Ο Ντέιβιντ Μπλατ απολύθηκε άκομψα και η πληρωμή των γραμματίων συνεχίζεται

Στο έλεος της παλίρροιας

Ο Νίκος Παπαδογιάννης πιστεύει ότι το μέγα σφάλμα του Ολυμπιακού δεν ήταν η πρόσληψη του Μπλατ, αλλά η αντικατάσταση του Σφαιρόπουλου.

Στο έλεος της παλίρροιας

Ας αρχίσουμε από τα αυτονόητα. Κανένας δημοσιογράφος, οσοδήποτε καταρτισμένος, δεν ξέρει περισσότερα για το προπονητιλίκι, από τον επαγγελματία προπονητή. Πόσο μάλλον, για όσα διαμείβονται στα αποδυτήρια μίας ομάδας.

Το ίδιο ισχύει για τον φίλαθλο, αλλά αυτό δεν είναι της παρούσης και το αφήνω στην άκρη. Μόνο κακεντρεχείς πιστεύουν, ότι οι στελεχιακές αλλαγές σε μπίζνες εκατομμυρίων υπαγορεύονται από τη «φωνή λαού».

Δύο τρόποι υπάρχουν, για να κριθεί από τον δημοσιογράφο η δουλειά του προπονητή. Ο ένας είναι το έργο του, πάει να πει εκ των υστέρων. Ο δεύτερος, είναι η έρευνα.

Εφ' όσον ερωτηθούν οι συνάδελφοι του κρινόμενου, καθώς και οι παίκτες που δουλεύουν υπό την καθοδήγησή του, το πόρισμα είναι εν μέρει εμπεριστατωμένο. Αφού περάσει από τα απαραίτητα φίλτρα, φυσικά.

Τον καιρό που δούλευα στη Nova, είχα αποκτήσει ένα περίεργο συνήθειο, τα δύσκολα βράδια της Super Euroleague. Έπιανα παράμερα τους επώνυμους καλεσμένους και ζητούσα τη γνώμη τους για τρίτους προπονητές ή παίκτες. Συχνά το έκανα και στον αέρα της εκπομπής.

Υπήρχε ένα στοιχείό, τότε, που μου έκανε εντύπωση. Όσοι μιλούσαν για τον Ντέιβιντ Μπλατ (ο οποίος εργαζόταν στη Μακάμπι ή στη Μπένετον ή και στην Εθνική Ρωσίας), έβαζαν, σχεδόν όλοι, αστερίσκους. «Ναι μεν, αλλά».

Ανάμεσα στις γραμμές και στις λέξεις κρυβόταν αδέξια καμουφλαρισμένη η αμφισβήτηση. Άπαντες τον παραδέχονταν ως ικανό ψυχολόγο που γνώριζε να μεταδίδει στους παίκτες του κίνητρο, αλλά λίγοι του αναγνώριζαν τεχνική αυθεντία ή ιδιαίτερες ικανότητες στο κοουτσάρισμα.

Ξέρω τι σκέφτεστε. Ότι πολλοί από αυτούς τους προσκεκλημένους δεν διαθέτουν το ανάστημα να κρίνουν έναν πρωταθλητή Ευρώπης, που αργότερα κρίθηκε ικανός να κοουτσάρει τον ΛεΜπρόν Τζέιμς στους Κλίβελαντ Καβαλίερς.

Να γιατί μίλησα, πιο πάνω, για «φιλτράρισμα». Άλλωστε, δεν αναφέρομαι σε προπονητές επιπέδου Ικάρου Καλλιθέας ή ΚΑΟ Δράμας. Η ικανότητα του κριτή προστίθεται και αυτή στη ζυγαριά της κριτικής.

Αλλά σύμπτωση που επαναλαμβάνεται παύει να είναι σύμπτωση. Άλλωστε, σπανίζει το φαινόμενο του κόρακα που βγάζει το μάτι άλλου κοράκου. Τόσο δημόσια, όσο και ιδιωτικά.

Τις αμφιβολίες για την ικανότητα του Αμερικανοϊσραηλινού ίσως προσέξατε ότι τις μετέφερα στα γραπτά μου, από τον πρώτο καιρό της θητείας του στον Πειραιά. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, υπήρχε και ένας δεύτερος παρονομαστής.

Ο Μπλατ δεν παρέλαβε μία ομάδα δίχως οντότητα και φιλοδοξία (όπως ήταν λ.χ. η Νταρουσάφακα), αλλά έναν πανίσχυρο οργανισμό, με βλέψεις πρωταθλητισμού και με δύο ευρωπαϊκούς τελικούς στο πρόσφατο παλμαρέ του (2015, 2017).

Επιπρόσθετα, η αγωνιστική σφραγίδα του Ολυμπιακού ήταν ανάγλυφη στο παρκέ και η ταυτότητά του αναγνωρίσιμη, ακόμα και αν κάποιος άλλαζε το χρώμα της φανέλας του για να τον καμουφλάρει.

Η συνταγή που έφερε τους «ερυθρόλευκους» στην ευρωπαϊκή κορυφογραμμή άρχιζε και τελείωνε στο μπάσκετ του προπονητή. Τη διέπνεε ομοιογένεια, ομοψυχία, διάβασμα του παιχνιδιού, στόχευση, ευψυχία, καίρια στελέχωση.

Σημειώστε τα επτά ονόματα που πλαισίωναν τη βασική πεντάδα στον ημιτελικό του 2017 στην Πόλη και πείτε μου αν «δικαιούται» αυτή η ομάδα να αγγίζει τον ευρωπαϊκό τίτλο: Γκριν, Παπαπέτρου, Γιανγκ, Μπερτς, Τολιόπουλος, Ουότερς, Αγραβάνης.

Αυτοί οι επτά, μαζί με το κουαρτέτο Μάντζαρη, Σπανούλη, Παπανικολάου, Πρίντεζη και τον ακόμη άγουρο Μιλουτίνοβ παρατάχθηκαν απέναντι στη Φενέρ στον τελικό. Τα όργια στο παρκέ τα έκανε ο Βασίλης Σπανούλης, αλλά ο πραγματικός ΜVP ήταν ο Σφαιρόπουλος.

Το ιστορικό σφάλμα του Ολυμπιακού ήταν η αντικατάσταση του προπονητή το καλοκαίρι του 2018, υπό το βάρος της –αραιωμένης με ελαφρυντικά- αποτυχίας στους εγχώριους τελικούς. Δεν άλλαξε μόνο το πρόσωπο, αλλά και η αγωνιστική φιλοσοφία.

Με την πρόσληψη του Μπλατ, στην οποίο φυσικά δόθηκε εν λευκώ εντολή, οι Αγγελόπουλοι συνυπέγραψαν το άγαρμπο ξεχαρβάλωμα μίας ομάδας που καθημερινά τρυπούσε το ταβάνι της.

Τα στοιχεία που έφεραν τον Ολυμπιακό ψηλά εξανεμίστηκαν ένα ένα, μαζί με την αποψίλωση του ελληνικού πυρήνα που αποτελούσε τον ακρογωνιαίο λίθο των επιτυχιών. Η μετάλλαξη ήταν ορατή διά γυμνού οφθαλμού.

Στα χέρια του Μπλατ, ο Ολυμπιακός εκφυλίστηκε μέσα σε μερικούς μήνες σε μία ομάδα νερόβραστη, δίχως ταυτότητα, δίχως προσωπικότητα, δίχως σημεία αναφοράς.

Το σχέδιο ήταν προφανώς να πάρει τα καλύτερα στοιχεία από τους δύο κόσμους που αλληλοσυγκρούονταν, αλλά συνέβη το ακριβώς αντίθετο. Η σπορά του Μπλατ έπεσε σε άγονη γη, ενώ η φιλοσοφία του Σφαιρόπουλου και των παικτών που την ενσάρκωναν εγκαταλείφθηκε. 

Ο Ολυμπιακός πέτυχε κάποιες σημαντικές νίκες που την κράτησαν προσωρινά στον αφρό της Euroleague, αλλά σταδιακά κατέρρευσε.

Τα εξωαγωνιστικά προβλήματα τρύπησαν τα στεγανά των αποδυτηρίων κατά τρόπο πρωτοφανή για τα πατροπαράδοτα δεδομένα της ομάδας.

Ανήμπορος να εμπνεύσει τους παίκτες του ώστε να παλέψουν αυτοί για λογαριασμό του, ο ταλαιπωρημένος από την ασθένεια Μπλατ παρέδωσε τα όπλα και αφέθηκε σε μία παλίρροια που σιγά σιγά σκέπασε τα πάντα.

Οι αθλητές έπαψαν να ενδιαφέρονται, η διοίκηση τράβηξε το χαλί κάτω από τα πόδια τους με το αυτοκαταστροφικό «μέχρι τέλους» και ο κραταιός Ολυμπιακός διαλύθηκε.

Το καλοκαίρι του 2019 ήταν μία τελευταία ζαριά για Αγγελόπουλους και Μπλατ, αφού το κλειστό διετές συμβόλαιό του –σε συνδυασμό με το πρόβλημα υγείας που βασανίζει τον προπονητή- απέκλειε τις δραστικές κινήσεις.

Αλλά ο Ολυμπιακός της σήμερον ημέρας δεν είναι πια μαγαζί γωνία. Εάν η διοίκηση ήλπιζε ότι το όνομα του Μπλατ θα γινόταν κράχτης ώστε να αποκτηθούν παίκτες δίχως να δαπανηθεί πακτωλός χρημάτων, πλανήθηκε πλάνη οικτρή.

Όλοι ανεξαιρέτως οι ξένοι που αποκτήθηκαν στη διάρκεια της θητείας του Μπλατ ήταν στοιχήματα. Και δεν υπήρχε στα μετόπισθεν άνθρωπος ικανός να βγάλει από τη μύγα ξύγκι, όπως έκαναν πριν από αυτόν ο Ίβκοβιτς, ο Σφαιρόπουλος και ο Μπαρτζώκας.

Ο Ντέιβιντ Μπλατ κατέφτασε στην Ελλάδα με τις καλύτερες των προθέσεων, απομακρύνθηκε άκομψα και είναι άδικο να φορτωθεί το στίγμα ότι κατέστρεψε τον κραταιό Ολυμπιακό.

Ακόμα πιο άδικο ακούγεται να χαρακτηριστεί λανθασμένη επιλογή η πρόσληψή του, αφού ήταν –μακράν του δεύτερου- το μεγαλύτερο όνομα από τα διαθέσιμα, όταν αποφασίστηκε η αλλαγή.

Ωστόσο, η αλήθεια του γηπέδου είναι αδυσώπητη. Με την εικόνα που παρουσιάζουν οι «ερυθρόλευκοι» τους τελευταίους 15 μήνες, μοιάζουν σαν να καταστρέφουν τα τελευταία καλά χρόνια του Σπανούλη και του Πρίντεζη.

Όταν ολοκληρωθεί η φετινή σεζόν, η φαινομενικά χαμένη αφού δεν υπάρχει και το «τυράκι» της Α1, ο αρχηγός θα πλησιάζει τα 38α γενέθλιά του, ενώ ο υπαρχηγός θα είναι 35άρης.

Ο κυνικός σχολιαστής θα μιλήσει για την ανάγκη πλήρους αναδόμησης στα χέρια ενός ικανού προπονητή, αλλά δεν είναι τόσο απλό όσο ακούγεται. Ούτε το πρώτο σκέλος της εξίσωσης ούτε το δεύτερο.

Τι είδους αναδόμηση θα γίνει και με ποιους όρους, με αποκλειστικό πεδίο δράσης και δοκιμών τα μαρμαρένια αλώνια της Euroleague;

Και πόσοι από τους ασυμβίβαστους οπαδούς θα σταθούν μέχρι τέλους δίπλα σε έναν Ολυμπιακό που ίσως περιοριστεί για αρκετό καιρό σε ρόλο κομπάρσου;