποθέωση από τον «υπέροχο λαό» και κατά συνέπεια τον έλεγχό του. Αν έχεις ευχαριστημένο τον «υπέροχο λαό», μπορείς να τον χρησιμοποιήσεις και σαν μοχλό πίεσης. Αν όμως χάσεις δύο-τρία ντέρμπι, αν χάσεις ένα πρωτάθλημα, αν αποκλειστείς από το Κύπελλο, τότε πρέπει να δικαιολογηθείς στον «υπέροχο λαό». Πρέπει να ανακαλύψεις θεωρίες συνωμοσίας για αόρατους και ορατούς εχθρούς. Το επιχείρημα «ήταν καλύτερος ο αντίπαλος», σπάνια βρίσκει ευήκοα ώτα. Το αστείο, βέβαια, στην Ελλάδα είναι πως στις περισσότερες των περιπτώσεων, αυτοί οι αόρατοι εχθροί υπάρχουν όντως… Γιατί η αξιοκρατία στον ελληνικό επαγγελματικό αθλητισμό χάθηκε μαζί με το ευ αγωνίζεσθαι και τον σεβασμό προς τον εαυτό μας και τον αντίπαλο, εδώ και δεκαετίες.

Και να μην υπήρχαν παραδείγματα εκεί έξω, να το καταλάβω. Αλλά ο κόσμος ολόκληρος μας δείχνει κάθε χρόνο πως ο επαγγελματικός αθλητισμός είναι ένα από τα καλύτερα εργοστάσια παραγωγής θεάματος και χρημάτων. Αλλά εμείς δεν θέλουμε να μπούμε στο τρένο. Βολευόμαστε στο γαϊδουράκι για να κάνουμε βήματα προς τα πίσω αντί για μπροστά. Και προφανώς, δεν εννοώ να γίνουμε Αγγλία στο ποδόσφαιρο ή ΗΠΑ στο μπάσκετ. Αναλογικά, όμως, θα μπορούσαμε να είχαμε αναπτυχθεί. Την διετία 2004-05 ήμασταν ταυτόχρονα Πρωταθλητές Ευρώπης σε ποδόσφαιρο και μπάσκετ. Το ταλέντο και οι προδιαγραφές υπήρχαν, ακόμα και το know how θα μπορούσαμε να το αγοράσουμε. Δεν θέλαμε όμως. Γιατί προτιμούμε ως κοινωνία τις Ριζούπολες, τους Βόλους, τα ΟΑΚΑ και τα ΣΕΦ, αντί για τα Ντα Λουζ και τα Βελιγράδια! Αυτά γουστάρουμε, αυτά μας κάνουν άντρες!

Νιώθω ταυτόχρονα πάρα πολύ τυχερός και πάρα πολύ άτυχος, που δουλεύω στο gazzetta. Γιατί έχει τη δυνατότητα να μου δίνει την ευκαιρία να ταξιδέψω στο εξωτερικό και να βιώσω από κοντά πώς (πρέπει να) είναι ο πραγματικός επαγγελματικός αθλητισμός. Και φέτος, μαζί με τον Αντώνη Καλκαβούρα, πήγαμε σε τέσσερα παιχνίδια κανονικής περιόδου του ΝΒΑ και γιορτάσαμε το All Star Game της Σάρλοτ. Ταξιδέψαμε σε τέσσερις διαφορετικές πόλεις των ΗΠΑ, μιλήσαμε με τους ανθρώπους εκεί, είδαμε πως είναι στημένο από μέσα όλο αυτό το οικοδόμημα, κάναμε τη δουλειά μας σε ανθρώπινες συνθήκες, νιώσαμε τον σεβασμό των πάντων και φεύγουμε με τις καλύτερες των εντυπώσεων. Και είδαμε-διαβάσαμε από απόσταση ασφαλείας τα όσα έγιναν ξανά στην Ελλάδα και ξέρουμε πως πρέπει να επιστρέψουμε στον βούρκο, που ανήκουμε.

Γιατί προφανώς, και οι δημοσιογράφοι δεν είμαστε αμέτοχοι σε όλο αυτό που φτιάξαμε. Ίσα ίσα, κουβαλάμε ένα τεράστιο ποσοστό ευθύνης. Κι εμείς δημιουργήσαμε σιχαμένες συνειδήσεις και συμπεριφορές με τα εμετικά πρωτοσέλιδα, με τις προτροπές για βία, με τις σεξιστικές παρεμβάσεις, με τα κατευθυνόμενα άρθρα. Όταν έπρεπε να χτίσουμε ένα τείχος προστασίας, δεν το κάναμε. Ή ακόμα κι αν προσπαθήσαμε, αποτύχαμε παταγωδώς. Ευθύνη, όμως, έχουν και οι ίδιοι οι επαγγελματίες οι αθλητές. Αυτοί, που πρώτοι απ’ όλους θα έπρεπε να σηκωθούν να φύγουν από τα γήπεδα και να αφήσουν τους πραγματικούς πρωταγωνιστές να αλληλοσκοτωθούν για να ηρεμήσουν. Αντί να αντισταθούν, επέτρεψαν να μετατραπούν σε μονομάχους ρωμαϊκών αρενών, ρισκάροντας ακόμα και την ίδια τους τη ζωή, υποδουλευόμενοι στους εκάστοτε προέδρους, που υπέγραφαν τις επιταγές τους. Πέρασαν από τα γήπεδα μας τεράστιες προσωπικότητες, άνθρωποι διαμάντια, που θα μπορούσαν να μιλήσουν στον κόσμο, να τους δώσουν να καταλάβουν ότι αυτό που ζούμε δεν είναι το λογικό, το σωστό. Δεν το έκαναν όμως κι αυτοί. Και δυστυχώς, δεν θυμάμαι να το προσπάθησαν καν… Αντ’ αυτού, σώπασαν. Άφησαν κι αυτοί, όπως κι εμείς οι δημοσιογράφοι, να μεγαλώσει το τέρας. Και τώρα έχει βγάλει κοφτερά δόντια, μακρυά νύχια και δεν μπορούμε να το πλησιάσουμε…

Για να προλάβω το καταπληκτικό επιχείρημα «αν δεν σ’ αρέσει, φιλαράκι, να σηκωθείς να φύγεις», η απάντησή μου είναι «μακάρι». Μακάρι να μπορούσα.  Και ξέρω ότι υπάρχουν και πολλοί άλλοι εκεί έξω, που εύχονται να μπορούσαν κι αυτοί. Ο βούρκος, όμως, είναι βαθύς. Η κινούμενη άμμος μας τραβάει προς τα μέσα. Και την επόμενη φορά, που θα πρέπει να πάω σε ένα γήπεδο στην Ελλάδα, θα νιώσω πως χάνω την ανάσα μου λίγο ακόμα. Θα ακούσω τα συνθήματα για βιασμούς μανάδων και παιδιών, τις «ευχές» για καρκίνους και θανάτους, θα δω τα αντικείμενα να εκτοξεύονται, τα τσιγάρα να μετατρέπουν τα γήπεδα σε φουγάρα, τους διαιτητές να κάνουν μπάχαλο ένα ακόμα παιχνίδι, τους προέδρους να σιγοντάρουν τις χειρότερες των συμπεριφορών και θα αναπολώ τα Spectrum Center και τις American Airlines Arenas. Εκεί, που «τα θύματα και οι κουτοί» απολαμβάνουν τον αντίπαλο, σέβονται τον διπλανό τους και αποθεώνουν τα ινδάλματά τους. Εκεί, που οι φίλαθλοι της Βοστώνης παρακαλούσαν να τους βάλει ο Ντιρκ Νοβίτσκι ένα καλάθι για να γίνει ο αντίπαλος από τη Δυτική περιφέρεια με τους περισσότερους πόντους στην έδρα τους. Εκεί, όπως στην Μαδρίτη, όπου ο Καταλανός Χουάν Κάρλος Ναβάρο, αποθεώθηκε από ολόκληρο το γήπεδο για την προσφορά του στο ισπανικό μπάσκετ.

Δεν είναι τυχαίο, πως στον ελληνικό αθλητισμό έχουμε μείνει να νιώθουμε υπερήφανοι, είτε για Έλληνες που μένουν στο εξωτερικό (Αντετοκούνμπο. Τσιτσιπάς, Στεφανίδη κ.ά.) είτε για παιδιά του ερασιτεχνικού αθλητισμού που δουλεύουν μέρα και νύχτα με την ελάχιστη δυνατή προβολή (Πετρούνιας, Κορακάκη κ.ά.). Όσο μένεις μακριά από το άρμα των «επαγγελματιών», τόσο πιο καθαρά μπορείς να δεις τον πραγματικό στόχο σου.

Δεν ξέρω αν υπάρχει τρόπος διαφυγής. Θέλω να ελπίζω, πώς όπως σε όλα τα υπόλοιπα είμαστε κάποιες δεκαετίες πίσω, έτσι και στο κομμάτι του επαγγελματικού αθλητισμού, θα έρθει η μέρα που θα πηγαίνουμε σε οποιοδήποτε γήπεδο και όποιος κι αν παίζει, οι συνθήκες θα είναι ανθρώπινες. Δεν είμαι, όμως, και πολύ αισιόδοξος. Γιατί ο αθλητισμός είναι ένας καθρέπτης της κοινωνίας. Και πολύ φοβάμαι πως η κοινωνία μας είναι πολύ πιο άρρωστη από τον αθλητισμό μας…