Γιουσουφά Φολ: Ο γίγαντας που θα προτιμούσε να ήταν… νάνος!

Ο Γιουσούφα Φολ έχει συνηθίζει να βλέπει τον κόσμο από ψηλά, προσπαθεί να «βολέψει» τα 2.21μ. στους κανόνες του απαιτητικού σύγχρονου μπάσκετ και η Euroleague Greece σκιαγραφεί τον 24χρονο Σενεγαλέζο σέντερ της Μπασκόνια ο οποίος θα προτιμούσε να ήταν… κοντός.

Γιουσουφά Φολ: Ο γίγαντας που θα προτιμούσε να ήταν… νάνος!

Λένε ότι, είναι ευχή και κατάρα να είσαι ψηλός. Στην προκειμένη περίπτωση, βέβαια, πρόκειται για «γίγαντα». Σίγουρα ξεχωρίζεις από τους υπόλοιπους, ενδεχομένως να παρουσιαστούν ευκαιρίες που άλλοι άνθρωποι δεν μπορούν να φανταστούν και ταυτοχρόνως, διαθέτοντας τα στοιχειώδη, εμφανίζεται η προοπτική επαγγελματικής (αθλητικής) καριέρας. Αυτά είναι τα προνόμια, αυτά απολαμβάνει ο Γιουσούφα Φολ. Το μπάσκετ δεν έτυχε, ήταν ένα πάθος και η καριέρα εξελίχθηκε σε στόχο ζωής. Ακόμη κι όταν συνειδητά δεν «ακούμπησε» μπάλα σε ηλικία 11 ετών. Τότε, το σοκ ήταν κυριολεκτικά μεγάλο καθώς στη συγκεκριμένη τρυφερή ηλικία δεν είναι τόσο απλή η διαχείριση μιας τεράστιας απώλειας, αυτή της μητέρας του.

Στον κόσμο της Euroleague, ο Φολ συστήθηκε στην πρεμιέρα της διοργάνωσης στο άνετο πέρασμα της Μπασκόνια από το Κάουνας και τη νίκη επί της Ζαλγκίρις. Ο Σενεγαλέζος έκανε αυτό που χρειαζόταν. Με άνοιγμα χεριών στα 2.34μ. έκλεισε χώρους, μοίρασε πέντε τάπες, ανανέωσε επιθέσεις μέσα από τα επιθετικά ριμπάουντ, φόρτωσε τους αντιπάλους με φάουλ και όλ’ αυτά μέσα σε περίπου 18 αγωνιστικά λεπτά στο παρκέ. Αυτός είναι ο ρόλος του, δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικός στην παρθενική παρουσία του στη διοργάνωση.

Αντιλαμβάνεται και ο ίδιος ότι είναι απαραίτητο να συλλέξει παραστάσεις και εμπειρία, όπως επίσης και να διαχειριστεί τα μειονεκτήματα που έχει κάθε παίκτης του δικού του (σωματικού) διαμετρήματος στο σύγχρονο μπάσκετ. Η πλειοψηφία αυτών των παικτών έχουν «αποβληθεί». Ο ίδιος, όπως και ο Έντι Ταβάρες της Ρεάλ Μαδρίτης, νιώθουν ως οι μοναδικοί «επιζώντες» από την εποχή των… δεινοσαύρων. Αυτό είχε πει σε μια συνέντευξή του, όταν με τη φανέλα της Λε Μαν άρχισε να απασχολεί την κοινή γνώμη. «Η άποψη των περισσοτέρων είναι ότι παίζω μπάσκετ λόγω ύψους. Ωστόσο, το κάνω λόγω του πάθους μου για το άθλημα. Θα προτιμούσα να μην ήμουν 2.21μ. αλλά δύο μέτρα. Το πλεονέκτημα είναι ότι έχω εξαιρετικό οπτικό πεδίο για να κόψω μια μπάλα, να μαζέψω ένα ριμπάουντ. Το μειονέκτημα είναι η περιορισμένη έκρηξη και ταχύτητα. Πρέπει να χρησιμοποιήσεις περισσότερο το σώμα σου και το μυαλό σου. Υπάρχει κι ένα ακόμη μειονέκτημα. Δεν μπορείς να κρυφτείς από τους διαιτητές. Δεν υπάρχει περίπτωση να μην δουν αυτό που θα κάνεις».

«Έχω συνηθίσει να με σταματούν στον δρόμο»

Γενικώς, ο Φολ έχει συνηθίζει να ζει με την ιδιαιτερότητά του. Το έμαθε από παιδί γιατί… «από τότε ξεχώριζα λόγω ύψους. Το εντυπωσιακό είναι ότι, με εξαίρεση τον θείο μου ο οποίος έχει ύψος 2.02μ., κανείς άλλος από την οικογένεια δεν είναι τόσο ψηλός. Είμαι η εξαίρεση καθώς μόλις σε ηλικία 18 ετών το ύψος μου ήταν 2.21μ. Όταν είσαι τόσο ψηλός δεν έχεις μόνο πλεονεκτήματα αλλά και μειονεκτήματα. Για παράδειγμα, τα κρεβάτια. Στο αθλητικό κέντρο, τα κρεβάτια ήταν μεγάλα και δεν αντιμετώπιζα πρόβλημα. Ωστόσο στο Le Relais Jaures τα κρεβάτια είναι μικρά κι έτσι έπρεπε να λυγίζω το κορμί μου για να χωράω. Εκτός του ύπνου, πρόβλημα είναι και το ταξίδι. Είναι αδύνατο να βρω τρόπο να νιώσω άνερα στο αεροπλάνο. Πάντα κάθομαι στις θέσεις που είναι δίπλα στην έξοδο κινδύνου όπου ο χώρος είναι μεγαλύτερος, αλλά και πάλι δεν είναι αρκετός. Άλλο πρόβλημα είναι τα ρούχα. Στη Γαλλία δεν μπορούσα να βρω στο μέγεθός μου κι έτσι έκανα ειδικές παραγγελίες από τις Ηνωμένες Πολιτείες όπου υπάρχουν μεγαλύτερα νούμερα. Ομοίως και με τα παπούτσια», είχε πει.

Περίεργα ένιωθε όταν σε ηλικία 18 ετών (2013) μετακόμισε στη Γαλλία και πιο συγκεκριμένα στη Λε Μαν. Μέχρι τότε, έπαιζε μπάσκετ στην πατρίδα, τη Σενεγάλη. Στους δρόμους του Ντακάρ η φυσιογνωμία του ήταν γνωστή, υπό μία έννοια τον είχαν συνηθίσει. Αντιθέτως, όταν εγκαταστάθηκε στη Λε Μαν εξελίχθηκε σε attraction. «Όταν περπατώ στον δρόμο νιώθω τα βλέμματα όλων, αλλά είναι φυσιολογικό κι έχω εξοικειωθεί με το συγκεκριμένο γεγονός. Κι εγώ θα κοιτούσα επίμονα έναν άνθρωπο με το δικό μου ύψος. Δέχομαι πολλές ερωτήσεις, είναι οι συνηθισμένες, αλλά το κατανοώ», είχε παραδεχθεί.

Η ραγδαία βελτίωση και η προδοσία

Το άστρο του 24χρονου σέντερ έλαμψε την περίοδο 2017-18 κι έχοντας συμπληρώσει τρία χρόνια στη Γαλλία. Γιατί εκείνη τη σεζόν αναδείχθηκε Πρωταθλητής Γαλλίας με τη Λε Μαν έχοντας 10.4 πόντους, 6.5 ριμπάουντ κι μια τάπα ανά αγώνα. Είχε προηγηθεί μια χρονιά στην Πουατιέ, στη δεύτερη κατηγορία του γαλλικού Πρωταθλήματος. Η Λε Μαν στήριξε το project, αλλά το διαζύγιο ήταν τουλάχιστον επεισοδιακό. Το καλοκαίρι του 2018, η Μπασκόνια κάλυψε τη ρήτρα αγοράς και η Λε Μαν το έμαθε… τελευταία. «Νιώθουμε προδομένοι από τον Φολ αλλά και τον ατζέντη του», είχαν πει οι διοικούντες της γαλλικής ομάδας. Μάλιστα, ένιωσαν ακόμη περισσότερο προσβεβλημένοι όταν ο παίκτης δόθηκε δανεικός στη Στρασμπούρ.

Αν ρίξει κανείς μια ματιά στους αριθμούς του Φολ θα διαπιστώσει και τη ραγδαία βελτίωσή του. Γιατί πέτυχε είχε 13.2 πόντους, 8.2 ριμπάουντ και 1.5 κοψίματα κατά μέσο όρο. Κυρίως όμως, από το πενιχρό ποσοστό του 47% από τη γραμμή των βολών, πήγε στο 63.4%. Βελτιώθηκε και σε επίπεδο αποτελεσματικότητας στις προσπάθειες δύο πόντων καθώς αναρριχήθηκε στο 67.6%. Ο βασικός στόχος του, για φέτος, είναι να γίνει παίκτης Euroleague. Το όνειρό του ήταν να παίξει στο ΝΒΑ, αλλά δεν επιλέχθηκε στο ντραφτ (2016) παρότι δούλεψε με αρκετές ομάδες. Επιδεικνύοντας αξιοζήλευτη προσαρμογή στην πραγματικότητα, πλέον το ΝΒΑ δεν στοιχειοθετεί στόχο, είναι κάτι που αφαιρέθηκε από τον σκληρό δίσκο του μυαλού του…