Θα ξαναδούμε ελληνική ομάδα σε Final 4 όταν...

Ο Αντώνης Καλκαβούρας γράφει για το αμερικανικό μοντέλο των “franchise players”, που πλέον δεν μπορεί να λειτουργήσει στην Ελλάδα της υπερφορολόγησης, πιστεύει ότι οι «αιώνιοι» πρέπει να αλλάξουν φιλοσοφία στην Euroleague κι εκτιμά ότι η εποχή των Σπανούληδων και των Διαμαντίδηδων έχει περάσει ανεπιστρεπτί.

Θα ξαναδούμε ελληνική ομάδα σε Final 4 όταν...

Με τα τρία από τα τέσσερα εισιτήρια του εφετινού Final 4 της Euroleague (Βιτόρια, 17-19 Μαΐου) να έχουν «σφραγιστεί» από τους συνήθεις ύποπτους ως κολοσσούς του ευρωπαϊκού μπάσκετ (Ρεάλ, Φενερμπαχτσέ και ΤΣΣΚΑ) και με το ετήσιο κορυφαίο ραντεβού του ευρωπαϊκού μπάσκετ να διεξάγεται για 2η συνεχή χρονιά χωρίς ελληνική ομάδα, κάτι που συμβαίνει για πρώτη φορά μετά από 15 χρόνια (τη διετία 2003-04), νομίζω ότι έφτασε η ώρα ενός μίνι απολογισμού.

Ενός απολογισμού, τον οποίο ασφαλώς γνωρίζουν τα αφεντικά των «πράσινων» και των «ερυθρόλευκων» και που ίσως βοηθήσει τους φιλάθλους τους, να καταλάβουν πόσο δύσκολο ήταν αυτό που πετύχαιναν την τελευταία δεκαετία (από το 2008 και μετά όταν και άρχισε η οικονομική κρίση στην χώρα μας), κατά κύριο λόγο ο Ολυμπιακός των 6 Final 4 (2009, 2010, 2012, 2013, 2015, & 2017), των πέντε τελικών (μόνο το 2009 έχασε στον ημιτελικό) και των δύο ευρωπαϊκών τίτλων (2012, & 2013), αλλά και ο Παναθηναϊκός των ισάριθμων ευρωπαϊκών τροπαίων (2009 & 2011) και τελικών και των τριών συμμετοχών (2009, 2011 & 2012).

Έχουμε και λέμε λοιπόν:

- Από το 2008 (έτος έναρξης της αλλαγής των οικονομικών δεδομένων στην Ελλάδα) μέχρι και το 2013 (χρονιά που άλλαξε η φορολογία στα συμβόλαια των αθλητών), το ελληνικό μπάσκετ εκπροσωπήθηκε στα πέντε από τα 6 Final 4 (μάλιστα το 2009 και το 2012 είχαμε διπλή ελληνική παρουσία) και συνολικά κατάκτησε τέσσερα ευρωπαϊκά τρόπαια (δύο οι «πράσινοι» τρεις συμμετοχές και άλλα δύο οι «ερυθρόλευκοι» σε τέσσερις)!

- Από το 2013, οπότε και η φορολογία (45%) μαζί με την έκτακτη εισφορά, τα μανατζερικά και τον αντίστοιχο φόρο των ατζέντηδων, εκτίναξαν το κόστος του εκάστοτε συμβολαίου (άνω των 100.000 Ευρώ) στο 110% των καθαρών απολαβών, μέχρι και σήμερα, στο ενεργητικό των ομάδων μας έχουν καταγραφεί μόλις δύο προκρίσεις (Ολυμπιακός το 2015 και το 2017) και κανένας τίτλος, ενώ ο μέχρι το 2012 κραταιός Παναθηναϊκός των 6 «αστεριών» και των 11 Final 4, μετράει επτά αποτυχημένες προσπάθειες (ρεκόρ 6-21 στα playoffs από το 2013 και μετά) να επιστρέψει στην μεγάλη γιορτή του ευρωπαϊκού μπάσκετ.

- Την ίδια ώρα (από το 2013 και μετά δηλαδή), οι υπόλοιποι κορυφαίοι σύλλογοι της Γηραιάς Ηπείρου, που είτε δεν υπόκεινται σε φορολόγηση άνω του 20% (ΤΣΣΚΑ, Φενερμπαχτσέ και Μακάμπι), είτε αντλούν το μεγαλύτερο μέρος του budget τους από τα έσοδα του κοινού ταμείου που έχουν με το άκρως κερδοφόρο ποδοσφαιρικό τους τμήμα (Ρεάλ και Μπαρτσελόνα), μονοπωλούν τους τίτλους και τις προκρίσεις στο Final 4:   

Ρεάλ (5/6): 2 τίτλους (2015 & 2018)

ΤΣΣΚΑ (6/6): 1 τίτλος (2016)

Φενερμπαχτσέ (5/6): 1 τίτλος (2017)

Μακάμπι (1/6): 1 τίτλος (2014)

Μπαρτσελόνα (1/6): 0 τίτλους

Το «λάθος» που δεν μπορούσαν να αποφύγουν οι «αιώνιοι»!

Όπως γίνεται αντιληπτό, με την ελληνική φορολογία να «αγγίζει» το 110% των καθαρών απολαβών και με τις ομάδες μας να έχουν στην καλύτερη περίπτωση υποδιπλάσια budgets (δεν ξεπερνούν τα 15 εκατομμύρια Ευρώ) από τις βασικές τους αντιπάλους, η επιμονή σε συμβόλαια της τάξεως του ενός και πλέον εκατομμυρίου Ευρώ (έως και δύο στην περίπτωση του Καλάθη), είναι σχεδόν αδύνατον να φέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα, ειδικότερα από το 2013 και μετά!

Κοινώς, ο Ολυμπιακός του Σπανούλη και του Πρίντεζη των τελευταίων έξι ετών (αν εξαιρέσουμε τον τελευταίο χρόνο του αρχηγού των Πειραιωτών, κόστιζαν πάνω από 2,5 εκατομμύρια Ευρώ ετησίως ο καθένας) και ο Παναθηναϊκός του Καλάθη της τετραετίας 2015-2019 (ειδικότερα τα δύο τελευταία χρόνια το κόστος του πλησιάζει τα 5 εκατομμύρια Ευρώ) και του Διαμαντίδη της τριετίας 2013-2016, επένδυσαν το μεγαλύτερο μέρος του προϋπολογισμού πάνω σε δύο παίκτες.

Κατά συνέπεια, δεν τους απέμειναν πολλά χρήματα για να τους πλαισιώσουν με αρκετούς ποιοτικούς συμπληρωματικούς συμπαίκτες, καθώς επίσης για να αποκτήσουν το απαραίτητο βάθος στο ρόστερ, έτσι ώστε να ανταπεξέλθουν στις ολοένα και αυξανόμενες υποχρεώσεις στην Euroleague. Σε αντίθεση με τους βασικούς ανταγωνιστές τους, που έχουν μίνιμουμ διπλάσια χρήματα να ξοδέψουν, έχουν ένα ρόστερ με 12-14 ισάξιους παίκτες, στοιχείο που αναγκάζει τις δύο ελληνικές ομάδες να βρίσκονται συνεχώς σε μειονεκτική θέση και να αναζητούν συνεχώς την υπέρβαση.

Στην περίπτωση του Ολυμπιακού συνέβη δύο φορές (2015 και 2017) και δημιούργησε την ψευδαίσθηση ότι με αυτή τη συνταγή μπορούν οι Πειραιώτες να έχουν μόνιμη θέση στα Final 4. Ο Παναθηναϊκός ακολούθησε κι αυτός αναγκαστικά το ίδιο μοντέλο, αλλά σε σχέση με τους «ερυθρόλευκους», υστέρησε στην έλλειψη του σταθερού κορμού Ελλήνων.

Στις τρεις τελευταίες τους προσπάθειες (ρεκόρ 1-9 στα playoffs), οι «πράσινοι» εναπόθεσαν… χρυσάφι στα πόδια του κατά γενική ομολογία κορυφαίου point-guard στην Ευρώπη (Καλάθης), έδωσαν τα κλειδιά της ομάδας σε καταξιωμένους και ακριβούς προπονητές (Πασκουάλ και Πιτίνο) και άρχισαν να επενδύουν σε Έλληνες, αλλά για λόγους budget, αρκέστηκαν σε φθηνές αμερικανικές και ευρωπαϊκές λύσεις, οι οποίες φυσικά αποδείχτηκε περίτρανα ότι δεν μπορούν να τους οδηγήσουν στην υπέρβαση.

Η αναγκαιότητα ενός νέου μοντέλου

Η περίπτωση της Ζάλγκιρις, που με πολύ χαμηλότερο budget από τους «αιώνιους» και υπό τις οδηγίες του εκπληκτικού Σαρούνας Γιασικεβίτσιους, έφτασε σε ένα Final 4 (2018) και «πλησίασε» σε ένα ακόμη, δείχνει ότι με σωστή γνώση της αμερικανικής αγοράς, επένδυση στο ελληνικό στοιχείο, οικονομικές επιλογές παικτών (με άξονα την αθλητικότητα) και την αποκλειστική χρήση πτήσεων τσάρτερ στα πάμπολλα ταξίδια στο εξωτερικό, οι ομάδες μας μπορούν να πάρουν ξανά την πάνω βόλτα και να βάλουν και πάλι δύσκολα στους «κολοσσούς» του ευρωπαϊκού μπάσκετ.

Από τη στιγμή που κανείς εκ των Δημήτρη Γιαννακόπουλου και αδελφών Αγγελόπουλου δεν είναι διατεθειμένος και δεν δύναται να ανεβάσει περισσότερο το budget, στην ουσία πετώντας ολοένα και περισσότερα χρήματα, το εναλλακτικό μοντέλο στον οικονομικό σχεδιασμό της εκάστοτε ΚΑΕ, μοιάζει απαραίτητο. Όπως επιτακτική είναι η θέσπιση ενός ειδικού φορολογικού καθεστώτος για τον επαγγελματικό αθλητισμό στην Ελλάδα από τη νέα κυβέρνηση. Σε αντίθετη περίπτωση θα αργήσουμε πολύ να ξαναδούμε ελληνικές ομάδες σε Final 4!

Υγ.: Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι στην Αγγλία και την Ισπανία, o επαγγελματικός αθλητισμός θεωρείται είδος διασκέδασης και κατ’ επέκταση εξαγώγιμο προϊόν και γι’ αυτό ακριβώς τον λόγο, τα συμβόλαια των αθλητών υπόκεινται σε ειδικό φορολογικό καθεστώς.