Το «διαβατήριο» του Ιτούδη για το ΝΒΑ!

Ο Αντώνης Καλκαβούρας επιχειρεί το «ταμείο» του παρθενικού Final 4 που διεξήχθη στην χώρα των Βάσκων και σχολιάζει όλα όσα διαδραματίστηκαν το τριημέρο που μας πέρασε στην Βιτόρια. Η «κατάρα» της πρωτιάς στην κανονική περίοδο και η χαώδης απόσταση που δυστυχώς πλέον, χωρίζει την μπασκετική Ελλάδα με την Ευρώπη.

Το «διαβατήριο» του Ιτούδη για το ΝΒΑ!

Πάει κι αυτό, πέρασε στην ιστορία κι έγραψε τον αριθμό 22, όσον αφορά στα Final 4 που παρακολούθησα δια ζώσης σαν φίλαθλος (3) (αρχής γενομένης από το 1993 στο ΣΕΦ) και φυσικά τα πολύ περισσότερα (19) που κάλυψα σαν διαπιστευμένος δημοσιογράφος.

Λοιπόν, μπορώ να σας πω ότι παρά τα αντιθέτως θρυλούμενα και όμορφα περάσαμε (το φαγητό ειδικά ήταν υπέροχο) και ωραίο μπάσκετ είδαμε και για μία ακόμη φορά (μετά λύπης μας) συνειδητοποιήσαμε πόσο πολύ μας ξεπερνάει σιγά-σιγά η υπόλοιπη μπασκετική Ευρώπη, όπως πολύ εύστοχα ανέλυσε ο Βασίλης – κατά κόσμον Σίλι – Παπανδρέου, σε ένα από τα σπάνια (κακώς) πλέον κείμενά του.

Σ’ αυτό το σημείωμα, πάντως, μην περιμένετε μία ακόμη μεμψιμοιρία με φόντο τον συνεχή κατήφορο του ελληνικού μπάσκετ, γιατί και βαρέθηκα να το κάνω αλλά και έχω με καλύτερα και πιο αισιόδοξα πράγματα να ασχοληθώ. Κατ’ αρχήν, με τον θρίαμβο του δικού μας, Δημήτρη Ιτούδη, που έγινε ο πρώτος Έλληνας προπονητής με δύο ευρωπαϊκά τρόπαια στην κατοχή του.

Το ξέσπασμα και το αυθόρμητο κλάμα του, αμέσως μετά την λήξη του τελικού, δεν είναι εύκολο να αναλυθούν και να εξηγηθούν μέσα σε λίγες σκόρπιες γραμμές. Πέρα από το ανθρώπινο σκέλος της αντίδρασης, η επιτυχία του 48χρονου Βεροιώτη τεχνικού παίρνει μεγαλύτερη αξία, πολύ απλά επειδή υπάρχουν ομάδες με πίεση για την κατάκτηση τίτλων και υπάρχει και μία ξεχωριστή κατηγορία, που περιλαμβάνει μόνο την ΤΣΣΚΑ!

Η επιτυχία ή η αποτυχία της οποίας, εξαρτάται κάθε χρόνο εν πολλοίς, από την έκβαση ενός τριημέρου και δύο αγώνες… Μετά από επτά τίτλους (5 σαν assistant-coach και 2 σαν head-coach), δεκατρείς συμμετοχές σε Final 4 και συνολικά 8 τελικούς, η εφετινή κατάκτηση της Euroleague βάζει τον Ιτούδη σε ένα κλειστό club των πλέον επιτυχημένων προπονητών και αυτομάτως «σφραγίζει» το εισιτήριό του για την επόμενη τεράστια πρόκληση της καριέρας του, που βρίσκεται στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού και στο κορυφαίο πρωτάθλημα μπάσκετ του κόσμου.

Δεν ξέρω αν ο Δημήτρης θα το τολμήσει σύντομα – άλλωστε πρέπει να βρεθεί η κατάλληλη ευκαιρία και το αντίστοιχο timing – αργά ή γρήγορα όμως, τον βλέπω να γίνεται εξέχον μέλος του staff ομάδας του ΝΒΑ, χωρίς να αποκλείεται καθόλου το ενδεχόμενο να δοκιμάσει ακόμη και ως head-coach. Τα προσόντα, η κατάρτιση, οι περγαμηνές και οι διασυνδέσεις (όχι μόνο με τους Πίστονς για όσους γνωρίζουν) υπάρχουν, οπότε πλέον χρειάζεται απλά και λίγη τύχη.

Χάρηκα διπλά την επιτυχία της «αρκούδας» και για τα υπόλοιπα «δικά μας» παιδιά. Για τον Ανδρέα Πιστιόλη και τον Κώστα Χατζηχρήστο, που εδώ και μία πενταετία βρίσκονται στο πλευρό του Έλληνα προπονητή της ΤΣΣΚΑ, αλλά και για τον Χάϊνς, τον Χάκετ ακόμη και για τον Ροντρίγκεζ, που είναι από τα καλύτερα παλικάρια που έχω γνωρίσει τόσα χρόνια στα γήπεδα.

Στα 34 του ο Κάϊλ ξεπέρασε τον Μπατίστ κι έγινε ο Αμερικανός με τα περισσότερα ευρωπαϊκά τρόπαια (4) στην σύγχρονη ιστορία του αθλήματος στην Γηραιά Ήπειρο. Ο Ντάνιελ πέρασε δύσκολη χρονιά και χρειάστηκε παλέψει περισσότερο πνευματικά (με τον εαυτό του) για να βρει τον ρόλο του στο rotation του Ιτούδη και την Κυριακή το βράδυ βίωσε την πιο ευτυχισμένη βραδιά της ζωής του σαν μπασκετμπολίστας.

Στέφθηκε για πρώτη φορά πρωταθλητής Ευρώπης, ρούφηξε το νέκταρ της πρωτόγνωρης επιτυχίας μαζί με τη γυναίκα του και την κόρη του κι έδωσε την δική του τρελούτσικη νότα στους πανηγυρισμούς, που ήταν ξένοι για τους κρύους και ψυχρούς Ρώσους. Θα κλείσω την αναφορά μου στους θριαμβευτές της Βιτόρια, δύο λόγια για τον εφετινό MVP της διοργάνωσης, η περίπτωση του οποίου πρέπει να αποτελεί παράδειγμα για όλα τα νέα ταλαντούχα παιδιά που ονειρεύονται κάποια στιγμή να του μοιάσουν.

Ο λόγος για τον Ουίλ Κλάϊμπερν, η εκτόξευση του οποίου μέσα σε 5 χρόνια, είναι τόσο θεαματική, που νομίζω ότι δείχνει τι μπορεί να πετύχει κάποιος που δεν επαναπαύεται μόνο στο ταλέντο, αλλά δουλεύει ασταμάτητα και δεν σταματά να κυνηγά τα όριά του.

Μεγάλος σεβασμός στην Εφές

Αν και για πολλά χρόνια μου ήταν αχώνευτος, οφείλω να αναγνωρίσω στον Εργκίν Αταμάν την εξαιρετική δουλειά που έκανε αλλά και την σαφώς πιο ανθρώπινη πλευρά που έβγαλε προς τα έξω. Τον ξέρω πολλά χρόνια, γι’ αυτό το λέω. Ο προπονητής της Εφές δημιούργησε μία ομάδα, που παρά τα έξι νέα πρόσωπα, έπαιξε καταπληκτικό μπάσκετ κι έφτασε κοντά στο… θαύμα και το μεγαλύτερο credit ήρθε από τους παίκτες του, που έπιναν νερό στο όνομά του.

Ακόμη και το ξέσπασμά του, λίγο πριν το τέλος του τελικού, όταν οι ύβρεις των οπαδών της Φενέρ ξεπέρασαν τα όρια, κυμάνθηκε σε φυσιολογικά πλαίσια, ενώ πολύ σωστές ήταν και οι δηλώσεις που έκανε στην μικτή ζώνη, εγκαλώντας  όσους έβρισαν την μητέρα του, με πολύ κόσμιο τρόπο.

Πολλά εύσημα αξίζουν στον Σέιν Λάρκιν κατά πρώτο λόγο και τον Βασίλιε Μίτσιτς κατά δεύτερον. Ο πρώτος ήταν ο κορυφαίος παίκτης του Final 4 (μ.ο. 29,5π.) χωρίς να έχει επιλεγεί ούτε καν στην 2η καλύτερη πεντάδα της διοργάνωσης, ενώ ο Σέρβος guard παρουσίασε τεράστια βελτίωση σε σχέση με πέρυσι (Ζάλγκιρις) και σε ηλικία 25 ετών, έδειξε ότι θα παίξει ηγετικό ρόλο τα επόμενα χρόνια.

Δεν άξιζε αυτή την εικόνα η Φενέρ, αδίκησε τον εαυτό της η Ρεάλ

Εδώ και πολλά χρόνια, ο Δημήτρης Ιτούδης έχει εκφράσει την αντίθεσή του με το σύστημα του Final 4, που αν μη τι άλλο ευνοεί τον παράγοντα της έκπληξης και δεν επιβραβεύει τόσο την «σοδειά» της κανονικής περιόδου. Το έχει «πληρώσει» ουκ ολίγες φορές άλλωστε! Εν προκειμένω, η Φενερμπαχτσέ που ήταν μακράν η πιο σταθερή και συνεπής ομάδα της εφετινής διοργάνωσης και κατέρριψε το προηγούμενο καλύτερο ρεκόρ στην regular season (25-5), έπεσε θύμα της «κατάρας» που για 3η σερί χρονιά (όσες και το νέο format) «χτυπάει» την πρωτοπόρο του «μαραθωνίου» των 30 αγωνιστικών.

Οι απουσίες του Λοβέρν και του Ντατόμε, σε συνδυασμό με την ανετοιμότητα των Βέσελι και Κάλινιτς ανάγκασε την περυσινή δευτεραθλήτρια Ευρώπης να παραταχθεί με τεράστιες αδυναμίες στις θέσεις “4” και “5”, γεγονός που της στοίχισε δύο «20άρες» και μακράν την χειρότερη εικόνα ομάδα του «άρχοντα των δαχτυλιδιών» Ζέλικο Ομπράντοβιτς.

Αν η Φενέρ ήταν πλήρης, τότε μάλλον θα είχαμε διαφορετικό ζευγάρι τελικού και άλλη μία μάχη κουμπάρων «μέχρι τέλους» όπως το 2016… Με το “αν”, όμως, δεν γράφεται ποτέ η ιστορία…

Για το τέλος, αφήσαμε την Ρεάλ, που στον 2ο ημιτελικό, έβαλε τα χέρια της κι έβγαλε τα μάτια της, χάνοντας την ευκαιρία να υπερασπίσει το περυσινό της στέμμα και να αν νικήσει να γίνει η 4η ομάδα στην ιστορία του θεσμού, που κατακτά δύο συνεχόμενες χρονιές τον τίτλο (Γιουγκοπλάστικα, Μακάμπι και Ολυμπιακός). Οι επιλογές των παικτών της στην 4η περίοδο του αγώνα με την ΤΣΣΚΑ και η «τρικυμία» του Πάμπλο Λάσο, της κόστισε την πρόκριση  παρά το προβάδισμα των 14 πόντων στα μέσα της 3ης περιόδου.

Καλό βαθμό παίρνει η διοργάνωση

Αν εξαιρέσουμε την δυσκολία της πρόσβασης (είτε δύο πτήσεις και μετά μία ώρα οδικώς, είτε μία και μετά τρεις ώρες οδήγηση από την Μαδρίτη) και τις χειμερινές κλιματολογικές συνθήκες (κρύο, βροχή και μουντάδα), για τις οποίες όμως, δεν ευθύνονται οι διοργανωτές, το τριήμερο ήταν η απόλυτη μπασκετική απόδραση! Ειδικότερα μετά από όλα όσα έγιναν στο ελληνικό πρωτάθλημα.

Γεμάτο και πολύ ατμοσφαιρικό γήπεδο, ωραίο μπάσκετ, συναρπαστικοί ημιτελικοί και αμφίρροπος τελικός, αθλητικός πολιτισμός και εορταστική ατμόσφαιρα στο κέντρο της πόλης, απίστευτο φαγητό και ακόμη πιο γευστικές ποικιλίες κρασιών και μπασκετική μελαγχολία στη θέα των πολυάριθμων ξένων φιλάθλων, που σταματούσαν κάθε τόσο τον Θοδωρή Παπαλουκά στους δρόμους, τα μπαρ και τα εστιατόρια, για να του εκφράσουν τον θαυμασμό τους και να ζητήσουν ένα αυτόγραφο ή μία φωτογραφία.

Υγ.1: H επιλογή του Γιαν Βέσελι ως MVP της κανονικής περιόδου ήταν το πιο μελανό σημείο του εφετινού gala των ετήσιων βραβείων. Ο Τσέχος δεν ήταν καν ο καλύτερος παίκτης της ομάδας του και προσωπικά πιστεύω ότι ο νικητής έπρεπε να ήταν μεταξύ Σλούκα και Καλάθη.

Υγ.2: Ο υπογράφων παραμένει αήττητος (4/4) στο media game που διεξάγεται κάθε χρόνο την παραμονή του τελικού, από το 2015 (Μαδρίτη) και μετά…  

Υγ.3: Υπάρχουν οι διαπιστευμένοι δημοσιογράφοι του Final 4 και ο Βασίλης Σκούντης. Χωρίς τον legend της μπασκετικής δημοσιογραφίας στην Ευρώπη, δεν μπορεί να αρχίσει κανένα media event του τριημέρου, ενώ ακόμη και το «αφεντικό» της διοργάνωσης, ο Τζόρντι Μπερτομέου πρώτα σιγουρεύεται ότι ο Βασίλης μας δεν έχει άλλες ερωτήσεις και εν συνεχεία κλείνει την εκάστοτε ενημέρωση των συναδέλφων.

Υγ.4: Το gazzetta.gr πιστό στην παράδοση που έχει δημιουργήσει με πολυπληθείς αποστολές σε όλα τα μεγάλα μπασκετικά γεγονότα, σας μετέφερε με έξι απεσταλμένους (Σκουντής, Παπαδογιάννης, Καλκαβούρας, Ππαπανδρέου, Σταυρουλάκης και Τσίγκας) όλο τον παλμό του Final 4 της Βιτόρια και ανανεώνει το ραντεβού του μαζί σας για την επόμενη ετήσια γιορτή του ευρωπαϊκού μπάσκετ, που θα διεξαχθεί του χρόνου τέτοια εποχή στο Παρίσι ή στην Κολωνία!