Ο Άρης και ο ΠΑΟΚ ακροβατούσαν στην ευρωπαϊκή κορυφή όταν οι νότιοι «αιώνιοι» φυτοζωούσαν

Ένα, δύο, τρία, τέσσερα χαμένα τρόπαια

Ο Νίκος Παπαδογιάννης θεωρεί σκόπιμο να θυμίσει στους νεοφερμένους ότι δεν υπάρχει παρθενογένεση στο μπάσκετ.

Πρώτο τραπέζι Vista! Με ανανεωμένη πλατφόρμα και νέο mobile site. (21+)!

Η κραυγαλέα αντίθεση ανάμεσα στη ζεστή ατμόσφαιρα του ντέρμπι της Θεσσαλονίκης και στη θλιβερή ερημιά του ΣΕΦ με έκανε να νιώσω κάτι σαν οίκτο για όσους νομίζουν ότι το μπάσκετ γεννήθηκε γύρω στο 1993.

Όχι, νεαροί φίλοι μου. Ο Άρης και ο ΠΑΟΚ θα μπορούσαν να κατακτήσουν 2-3 ευρωπαϊκά τρόπαια, για Κύπελλα Πρωταθλητριών μιλάμε και όχι για Κόρατς και …Ρονκέτι, πριν ακόμη ξεμυτίσουν από το αυγό τους οι «κόκκινοι» και οι «πράσινοι».

Τότε που τρίτη δύναμη πίσω τους ήταν ο Πανιώνιος ή το Περιστέρι ή ίσως ο Ηρακλής...

Η έκρηξη του Ολυμπιακού και του ΠαναθηναΪκού οφείλεται, όχι σε παρθενογένεση ή σε δήθεν συστηματική δουλειά ετών, αλλά στη στρατολόγηση παικτών όπως οι Γκάλης, Γιαννάκης, Φασούλας, προπονητών όπως ο Ιωαννίδης, ο Πολίτης, ο Κιουμουρτζόγλου, ο Ίβκοβιτς, αλλά και παραγόντων όπως ο Γιάννης Γιαννάκης.

Όλοι ανεξαιρέτως οι προαναφερθέντες, μαζί με κάμποσους άλλους που ακολούθησαν το χρώμα του χρήματος από τον ετοιμόρροπο Λευκό Πύργο προς τις νεόπλουτες υπερδυνάμεις του Λεκανοπεδίου (Κόρφας, Πρέλεβιτς, Σούμποτιτς κ.ο.κ.), έφεραν στις αποσκευές τους τη φλόγα της ευρωπαΪκής φιλοδοξίας, καθώς και το know-how που οδήγησε τον Άρη σε τρία final-4 μεταξύ 1988-90 και τον ΠΑΟΚ σε ένα, το 1993.

Χρειάστηκε να φτάσουμε στα μέσα της δεκαετίας του ’90 για να γεννήσει το μπάσκετ του νότου τους πρώτους, «δικούς του» σούπερ σταρ. Αστέρια δεύτερης διαλογής, εδώ που τα λέμε.

Ο Παναθηναϊκός και ο Ολυμπιακός κατέκτησαν την Ευρώπη με τεχνογνωσία δανεική, από την ένδοξη αλλά παρηκμασμένη «μπασκετομάνα» Θεσσαλονίκη και από το εξωτερικό.

Βεβαίως, ελάχιστοι από τους προαναφερθέντες έλκουν την καταγωγή τους από τη Μακεδονία. Ο Ιωαννίδης, ο Κιουμουρτζόγλου, o Φασούλας. 

Ωστόσο, το Παλέ ντε Σπορ υπήρξε ζωντανή μήτρα του αθλήματος και δημιούργησε έναν οργασμικό μικρόκοσμο που δεν θα μπορούσε να καρπίσει στη χαοτική, αλλού νυχτωμένη Αθήνα.

Οι «χαμουτζήδες» ανακάλυψαν το μπάσκετ μόλις μυρίστηκαν ψητό και ουσιαστικά το σφετερίστηκαν, για να μη πω ότι το εξαγόρασαν.

Έπειτα, το μετέτρεψαν σε ποδόσφαιρο, με πρωτοστάτη τον παμφάγο Σωκράτη Κόκκαλη και αντάξιο συμπαραστάτη τον Παύλο Γιαννακόπουλο, ο οποίος ουδέποτε έκρυψε ότι έβλεπε την πορτοκαλί μπάλα ως σκαλοπάτι για να μεταπηδήσει στην ασπρόμαυρη.

Μπορεί εντός γηπέδου να υπήρξε απαράμιλλη προκοπή με τα 9 ευρωπαϊκά κύπελλα, αλλά έξω από αυτό κάνουν κουμάντο εδώ και 20-25 χρόνια ο χουλιγκανισμός, το μίσος και το παρασκήνιο. Από τον καιρό του Τελ Αβίβ και της Σαραγόσα.

Δεν ήταν πάντοτε έτσι, ξέρετε. Ούτε έτρεχαν ανέκαθεν μόνο δύο άλογα σε αυτή την κούρσα. Ο Άρης και ο ΠΑΟΚ έκαναν το «λάθος» να κρατήσουν τις υπόλοιπες ομάδες ζωντανές, όταν μπορούσαν να τις εξοντώσουν.

Μόλις ο Ολυμπιακός και ο Παναθηναϊκός δρομολόγησαν τον νόμο Λιάνη για την κατάργηση της κεντρικής διαχείρισης των τηλεοπτικών δικαιωμάτων, καταδίκασαν όλους τους -ήδη ημιθανείς- ανταγωνιστές σε παρακμή.

Τα κλειστά συμβόλαια της Euroleague ήρθαν να αποτελειώσουν όσες ομάδες βαυκαλίζονταν ότι ήταν σε θέση να ακολουθήσουν την κούρσα των εξοπλισμών.

Είμαι από τους -ελάχιστους πια- τυχερούς που έζησαν από κοντά τα final-4 των πέτρινων χρόνων, που μόνο πέτρινα δεν ήταν για το ευρωπαϊκό μπάσκετ. 

Η Τρέισερ, η Μακάμπι, ο Άρης και η Παρτίζαν που κονταροχτυπήθηκαν το 1988 στη Γάνδη ήταν τέσσερις από τις ισχυρότερες ομάδες που εμφανίστηκαν ποτέ στα ευρωπαϊκά γήπεδα. Ο ΠΑΟΚ του 1993 μπορεί να είναι η καλύτερη από εκείνες που ουδέποτε κατέκτησαν τα σκήπτρα.

Οι δύο «αιώνιοι» της Θεσσαλονίκης σκόνταψαν τέσσερις φορές στα προτελευταίο εμπόδιο νικημένοι από τη δική τους απειρία, αλλά και από την κλάση παντοδύναμων αντιπάλων.

Η Γιουγκοπλάστικα που κατέκτησε τρεις τίτλους σερί μεταξύ 1989-91 φέρνει και σήμερα δάκρυα νοσταλγίας στα μάτια των συγχρόνων μου. Η Μπαρτσελόνα που έμεινε αστεφής στο ίδιο διάστημα, μολονότι έπαιξε και τελικό στη χώρα της, ήταν μία ομαδάρα ολκής. Η Μακάμπι σκόρπιζε τρόμο στο πέρασμά της.

Η Παρτίζαν του 1992 πόνταρε στην ακαταμάχητη αύρα της προσφυγικής ομάδας που βάδιζε στο πεπρωμένο της (αλλά και στον εκκολαπτόμενο θαυματοποιό Ζέλικο Ομπράντοβιτς), ενώ η Λιμόζ του 1993, μολονότι δεν άρεσε σε καθέναν, έφερε μαζί της ένα modus operandi που έμελλε να σαρώσει την Ευρώπη για αρκετά χρόνια.

Ανάμεσα στους ηττημένους του final-4 της Αθήνας δεν ήταν μόνο ο ΠΑΟΚ των Ίβκοβιτς, Πρέλεβιτς, Κόρφα, Μπάρλοου, Φασούλα, Λέβινγκστον, αλλά και κάποιος Τόνι Κούκοτς, αν έχετε ακουστά.

Εν ολίγοις, το παράθυρο της ευρωπαϊκής καταξίωσης άνοιξε για τους Ολυμπιακό, Παναθηναϊκό όταν χαμήλωσε ο πήχυς του ανταγωνισμού.

Το final-4 του 1997 στη Ρώμη, με Βιλερμπάν και Ολύμπια Λιουμπλιάνα, ήταν μάλλον το χειρότερο της ιστορίας. Η Μπάρτσα που υποκλίθηκε στις ομάδες μας το ’96 και ξανά το ‘97 δεν ήταν παρά το φάντασμα της ταξιαρχίας του Έπι, του Νόρις και του Χιμένεθ.

Η ΤΣΣΚΑ, η Μακάμπι και η Ρεάλ έζησαν αρκετά χρόνια παρακμής, με συνέπεια να ανεβούν στη σκηνή ομάδες από το μεσαίο ράφι. Το 1998, αν θυμάστε, έπαιξε τελικό στη Βαρκελώνη, η ΑΕΚ. Με «ξανθό» και Μπάνε στη μηχανή της…

Δεν προσπαθώ να απαξιώσω κανέναν. Ο Παναθηναϊκός και ο Ολυμπιακός εκμεταλλεύτηκαν στο έπακρο τη συγκυρία, αλλά ξόδεψαν και άφθονη φαιά ουσία εκτός από χρήμα.

Κατά τη γνώμη μου, η διαρκής παρουσία των δύο στην κορυφογραμμή ακόμα και στα χρόνια των χαμηλωμένων προϋπολογισμών είναι το λαμπρότερο -από τα πολλά- παράσημό τους.

Ο Ολυμπιακός μετράει δύο τρόπαια και τέσσερις τελικούς την τελευταία εξαετία, αλλά και ο Παναθηναϊκός βρίσκεται σταθερά και αδιαπραγμάτευτα στο γκρουπ των φιλόδοξων μνηστήρων, απτόητος από το κραχ του 2012.

Απομένει να δούμε, αν θα καταφέρουν να ξεκινήσουν μία σεζόν δίχως να είναι κάποιος από τους δύο (ή και οι δύο) εξοστρακισμένος στην εξορία ή καταδικασμένος σε κεκλεισμένων των θυρών.