Αν η ήττα από την Χίμκι ήταν η πρώτη της σεζόν…

O Αντώνης Καλκαβούρας εκτιμά ότι, βάσει προγράμματος, ο Παναθηναϊκός θα έπρεπε αυτή τη στιγμή να έχει ρεκόρ 4-1 και επιχειρεί να καταγράψει τις «ανορθογραφίες», εξαιτίας των οποίων έχει ήδη χάσει έδαφος στον εφετινό μαραθώνιο της Euroleague.

Αν η ήττα από την Χίμκι ήταν η πρώτη της σεζόν…

Τον περασμένο Ιούλιο, όταν έγινε γνωστό το πρόγραμμα των 34 αγωνιστικών της κανονικής περιόδου και μέχρι τις αρχές Αυγούστου, όταν ο Αργύρης Πεδουλάκης έκλεισε το ρόστερ του «τριφυλλιού» (στις 12/08 προστέθηκε και ο Αθηναίου, που αργότερα τραυματίστηκε), ο ενθουσιασμός που επικρατούσε στο «πράσινο» στρατόπεδο αλλά και στις τάξεις των φιλάθλων ήταν έντονος.

Δεν ήταν μικρή η μερίδα του κόσμου, που πίστευε ότι το υλικό της ομάδας ήταν τέτοιο (ειδικότερα μετά τις συμφωνίες με τους Φριντέτ και Τζόνσον), που θα επέτρεπε στον Παναθηναϊκό να έχει μία πρωταγωνιστική πορεία στην Euroleague και ενδεχομένως να διεκδικήσει την πρόκριση στο Final 4, για πρώτη φορά μετά από 8 χρόνια (2012)! Χωρίς κάτι τέτοιο βέβαια να ειπωθεί ποτέ από κάποιο στέλεχος της διοίκησης ή του αγωνιστικού τμήματος.

Στην πορεία, μετά τις κινήσεις των υπόλοιπων ομάδων αλλά και τα πρώτα φιλικά παιχνίδια, όμως, ο στόχος – όπως αυτός διατυπώθηκε από επίσημα χείλη – προσδιορίστηκε στην πρόκριση στα playoffs, έστω κι αν η προσδοκία ότι θα επιτευχθεί σχετικά εύκολα, ήταν λίγο-πολύ εμφανής!

Σύμφωνα με νορμάλ υπολογισμούς, άλλωστε, το πρόγραμμα των πρωταθλητών, έδινε την ευκαιρία για ένα δυναμικό ξεκίνημα που θα έβαζε από την αρχή τους «πράσινους» στο group των πρωτοπόρων (ένα ρεκόρ της τάξεως του 7-1 δεν θα ήταν καθόλου παράλογο) και ταυτόχρονα θα αποτελούσε την πλέον ιδανική «ένεση» ηθικού κι αυτοπεποίθησης, ενόψει της δύσκολης συνέχειας.

Ακόμη και τώρα που διαβάζονται αυτές οι γραμμές και ανεξάρτητα από την απόδοση και τα έως τώρα πεπραγμένα του, υπάρχουν πολλοί που διαφωνούν με την άποψη ότι ο Παναθηναϊκός, θα μπορούσε κάλλιστα να είχε αποφύγει τις ήττες από την Βιλερμπάν και την Αρμάνι και να είχε πάει αήττητος (4-0) στο ματς της 5ης αγωνιστικής με την Χίμκι; Νομίζω ότι το παραπάνω σενάριο δεν απείχε πολύ από την πραγματικότητα, που δυστυχώς για τους φίλους της ομάδας αλλά και το ελληνικό μπάσκετ γενικότερα, δεν είναι και η πλέον ενθαρρυντική.

Ποιος είναι ο λόγος; Μα πολύ απλά το ότι οι «πράσινοι» επιστρέφουν από τα περίχωρα της ρωσικής πρωτεύουσας με αρνητικό ρεκόρ (2-3) και με την πίεση μίας “must win” αναμέτρησης (κόντρα στην Εφές) μέσα σε σχεδόν 48 ώρες, να τους «βαραίνει» τους ώμους!

Ενώ, υπό άλλες προϋποθέσεις ακόμη και με τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν, τώρα θα έπρεπε να βρίσκονταν στο 4-1 και να σκέφτονται πως θα αξιοποιήσουν στο έπακρο το κλειστό του ΟΑΚΑ, στο οποίο θα φιλοξενήσουν κατά σειρά την περυσινή δευτεραθλήτρια Ευρώπης, την Βαλένθια και την Άλμπα Βερολίνου… Είδατε που δεν θα ήταν δα και τόσο υπερ-φιλόδοξο το project του δυναμικού ξεκινήματος, στο οποίο προαναφερθήκαμε παραπάνω;

Αν λοιπόν, δεχθούμε ότι οι «πράσινοι» θα μπορούσαν να είχαν ταξιδέψει στην Μόσχα, έχοντας το απόλυτο στις νίκες, τότε θα πρέπει ταυτόχρονα και να παραδεχθούμε ότι δε γινόταν με τίποτε να επιστρέψουν στην Αθήνα, έχοντας αποφύγει την πρώτη ήττα (που τελικά ήταν η 3η). Έστω κι αν για σχεδόν 28 λεπτά (70-70), απέναντι στον δυσκολότερο μέχρι στιγμής αντίπαλο μακριά από το ΟΑΚΑ, έδειχναν να ελέγχουν το ρυθμό του αγώνα…

Τι μας δίδαξε, λοιπόν, το ματς με την δεύτερη τη τάξει ομάδα της ρωσικής μεγαλούπολης, που παρεμπιπτόντως έχει μεγάλο βάθος και ποιότητα στο ρόστερ της (το budget της αγγίζει τα 33 εκατομμύρια Ευρώ!), αλλά δεν έχει σοβαρή προπονητική καθοδήγηση και ουσιαστικά βασίζεται στη λογική του «να βάλουμε περισσότερα απ’ όσα θα φάμε»;

Κατ’ αρχήν και για μία ακόμη φορά, ότι ο Παναθηναϊκός υστερεί υπερβολικά μέσα στη ρακέτα και η καθ’ όλα σεβαστή και σωστή απόφαση επένδυσης στον Παπαγιάννη (γιατί δεν χρησιμοποιήθηκε καθόλου άραγε;), δεν φαίνεται να συμβαδίζει με στόχους διάκρισης.

Η απόφαση του “Άρτζι” να ξεκινήσει με τον Βουγιούκα (κόντρα σε πολύ αθλητικούς ψηλούς), που στα 34 του μπορεί πλέον να παίξει αποτελεσματικά μόνο με πλάτη και δυσκολεύεται σε όλα τα υπόλοιπα, δείχνει σε έναν βαθμό μία αναγνώριση ότι όλα όσα έχει δοκιμάσει μέχρι τώρα, δεν έχουν πιάσει και παραπέμπει σε μία απόφαση να πάει σε μία λύση πιο απονεννοημένη μπας κι αλλάξει καθόλου το ριζικό.

Γιατί ο Ίαν είναι πολύ έξυπνος παίκτης, ξέρει να βάζει το σώμα του και να παίρνει φάουλ (φόρτωσε τον Μπούκερ), αλλά η αλήθεια είναι ότι στην άμυνα, χρειάζεται πολλή τύχη για να μην είναι αρνητικός. Ειδικότερα κόντρα σε ομάδες με τα χαρακτηριστικά των παικτών της Χίμκι.

Καλοί και χρυσοί ο Ουάϊλι με τον Μήτογλου (και με το παραπάνω μάλιστα), επαρκής για το Περιστέρι ο Μπέντιλ, με προοπτική ο μόλις 22 ετών “Big Papa” (αν δουλέψει), αλλά κακά τα ψέματα… Με αυτή την frontline δεν μπορείς να τρέφεις ελπίδες για πλασάρισμα στην οκτάδα! 

Το -22 στα ριμπάουντ (23-45) και οι συνολικά 14 δεύτερες επιθέσεις των παικτών του Κουρτινάϊτις «φωνάζουν» για την ανεπάρκεια της γραμμής των ψηλών του Πεδουλάκη. Μέχρι τώρα, το πρόσημο στην «εναέρια κυκλοφορία» ήταν αρνητικό σε όλα τα ματς, πλην του αγώνα με την Αρμάνι, που χάθηκε στις λεπτομέρειες, πολύ απλά επειδή οι Μιλανέζοι σούταραν με σχεδόν 54% στα τρίποντα (14/26)!

Από την Χίμκι, όμως, ο εξάστερος εκτέθηκε, παρ’ ότι μέχρι το 28ο λεπτό που το σκορ ήταν ισόπαλο, δημιουργούσε την ψευδαίσθηση ότι βρίσκεται μέσα στην διεκδίκηση της νίκης. Το ότι τελικά έχασε με 17 πόντους διαφορά και δέχτηκε 103 πόντους (1η «καταστάρα» μετά από 4,5 χρόνια!), ενώ τελείωσε το ματς υποπίπτοντας μόλις σε 5 (!) λάθη (έναντι 17 των αντιπάλων) και έχοντας 21 ασίστ και 9 περισσότερα κλεψίματα, δεν σας λέει πολλά για το χαμηλό ταβάνι των εφετινών δυνατοτήτων του;

To ότι οι 25 πόντοι που πέτυχαν οι γηπεδούχοι στην 1η περίοδο, ήταν οι λιγότεροι που επέτρεψε στο χθεσινό ματς και το γεγονός ότι μετά από 5 αγωνιστικές δέχεται σχεδόν 85 πόντους ανά παιχνίδι (μ.ο. 84,4), έχοντας την 3η χειρότερη άμυνα της διοργάνωσης, δεν αποτελεί ένα πρώτο σοβαρό δείγμα για το τι εκπέμπει αυτή τη στιγμή η εικόνα της ομάδας; 

Το ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι όσο περνάει ο καιρός, διαφαίνεται ολοένα και πιο έντονα ότι ο κατά τα άλλα εξαιρετικός σουτέρ, Τζίμερ Φριντέτ, αποτελεί την χαρά και την στόχευση της αντίπαλης επίθεσης (στην άμυνα είναι ο «καλύτερος» παίκτης των αντιπάλων), ενώ ελλείψει άλλης σταθερής επιθετικής απειλής (λείπει πολύ η ευχέρεια του Παππά στο σκοράρισμα), ο Παναθηναϊκός είναι ξεκάθαρο ότι θα ζει και θα πεθαίνει από την απόδοση του Καλάθη.

Όταν ο Νικ θα είναι καλά, οι υπόλοιποι θα παίζουν άμυνα και δεν θα υστερούν δραματικά στα ριμπάουντ, τότε στα βατά ματς, οι πρωταθλητές θα έχουν καλές πιθανότητες για τη νίκη, είτε παίζουν μέσα, είτε παίζουν έξω. Όταν θα αντιμετωπίζουν τις καλές ομάδες, τότε θα ξεκινούν με μεγάλο handicap και θα ελπίζουν σε γενναία υπέρβαση. Μέχρι στιγμής, τουλάχιστον αυτό εκπέμπουν και σίγουρα προβληματίζουν, μιλώντας πάντα με το δεδομένο ότι ο στόχος είναι τα playoffs.

Υγ.1: Ο απολογισμός των δύο νικών και των τριών ηττών, δεν είναι και ο πλέον ενθαρρυντικός, αν σκεφτεί κανείς ότι ο Παναθηναϊκός δεν έχει παίξει ακόμη με Μπαρτσελόνα, Ρεάλ, ΤΣΣΚΑ και Φενερμπαχτσέ. Τις τέσσερις ομάδες δηλαδή που θεωρούνται φαβορί για το πλεονέκτημα έδρας στα playoffs.

Υγ.2: Το αυριανό (31/10, 21.00) ματς με την περυσινή φιναλίστ της Euroleague, θα αποτελέσει σημαντικό κριτήριο για το πόσο μακριά μπορεί να φτάσει και θα «μετρήσει» το αν οι «πράσινοι» μπορούν να «κοιτάξουν στα μάτια» ομάδες που έχουν ως βασικό στόχο το Final 4.

Υγ.3: Όσοι γνωρίζουν μπάσκετ και τον είχαν παρακολουθήσει στο παρελθόν, μπορούν να καταλάβουν γιατί ο Τζόνσον θεωρείται παίκτης-πολυεργαλείο. Μετά από 10 αγώνες σε Ελλάδα και Ευρώπη, ωστόσο, για τον εφετινό Παναθηναϊκό, αποτελεί μία τεράστια πολυτέλεια. Υπό την έννοια ότι έχει το τρίτο μεγαλύτερο συμβόλαιο της ομάδας και μέχρι στιγμής δεν φαίνεται ότι μπορεί να υποστηρίξει τον ρόλο για τον οποίο αποκτήθηκε και για τον οποίον μάλλον κακώς αποκτήθηκε.

Υγ.4: Οι παίκτες αυτού του τύπου, θα έπαιζαν πολύ καλύτερα σε ομάδες από το πρώτο ράφι της διοργάνωσης, οι οποίες δεν θα είχαν τρομερές ατομικές απαιτήσεις από εκείνον, αλλά η προσφορά του θα ήταν μεγαλύτερη μέσα από τον τρόπο αγωνιστικής τους λειτουργίας. Σκεφτείτε ότι στην Μόσχα έκανε την καλύτερη εφετινή του εμφάνιση στην Euroleague με 8 πόντους, 3 ριμπάουντ και 1 κόψιμο σε 22 λεπτά συμμετοχής.