Η επικράτηση της λογικής και του… θαυμασμού!

Ο Βασίλης Παπανδρέου γράφει για μια ομάδα που έχει μάθει να «σπάει το ταβάνι» της και έναν προπονητή που «δεν έχει ταβάνι» Αμφότεροι πάντως, καλούνται να είναι «μεγάλοι» τόσο στις νίκες όσο και στις ήττες...  

Η επικράτηση της λογικής και του… θαυμασμού!

Παίξε νόμιμα στην Sportingbet με επιστροφή στοιχήματος στο Ντρόχεντα - Μπρέι, αν καταλογιστεί πέναλτι (21+).

Ο Ολυμπιακός δεν τα κατάφερε, αλλά… πέτυχε! 

Όταν ξεκινούσε η σεζόν, οι «ερυθρόλευκοι» μπήκαν στην αφετηρία μιας «νέας» Euroleague, με πρωτόγνωρο σύστημα διεξαγωγής, έχοντας ένα από τα μικρότερα μπάτζετ της διοργάνωσης και -αποδεδειγμένα- λιγότερες λύσεις 1ης γραμμής.

Κι όμως… Ο Ολυμπιακός κατάφερε -γιατί περί κατορθώματος πρόκειται- να τερματίσει με σχετική ευκολία στην 4άδα της κανονικής περιόδου, να προκριθεί εμπνέοντας σιγουριά στο Final 4 και να κερδίσει προκαλώντας -τον συνήθη φόβο- την ΤΣΣΚΑ στον ημιτελικό.

Όλα αυτά, τα πέτυχε με 2 βασικούς του παίκτες στα πιτς, με τον ηγέτη του να κοντεύει τα 35 και με τους ψηλούς του (Μιλουτίνοφ, Μπιρτς, Γιανγκ) να είναι τελείως άπειροι σε αυτό το επίπεδο. Είναι ένα πραγματικό κατόρθωμα και αξίζουν μόνο χειροκροτήματα για τον Σφαιρόπουλο και τους παίκτες του.

Επίσης, δεν είναι τυχαίο ότι το σύνολο του μπασκετικού κόσμου (παίκτες, προπονητές, δημοσιογράφοι, φίλαθλοι) αποθέωσαν και παραδέχτηκαν το “Olympiacos’ Way”, που αποτελεί παράδειγμα υγείας, αυταπάρνησης, υπερβάσεων και επιμονής.

Απλώς, όπως και το 2015, ο Ολυμπιακός ήταν άτυχος. Γιατί πρέπει να είσαι άτυχος για να πέσεις στον τελικό με τον γηπεδούχο και διπλά άτυχος να παίζεις απέναντι σε αντιπάλους που έχουν -πάρα πολλά- να αποδείξουν.

Η Ρεάλ είχε να κατακτήσει τίτλο από το 1995 (στο Final 4 της Σαραγόσα), έπαιζε εντός έδρας, είχε χάσει 2 συνεχόμενους τελικούς σε Λονδίνο (2013) και Μιλάνο (2014), ενώ ήθελε «εκδίκηση» από τον Ολυμπιακό, αν θυμηθείτε όσα έγιναν με τον Σπανούλη τον Ρούντι και τον Μασιούλις στα τελευταία λεπτά του τελικού της Μαδρίτης.

Τα ίδια -περίπου- και φέτος! Η Φενέρ έψαχνε το πρώτο ευρωπαϊκό πρωτάθλημα στην ιστορία της, ο Ομπράντοβιτς ερχόταν από 2 συνεχόμενα χαμένα Final 4, που γίνονται 3 αν προσθέσουμε και τον Παναθηναϊκό του 2012, ενώ το Σινάν Ερντέμ είχε 15,000 Τούρκους φιλάθλους, σε μια ατμόσφαιρα που θύμισε… Αθήνα 2007.

Την εικόνα του τελικού, την αποτυπώνει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο η ατάκα του Γιώργου Πρίντεζη, ελάχιστα λεπτά μετά το τέλος του τελικού. «Δεν θα είμαστε πάντα εμείς οι έξυπνοι, να ερχόμαστε από πίσω και να κερδίζουμε».

Αυτό ακριβώς είναι!

Η Φενέρ είναι μια ομάδα, που το τελευταίο 2μηνο, παίζει το καλύτερο μπάσκετ στη διοργάνωση! Ναι μεν βασίζεται -με το ζόρι- σε 8 παίκτες, αλλά είναι αρκετοί για να επιβάλουν καθολικά τον ρυθμό τους σε άμυνα και επίθεση. 

Έχουν υπομονή, έχουν συνέπεια, έχουν απίστευτα σωματικά προσόντα, έχουν προσωπικότητες, έχουν «εργάτες» που κάνουν τη διαφορά, έχουν παίκτες που μπήκαν στο σωστό καλούπι και έχουν και… τον κορυφαίο προπονητή στην ιστορία του ευρωπαϊκού μπάσκετ.

Έναν από τους καλύτερους προπονητές στην ιστορία του ομαδικού αθλητισμού! Αυτός είναι ο Ζοτς και ο «νόμος» του είναι αδιαπραγμάτευτος.

9 τίτλοι, με 5 διαφορετικές ομάδες, σε 11 τελικούς, με απόσταση 25  ετών (1992-2017) ο πρώτος από τον τελευταίο. Τα νούμερα είναι εξωπραγματικά, αλλά είναι αληθινά! Ο άνθρωπος έχει καταφέρει να προσαρμοστεί σε κάθε εποχή, σε κάθε στυλ μπάσκετ, σε κάθε ψυχοσύνθεση ομάδας. Θυμηθείτε την εκπληκτική συνέντευξη που έδωσε στον Βασίλη Σκουντή λίγα λεπτά μετά τον προχθεσινό θρίαμβο και θα καταλάβετε τον τρόπου με τον οποίον αντιμετωπίζει κάθε πρόκληση!

Πέτυχε με Τζόρτζεβιτς και Ντανίλοβιτς το 1992, με Βιγιακάμπα και Κόρνιλιους Τόμπσον το 1994, με Σαμπόνις και Αρλάουκας το 1995, με Μποντιρόγκα και την παρέα του 2000 και το 2002, με Διαμαντίδη και τη δική του παρέα το 2007, το 2009 και το 2011 και με Μπογκντάνοβιτς και Ούντο το 2017.

Στην ίδια Πόλη, που το 1992 ανέβηκε για 1η φορά στον θρόνο, επιστρέφει 25 χρόνια μετά, σε ένα σπορ που μοιάζει πλέον με… άλλο άθλημα σε σχέση με το 1ο του Final 4 και σε μια διοργάνωση που έχει ομοιότητες με αυτές των 80s και των 90s μόνο στην... πορτοκαλί μπάλα, ο Ζοτς καταφέρνει να είναι πάντα εκεί και να το κάνει με τον δικό του μοναδικό τρόπο.

Οι εμφανίσεις της Φενέρ στο Final 4 και η μεταμόρφωσή της από τον Απρίλιο και μετά είναι «έργο Ομπράντοβιτς» και αυτό δεν αμφισβητείται από κανέναν. Προφανώς, ούτε από τους Αγγελόπουλους.

Μιας και αναφέρθηκα στους Αγγελόπουλους, θα κάνω μια μικρή παρένθεση, καθώς ειλικρινά, με ξενίζει η δήλωσή τους περί «θαυμασμού» ή όχι στη Φενέρ, αλλά και αυτή για τον Σλούκα, που έγιναν στην κάμερα της ΕΡΤ, μετά τη λήξη του τελικού. Κατανοώ και σέβομαι δύο ανθρώπους που δίνουν τα πάντα για την ομάδας τους και έχουν ευτυχίσει να την καμαρώσουν στην κορυφή της Ευρώπης και της Ελλάδας. Όπως κατανοώ και την ένταση, αλλά και την πίκρα που θα είχε ο οποιοσδήποτε μετά από έναν χαμένο τελικό.

Είναι τεράστιο το κατόρθωμα που έχει πετύχει επί των ημερών τους ο μπασκετικός Ολυμπιακός, τόσο εντός παρκέ, όσο και ο γενικότερος σεβασμός που απολαμβάνουν από τους μπασκετικούς. Παρ’ όλ’ αυτά, οι δηλώσεις τους -οι οποίες έρχονται συνήθως μετά από ήττες ή αποκλεισμούς- πιστεύω ότι δεν αρμόζουν στο γενικότερο ύφος και ήθος με το οποίο έχουν επιλέξει να πορεύονται.

Στον αθλητισμό και πόσο μάλλον στον πρωταθλητισμό, υπάρχει και η ήττα και είναι σημαντικό όταν αυτή έρχεται να μπορείς να αναγνωρίζεις την επιτυχία του εκάστοτε αντιπάλου και να δείχνεις τον σεβασμό που κι εσύ απολαμβάνεις. 

Το ότι ο Ολυμπιακός επέλεξε να έχει μικρότερο μπάτζετ (και μπράβο του) δεν είναι κάτι που του επέβαλαν οι αντίπαλες ομάδες, αλλά μια συνειδητή απόφαση των ιδιοκτητών του. Όπως, αντίστοιχα, πριν το 2012, επέλεγαν να πορευτούν με μεγάλα μπάτζετ. Ούτε το ένα είναι «κακό», ούτε το άλλο είναι «σωστό και ηθικό».

Αν μπορείς και θέλεις να διαθέτεις δεκάδες εκατομμύρια για να πάρεις τον τίτλο, μπράβο σου. Αν μπορείς να φτάσεις στην κορυφή με μικρότερα μπάτζετ, ακόμα καλύτερα…

Προσωπικά πάντως, εξίσου -αν όχι μεγαλύτερη- κακή εντύπωση μου είχε κάνει και ο Ομπράντοβιτς μετά τον περσινό τελικό με την ΤΣΣΚΑ, όταν επέλεξε να αναφερθεί στη διαιτησία, με τρόπο ανοίκειο, πόσο μάλλον από τη στιγμή που απέναντί του είχε τον Δημήτρη Ιτούδη.

Όταν είσαι «μεγάλος» στις νίκες, πρέπει να είσαι εξίσου -αν όχι πιο- μεγάλος και στις ήττες!

Αυτό δεν αλλάζει πάντως, ότι παρά την «αδυναμία» τους να διαχειριστούν -δημόσια τουλάχιστον- τις όποιες αποτυχίες τους, παραμένουν οι ιδανικοί (εν ενεργεία) ιδιοκτήτες/πρόεδροι που θα επιθυμούσε οποιοσδήποτε -υγιής- φίλαθλος για την ομάδα του! 

Ο νόμος του Ζοτς

Αρκετά όμως και με τους Αγγελόπουλους του 2017 και τον Ομπράντοβιτς του 2016. Ας ασχοληθούμε με όσα κάνουν που όντως αξίζουν σεβασμό (και είναι πολλά), γιατί στο φετινό Final 4 έγιναν κάμποσα «θαυμαστά» πράγματα…

Η Φενέρ αξίζει τον θαυμασμό, γιατί κατάφερε μέσα σε 4 σεζόν, από την ανυποληψία του 2013, να παίξει σε τρία Final 2, σε δύο τελικούς και να πανηγυρίσει ένα τρόπαιο. Το κατάφερε δαπανώντας πάρα πολλά χρήματα, αποκτώντας τον κορυφαίο προπονητή και δείχνοντας εμπιστοσύνη στη «μέθοδό» του.

Στο ευρωπαϊκό μπάσκετ εξάλλου, η «μέθοδος Ζοτς» δεν χάνει -σχεδόν- ποτέ.

Ο Ομπράντοβιτς έχει παικταράδες, αλλά οι ομάδες του έγιναν… ομαδάρες χάρη στον ίδιον, τον τρόπο του, τη δουλειά του και τις ιδέες του. Η Φενέρ, θεωρώ ότι, είναι ένα από τα μεγαλύτερα αριστουργήματα του Ζοτς, γιατί σε πνευματικό επίπεδο ετοίμασε την ομάδα του με στόχο να είναι έτοιμη στο δίμηνο που κρίνονται οι τίτλοι. Στο συγκεκριμένο δίμηνο λοιπόν, η Φενέρ δεν ήταν απλώς καλύτερη. Έκανε πλάκα σε όλους τους αντιπάλους της!

Ναι, τα κατάφερε εντός έδρας, αλλά «εντός έδρας» (έστω χώρας) ήταν και η Μπαρτσελόνα το 1990, ο ΠΑΟΚ το 1993, ξανά η Μπαρτσελόνα το 1995, η Κίντερ το 2002, η ΤΣΣΚΑ το 2005 και η Τάου το 2008, που είδαν άλλους να πανηγυρίζουν στο «δικό τους» Final 4.

Αν μάλιστα, ξεκινήσω να απαριθμώ τις ομάδες που είχαν τεράστια μπάτζετ και απέτυχαν παταγωδώς, θα μας πιάσουν οι τελικοί της Basket League…

Μ’ αυτά και μ’ εκείνα τελείωσε και το 30ο Final 4, το 16ο που έχει ελληνική ομάδα στον τελικό, αριθμός που πιστοποιεί ότι στο ευρωπαϊκό μπάσκετ «αφεντικά» είναι οι Έλληνες. Χωρίς ίχνος ψευτοπερηφάνιας και δήθεν πατριωτισμού, ως μπασκετικοί δεν μπορούμε παρά να πανηγυρίζουμε που 30 χρόνια τώρα καμαρώνουμε τις ομάδες μας και τους παίκτες μας (ο Σλούκας συνέχισε την παράδοση των Ελλήνων που σηκώνουν την κούπα για 7η συνεχόμενη σεζόν) να αποδεικνύουν ότι το… μπασκετάκι είναι το μοναδικό συνεπές εξαγώγιμο ελληνικό προϊόν.

Δεν είναι καθόλου αυτονόητο, πόσο μάλλον σε μια χώρα που σχεδόν τίποτα δεν λειτουργεί με πρόγραμμα και με συνέπεια.

Αν κάτι αφήνει στον Ολυμπιακό το “Istanbul 2017” είναι η αποθέωση της συνέπειάς του. Μια ομάδα που κοντεύει να συμπληρώσει 10ετία -σχεδόν- μόνιμης παρουσίας (2009-2017) στα υψηλά πατώματα του ευρωπαϊκού μπάσκετ κι όλα αυτά μετά από μια 10ετία (1999-2008) παρακμής και απαξίωσης.

Όσο για τη διαιτησία και τους χορηγούς; Ας είμαστε σοβαροί! Με 9 τίτλους σε 14 τελικούς από το 1996 και μετά, είναι αστείο να πιστεύουμε ότι παίζουμε κόντρα στη διαιτησία. Δεν υπάρχει κατεστημένο, εκτός αν το κατεστημένο μιλάει... ελληνικά!

Άντε και του χρόνου στο Βελιγράδι!

 

Υγ: Είναι θέμα χρόνου ο Σφαιρόπουλος να βρεθεί στην κορυφή της Ευρώπης.

Υγ2: Η ΤΣΣΚΑ φάνηκε πολύ πιο ήρεμη ως προς τη διαχείριση του αποκλεισμού, σε σχέση με το 2015. Ο θρίαμβος στο Βερολίνο ήταν καταλυτικός και πιστεύω ότι ο ίδιος ο Ιτούδης «πιστώνεται» αυτή την «ηρεμία».

Υγ3: Ο Μπογκντάνοβιτς είναι μία από τις κλασικές περιπτώσεις Σέρβων που θα μας κάνει κηδείες τα καλοκαίρια με την Εθνική. Παικταρά και τυπάρα…

Υγ4: Ντίβατς, Ζάρκο, Σάβιτς, Μπάνε, Ζοτς, Ντούντα. Μπαίνει στο lobby του ξενοδοχείου, τους βλέπεις όλους μαζί και νιώθεις δέος. Και τύχη, που όλοι εκτός του Βλάντε, πέρασαν τόσα χρόνια στην Ελλάδα!

Υγ5: Το χειροκρότημα των Τούρκων στον Σπανούλη το ζήλεψα. Θυμάμαι τι έγινε στο ΟΑΚΑ το 2007 και τι άκουσε ο Θοδωρής Παπαλουκάς από τους οπαδούς του Παναθηναϊκού, που δεν σταμάτησαν τις ύβρεις ούτε αφού είχαν κατακτήσει το τρόπαιο. Ο κόσμος της Φενέρ, που ήταν υπεράριθμός, χειροκρότησε τοσο τον ηγέτη του Ολυμπιακού, όσο και συνολικά την προσπάθεια της ομάδας του Γιάννη Σφαιρόπουλου, μετά το τέλος του αγώνα, σε μια κίνηση -που θα έπρεπε να είναι- αυτονόητη.

Υγ6: Η Κωνσταντινούπολη είναι υπέροχη. Μοναδική! Μπορεί να παλεύει ακόμα -και θα το κάνει για καιρό- να ξεπεράσει τις ουλές από τις τρομοκρατικές επιθέσεις και το πραξικόπημα, μπορεί οι τσάρκες να ήταν πολύ λιγότερες και το κλίμα «μουντό», αλλά τη Δευτέρα το πρωί, που επιτέλους κάναμε μια μεγάλη βόλτα στο Παζάρι, στο Μπλε Τζαμί και στην Αγια Σοφιά (μεταξύ άλλων) θυμήθηκα, γιατί την πρώτη φορά που πήγα (στο Μουντομπάσκετ του 2010) είπα -επιστρέφοντας στην Αθήνα- ότι είναι η ωραιότερη πόλη.

Μάλλον, γι αυτό, την είπαν «Πόλη».

Υγ7ο και τελευταίο: Στον αθλητισμό, δεν υπάρχει «ήττα σαν νίκη». Ρωτήστε έναν οποιονδήποτε παίκτη για αυτό. Η μοναδική 2η θέση «σαν 1η» ήταν του Γιαννιωτη στο Ρίο, αλλά κι ο Σπύρος με το ασημένιο μετάλλιο ανέβηκε στο βάθρο. 

Αυτά τα "χρυσοί στις καρδιές μας" είναι δημοσιογραφικά κλισέ, για εσωτερική κατανάλωση, που κάνουν μόνο κακό.