Η παγίδα του (κάθε) θριάμβου

Ο Γιάννης Ντεντόπουλος υπογραμμίζει ότι η μεγαλειώδης αυτή εμφάνιση και πρώτη νίκη του Παναθηναϊκού επί της Ρεάλ Μ. βασίστηκε στο δίπολο «πίεση –ριμπάουντ» και ξεκαθαρίζει ότι ο Λάσο έχει πιο εύκολο έργο από τον Πασκουάλ, μέχρι το τζάμπολ του δεύτερου αγώνα.

Η παγίδα του (κάθε) θριάμβου

Το μεγαλύτερο μυστικό σε μια σειρά playoffs της Euroleague, είναι να καταφέρεις να ξεχάσεις το ματς που τελείωσε και να καταφέρεις να διαχειριστείς τις 48 (στην προκειμένη περίπτωση) ώρες που μεσολαβούν μέχρι το επόμενο. Είτε είσαι νικητής, όπως ο Παναθηναϊκός, είτε ηττημένος, όπως η Ρεάλ Μ. Κι ακόμη μεγαλύτερος βαθμός δυσκολίας είναι όταν είσαι θριαμβευτής, όπως ο Παναθηναϊκός, ή ταπεινωμένος, όπως η Ρεάλ Μ.. Τα άκρα είναι πάντοτε επικίνδυνα.  

Ο «χρυσός κανόνας» είναι ξεκάθαρος: μια νίκη πιστώνεσαι αν έχεις μισό πόντο παραπάνω από τον αντίπαλό σου, μία κι αν τον έχεις κάνει ρετάλι με μια 50άρα στο κεφάλι. Και να θέλει να αποφύγει κανείς την εμπλοκή, δεν υπάρχει κλασσικότερο σύγχρονο παράδειγμα, από την εξέλιξη της σειράς του Ολυμπιακού με την Σιένα το 2011.Στο πρώτο ματς, οι Πειραιώτες του Ιβκοβιτς συνέτριψαν τους Ιταλούς του Πιανιτζάνι και του Ζήση στο ΣΕΦ με 89-41 και σε δυο μέρες έχασαν και τελικά αποκλείστηκαν με 3-1.

Υπό αυτή την έννοια, θεωρητικά, είναι πιο εύκολο να προετοιμάσει το ματς της Πέμπτης ο Λάσο, παρά ο Πασκουάλ. Ο πρώτος μπορεί να μπει στα αποδυτήρια, να ρίξει κανέναν «καντήλι», να σπάσει καμιά πόρτα, να χιμήξει σε κανέναν παίκτη και επιπλέον να περιμένει ότι αυτόματα θα λειτουργήσει ο πληγωμένος εγωισμός των παικτών που εκπροσωπούν ένα τόσο μεγάλο κλαμπ  το οποίο παρουσίασε αυτή την άθλια εικόνα, που χειρότερή της μάλλον δεν γίνεται, εκτός αν μας διαψεύσει η εξέλιξη των πραγμάτων. Ο Τσάβι, τι να πει; Φυσικά και θα τονίσει τα αυτονόητα «κάναμε μόνο το 1-0», να υπενθυμίσει πως κάθε μας είναι «άλλη ιστορία» και «να μη χαλαρώσουμε». Ανέκαθεν και παντού, οι θρίαμβοι  έκρυβαν παγίδες. Να παρασυρθείς, να χαλαρώσεις, να «ψηλώσεις».

Και εδώ, θα μου πείτε με το δίκιο σας: «Σιγά ρε μεγάλε, σε λίγο θα ισχυριστείς ότι ήταν κακό που ο Παναθηναϊκός ήταν τόσο καταιγιστικός και στο τέλος θα πρέπει να απολογηθεί κιόλας για το εκκωφαντικό 20-0 του ξεκινήματος, το +35 που πήγε κάποια στιγμή η διαφορά και για τη τόσο χορταστική εμφάνισή του με την οποία ισοπέδωσε μια ομάδα με τόσο βαρύ όνομα».

Το πνεύμα δεν είναι ακριβώς αυτό. Άλλωστε, μια τέτοια απόδοση δεν ήρθε ούτε κατά τύχη, ούτε ήταν προϊόν ευτυχούς συγκυρίας. Και γι αυτό δικαιούνται οι «πράσινοι» και να καμαρώσουν και να νιώσουν την γλύκα μιας τέτοιας νίκης. Απλά, οφείλουν να ετοιμαστούν για κάθε είδους απρόοπτο. Ακόμη, μπροστά, υπάρχει δρόμος πολύς.

Κανείς δεν μπορεί να μη σταθεί στην ιδανική αλλά και αυτονόητη επιλογή του Πασκουάλ, να πιέσει ασφυκτικά μια ομάδα που – εν τη απουσία του Καμπάτσο- είχε μοναδικό ποιοτικό play maker τον 19χρονο Ντόντσιτς, πάνω στον οποίο έστειλε το φαινόμενο ενέργειας και ορμής που λέγεται Θανάσης Αντετοκούνμπο, στην μεγαλειώδη εμφάνιση του δίδυμου Καλάθη και Τζέιμς που έκανε ό,τι ήθελε, στην βοήθεια που έδωσαν πολλοί παίκτες όταν το αρχικό +20 κατέβηκε στο +8, με πολύ χρόνο να απομένει, τον τρόπο που άνοιξε το γήπεδο με συνεχείς αιφνιδιασμούς και καρφώματα, απέναντι σε ένα αντίπαλο έδειχνε κομπλαρισμένος, αλλά και την έξυπνη διαχείριση στης τελευταίας διαδικαστικής περιόδου, στην οποία προσπάθησε να συνεφέρει εκείνους που δεν ήταν καλοί στο πρώτο rotation (Παππάς, Λοτζέσκι, Πέιν) ή να δώσει την ευκαιρία και στον Λεκαβίτσιους (δεν του πήγαινε το συγκεκριμένο ματς) να βρέξει τα πόδια του σε play offs και στον Βουγιούκα να επιβεβαιώσει τη σταθερότητά του.Το εντυπωσιακό ήταν ότι στο τέλος του ματς, κανείς δεν θυμόταν ότι το πάρτι έγινε χωρίς τον Κέι Σι Ρίβερς, η απουσία του οποίου, στην συγκεκριμένη περίπτωση, δεν έγινε αισθητή.

 Αν πάλι ρωτήσει κανείς ποια ήταν η ειδοποιός διαφορά και που εντοπίζεται ένας συσχετισμός που αν αλλάξει μπορεί να υπάρξει πρόβλημα, το μάτι θα πάει κατ’ ευθείαν στον τελικό απολογισμό των ριμπάουντ. Το 38-23 υπέρ του «τριφυλλιού» είναι αποστομωτικό, ειδικά απέναντι σε μια ομάδα που αν είχε κάτι να υπερέχει σε θεωρητικό επίπεδο, ήταν το βάθος της front line της η οποία με αυτά και με εκείνα πήρε το πρώτο επιθετικό της ριμπάουντ στο δεύτερο ημίχρονο. Τα ριμπάουντ είναι κατοχές κι όταν αυτές μετατρέπονται σε καλάθια με κάθε τρόπο, τότε διαμορφώνουν κατάσταση. Είναι χαρακτηριστικό ότι για να κερδηθεί αυτή η μάχη όλοι έβαλαν πλάτη. Μόνο ο Λεκαβίτσιους που μπήκε στο τέλος δεν πρόλαβε να πάρει ριμπάουντ. Ο Τζέιμς πήρε 8, ο Καλάθης 6, ο Σίνγκλετον 5, ο Γκιστ και ο πολύτιμος Γκάμπριελ από 4.

Ο Παναθηναϊκός αν μη τι άλλο έδειξε πωρωμένος. Η Ρεάλ Μ., αν μη τι άλλο επιβεβαίωσε ότι δεν είναι και η επιτομή της σκληρής (σε χαρακτήρα) ομάδας, η οποία ουδέποτε έχει προκριθεί με μειονέκτημα έδρας. Όταν χάνεις με 35 πόντους, είναι αδιανόητο να μην έχει αποβληθεί ούτε ένας παίκτης σου με 5 φάουλ, ή ο αντίπαλος σου να έχει πάει στις βολές (τομέας βέβαια στον οποίο η ελληνική ομάδα είχε το χαμηλότερο ποσοστό από όλες τις άλλες κατηγορίες των σουτ) μόλις 13 φορές, γιατί του είχες αφήσει την πόρτα προς το καλάθι σου ορθάνοιχτη.

Για το τέλος μια διαπίστωση που μπορεί να μην είναι τόσο σημαντική, αλλά νιώθω ότι οφείλω να την (ξανα)κάνω: ο Μάρκους Ντέντμον για πολλοστή φορά επιβεβαίωσε ότι ενώ θα ήταν ο πρώτος που θα έπρεπε να γίνει ράκος από τον ερχομό του Τζέιμς, είναι εκείνος που από τότε γίνεται όλο και καλύτερος. Αυτό σημαίνει χαρακτήρας.