Το ΝΒΑ κλείνει επτά δεκαετίες ζωής, αλλά δεν έχει την παραμικρή ρυτίδα

Η γοητεία των γκρίζων κροτάφων

O Nίκος Παπαδογιάννης ανοίγει τις πύλες της νέας σεζόν του ΝΒΑ, λίγες μέρες πριν αυτό γιορτάσει τα 70ά του γενέθλια.

Η γοητεία των γκρίζων κροτάφων

Την τελευταία φορά που κυκλοφόρησα στη γειτονιά μου με μπλούζα «Bucks – Antetokounmpo», με πλησίασε ένας φίλος και με ρώτησε, αν στο ΝΒΑ προβλέπεται υποβιβασμός (και προβιβασμός) ομάδων. Όταν του εξήγησα ότι τα κριτήρια συμμετοχής είναι αμιγώς οικονομοτεχνικά, με κοιτούσε σαν εξωγήινο. Και τι νόημα έχει ένα πρωτάθλημα, αν δεν τιμωρούνται με υποτίμηση στο χρηματιστήριό του οι ομάδες που υστερούν;

Του έπιασα κουβέντα για το σάλαρι καπ και για ντραφτ, οπότε κάτι άρχισε να καταλαβαίνει. Μυήθηκε για τα καλά, όταν του παρομοίασα το ΝΒΑ με περιοδεύοντα θεατρικό θίασο παγκόσμιας κλάσης. Στο παλκοσένικο και στο σανίδι, δεν πέφτει κανένας κατηγορία. Μία παράσταση που δεν αρέσει βυθίζεται αύτανδρη και κατεβαίνει άρον άρον, δίχως επιζώντες.

Το ΝΒΑ ακούει εμάς που βαυκαλιζόμαστε ότι «το αληθινό μπάσκετ παίζεται στην Ευρώπη» και ξεκαρδίζεται στα γέλια. Για κάτι τέτοια εφευρέθηκε η παροιμία με την αλεπού και τα κρεμαστάρια.

Εγώ, πάντως, το βαριέμαι. Το βαριέμαι το θέατρο, όταν οι ηθοποιοί του το αντιμετωπίζουν ως ρουτίνα. Οι 6,5 μήνες της κανονικής περιόδου είναι χρήσιμοι για το ευ ζην του χειμώνα, αλλά δεν είναι εύκολο να συγκινήσουν όποιον αγαπά την ένταση και το πάθος της Ευρώπης ή και του ΝCAA.

Οι φανατικοί της Ευρωλίγκας και του κολεγιακού μπάσκετ ακούνε τις καυχησιές του ΝΒΑ και γελάνε ασταμάτητα. Τι σόι υπερπρωτάθλημα είναι αυτό, όταν δεν το παίρνουν στα σοβαρά ούτε οι ίδιοι του οι πρωταγωνιστές;

Μπορεί να συγκινεί εκατομμύρια φιλάθλων ανά τον πλανήτη, αλλά η ψήφος των πιτσιρικάδων δεν πολυμετράει. Σε ολόκληρη την οικουμένη, το δικαίωμα στην κάλπη αποκτάται μετά τα 18.

Όπως συνηθίζεται σε περιπτώσεις πόλωσης, η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση. Η κανονική περίοδος του ΝΒΑ κρύβει στιγμές απέραντης ανίας, αλλά τα πλέι-οφ είναι το κορυφαίο αθλητικό θέαμα του σύμπαντος. Όσα έγιναν στους περυσινούς τελικούς αρκούν και περισσεύουν για να μας κρατήσουν ζεστούς μέχρι τον επόμενο Μάιο.

Οι «αστείες άμυνες» και τα «ανύπαρκτα συστήματα» είναι ένα φληνάφημα που δεν αντέχει ούτε σε συζήτηση καφενείου (όπως και η περίφημη «απουσία ντόπινγκ κοντρόλ»). Οι νέες τάσεις στο μπάσκετ ξεμυτίζουν πρώτα στα γήπεδα του ΝΒΑ και μετά στο μπάσκετ της λοιπής οικουμένης.

Η χειρότερη ομάδα του ΝΒΑ είναι έτη φωτός ανώτερη από την καλύτερη της Ευρωλίγκας. Οσοι μπασκετμπολίστες αγωνίζονται στην Ευρώπη -με ελάχιστες εξαιρέσεις- πολύ απλά δεν έχουν τις δυνατότητες για να βρουν συμβόλαιο της προκοπής στο Αμέρικα.

Όσο κι αν μας αρέσει να χρησιμοποιούμε ως σημείο αναφοράς τη Σαϊτάμα, πρόκειται για θαύμα θαυμάτων που ίσως αργήσει πολύ να επαναληφθεί. Ας μη μιλήσουμε καλύτερα για το εμπορικό σκέλος, που ήταν και παραμένει μισό αιώνα μπροστά από ο,τιδήποτε μπορεί να σκαρφιστεί το ποδοσφαιρικό Τσάμπιονς Ληγκ…

Εγώ, βέβαια, βαριέμαι. Αν είναι να ξενυχτήσω κάποιο βράδυ πριν τα μέσα Απριλίου, θα είναι για να παρακολουθήσω τον Γιάννη Αντετοκούνμπο ή για να ενθαρρύνω νοερά τους λεβέντες της Fantasy ομάδας μου.

Αλλά μη μου δίνετε σημασία, εγώ είμαι υστερικός και γεροντάκι. Την Πέμπτη κλείνω τα 50 μου. The big 5-0. Αν ξαναγινόμουν 20 χρονών, μπορεί να περνούσα τις νύχτες μου χαζεύοντας τον ΛεΜπρόν ή τον Ντουράντ ή τον Ουέστμπρουκ.

Όταν ήμουν 20, δεν υπήρχε ΝΒΑ ΤV ούτε συνδρομητική τηλεόραση με καθημερινές μεταδόσεις ούτε πειρατικά streams. Δεν υπήρχε καν διαδίκτυο. Όποιος ήθελε να δει ΝΒΑ, είχε ως μοναδική λύση τις βιντεοκασέτες της θρυλικής Pontel.

Αυτές έφταναν στο σπίτι ταχυδρομικώς με 7-10 μέρες καθυστέρηση και μόνο αν ήταν μερακλής ο ταχυδρόμος. Αλλιώς μπορεί να περνούσε μόνο στις αρχές του μήνα και να έφερνε μαζεμένες τις κασέτες 4-5 εβδομάδων.

Και το ΝΒΑ, βέβαια, έχει γκρίζους κροτάφους. Στις 1 Νοεμβρίου 2016, σε μια βδομάδα δηλαδή, συμπλήρωνονται ακριβώς 70 χρόνια από τη διεξαγωγή του παρθενικού αγώνα (Τορόντο Χάσκις- Νιου Γιορκ Νικς), Έλα όμως που έχει τον τρόπο του, να κρύβει τις ρυτίδες; 

Η σεζόν που ξεκινάει αύριο έχει ως ακρογωνιαίο λίθο το μεγάλο στοίχημα των Γκόλντεν Στέιτ Ουόριορς. Θα τους ξαναφέρει στη γη της επαγγελίας η συνύπαρξη των 4 All-Stars Κάρι, Ντουράντ, Τόμπσον, Γκρην ή θα χρειαστούν περισσότερες μπάλες για να βολευτούν όλοι;

Η αποψίλωση του -εξαιρετικού- πάγκου της ομάδας από παίκτες ρόλων με κάνει να αμφιβάλλω για την βιωσιμότητα του εγχειρήματος, αλλά αυτό μπορεί να είναι ευσεβής πόθος μου.

Υποθέτω ότι δεν χρειάζεται να εξηγήσω ξανά πόσο αποκρουστικό μου φαίνεται το μπάσκετ των Ουόριορς (και των όψιμων μιμητών στην από δω όχθη του Ατλαντικού), ούτε πόσο χάρηκα τον περυσινό θρίαμβο των Καβαλίερς.

Όχι ότι είναι το απαύγασμα του οργανωμένου μπάσκετ αυτό που εκπροσωπούν οι Καβς, αλλά τουλάχιστον έχει υποκείμενο, ρήμα και αντικείμενο. Τα κοσμητικά επίθετα και τα επιφωνήματα δεν χωράνε εύκολα στο λεξιλόγιο όσων έχουν γαλουχηθεί με μπάσκετ σκοπιμότητας.

Εκτός βέβαια αν τα προκαλεί το παλικαράκι με το «34» των Μπακς, ο πρώην «λαθρομετανάστης» ντε, που αποδείχθηκε χίλιες φορές πιο Έλληνας από τα φασιστόμουτρα που κυνηγούσαν τον ίδιο και τους ομοίους του στους δρόμους της Αθήνας…

Περισσότερα για το τζάμπολ του ΝΒΑ θα βρείτε στη μπασκετοκουβέντα που έρχεται, νομίζω αύριο το πρωί (ταυτόχρονα με το 4ο τεύχος του «Μ2Μ», για να μη ξεχνιόμαστε).

Εάν επιμένετε να πάρετε μία γενναία πρώτη γεύση για να ξεπεράσετε το σύνδρομο της στέρησης, αναζητήστε στο διαδίκτυο το τελευταίο λεπτό του 5ου τελικού του WNBA, ανάμεσα στις Μινεσότα Λυνξ και τις Λος Άντζελες Σπαρκς.

Μόλις αντικρύσετε το χαμόγελο του Μάτζικ Τζόνσον να καθρεφτίζεται στο τρόπαιο, θα τρέξετε στην κουζίνα για να φτιάξετε καφέ. Ορισμένα πρόσωπα και σύμβολα του παγκόσμιου αθλητισμού είναι υπεράνω κριτικής…

Best of internet