O ANΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΕΜΑΘΕ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΨΑΡΕΥΕΙ...

Υπόκλιση στον... «Διαμαντιδισμό»

Ο Βασίλης Παπανδρέου γράφει για τον πιο «unique» παίκτη στην ιστορία του ευρωπαϊκού μπάσκετ. Εντός και κυρίως εκτός παρκέ!

Υπόκλιση στον... «Διαμαντιδισμό»

Ξεκινάω αυτό το κείμενο με μια απαραίτητη διευκρίνιση, όπως κάνω και σε κάθε άλλο που γράφω για τον Δημήτρη Διαμαντίδη.

Μαζί του, είμαι υποκειμενικά αντικειμενικός. Μου είναι εξαιρετικά συμπαθής ως άνθρωπος, με εντυπωσιάζει το πόσο διαβασμένος είναι για όλες τις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις και με γοητεύει ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει τόσο τη δημοσιότητα όσο και τις εκδηλώσεις λατρείας στο πρόσωπό του.

Αυτά εκτός παρκέ, γιατί με τα εντός του παρκέ κατορθώματά του, θεωρώ ότι είμαι πιο... αντικειμενικός.

Ο 3D είναι -με οποιοδήποτε σύστημα αξιολόγησης και μέτρησης- ένας από τους 10-20 μεγαλύτερους παίκτες του ευρωπαϊκού μπάσκετ και μάλλον ο 2ος καλύτερος παίκτης όλων των εποχών, που δεν έχει παίξει ποτέ στο ΝΒΑ*

Ο Διαμαντίδης λοιπόν είναι και επίσημα «παλαίμαχος». Και να είστε βέβαιοι, είναι πιο πιθανό ο Τζόρνταν να κάνει ένα 3ο “comeback” στα 55, παρά ο Μήτσος να αλλάξει γνώμη σε μια τέτοια απόφαση.

Κατά τη διάρκεια της περσινής σεζόν, όσο άκουγε τον κόσμο να τον αποθεώνει και να του ζητάει να αναιρέσει την απόφασή του, απορούσε: «Καλά δεν βλέπουν ότι δεν μπορώ όπως παλιά» αναρωτιόταν, καθώς ο ίδιος καταλάβαινε πολύ καλά ότι το κορμί -ίσως και το μυαλό του- του δεν είναι αυτό που ήταν.

Για να μην παρεξηγηθώ. Ο Διαμαντίδης είναι σεμνός, είναι ταπεινός, είναι ειλικρινής, είναι «η ομάδα πρώτα απ’ όλους», αλλά έχει ΑΠΟΛΥΤΗ επίγνωση του ποιος είναι και τι μπορεί να κάνει.

Μην πιστέψετε ότι για ένα λεπτό ότι ο Διαμαντίδης θεωρούσε ότι είναι «ένας ακόμα καλός παίκτης». Όχι, το διασημότερο τέκνο της Καστοριάς ήξερε πολύ καλά πόσο μεγάλος παίκτης είναι, είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στον εαυτό του και γνώριζε ότι όταν ένιωθε καλά ήταν... ο καλύτερος παίκτης στην Ευρώπη.

Η μεγάλη διαφορά του Διαμαντίδη, από άλλους μεγάλους, είναι ότι ο Μήτσος, κατάφερνε να συνδυάσει την τεράστια αυτοπεποίθηση, την απόλυτη μπασκετική ευφυΐα και το αυτονόητο «εγώ» με το ομαδικό πνεύμα και κυρίως με το «δεν θα σου χαρίσω ένα ψάρι, αλλά θα σου μάθω να ψαρεύεις».

Είναι πέρα για πέρα αφελές, να πιστεύει κάποιος ότι ο Διαμαντίδης δεν ήξερε ποιος ήταν. Είναι αδύνατον για έναν παίκτη που έχει σαρώσει το ευρωπαϊκό μπάσκετ εδώ και 15 χρόνια να μην έχει εικόνα της αξίας του. Απλώς ο Μήτσος, κατάφερνε -γιατί περί κατορθώματος πρόκειται- να μην «αγχώνει» τους εκάστοτε συμπαίκτες του με το «εγώ» του.

Αυτός είναι και ο λόγος που όλοι -ναι, ΟΛΟΙ- οι συμπαίκτες του τον λατρεύουν. Ότι ήταν πάντα εκεί για αυτούς! Ακόμα και όταν τους «έβριζε» κατά τη διάρκεια του αγώνα, το έκανε με έναν τρόπο που «ανάγκαζε» τον εκάστοτε συμπαίκτη του, είτε ήταν ο Μπατίστ και ο Σπανούλης, είτε ο Σανγκ Πινγκ και ο Ντέργουιν Κίτσεν, να γίνονται... καλύτεροι. Ή έστω, να φτάνουν στο ταβάνι τους.

Το 2009, όταν ο ίδιος αντιμετώπισε για πρώτη φορά στην καριέρα του τραυματισμούς, κατάλαβε ότι ο Σπανούλης ήταν σε... ημιάγρια κατάσταση και είχε την οξυδέρκεια να δώσει στον Kill Bill όλο το χρόνο και τον χώρο που χρειαζόταν για να κάνει όργια.

Δεν αγχώθηκε, δεν ένιωσε ότι απειλείται, δεν προσπάθησε να κρατήσει την μπάλα με το επιχείρημα «είμαι ο Διαμαντίδης, θα κάνω ό,τι θέλω, μέχρι να βρω ρυθμό».

«Βοήθησε» τον Σπανούλη, όπως και τον Σάρας και τον Μπατίστ, και τον Σίσκα και τον Τσαρτσαρή και τον Φώτση και τον Μπατίστ και τον Πέκοβιτς να... κάνουν το κομμάτι τους, να βγουν μπροστά και να παίξουν το καλύτερο μπάσκετ που μπορούσαν.

Μην το θεωρείτε αυτονόητο αυτό! Μην το θεωρείτε δεδομένο για όλους.

Υπάρχουν παίκτες, πραγματικά μεγάλοι παίκτες, που αδυνατούν να «αφήσουν την μπαγκέτα». Ο Διαμαντίδης από την άλλη, ο μοναδικός παίκτης στο ευρωπαϊκό μπάσκετ που επί τόσα χρόνια ήταν ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης μιας ομάδας που ΚΑΘΕ ΧΡΟΝΟ είχε στόχο το double και -minimum- το Final 4, ήταν ικανός να κάνει τα πάντα, προκειμένου να κερδίσει η ομάδα του, ακόμα κι αυτό σήμαινε ότι ο ίδιος δεν θα ήταν ο εμφανής πρωταγωνιστής.

«Μπασκετάκι παίζουμε...»

Έχω βρεθεί με τον Διαμαντίδη σε ένα δρόμο στην Κηφισιά και έχω δει την κυκλοφορία να σταματάει στην κυριολεξία από ανθρώπους, περαστικούς και έναν μερακλή περιπτερά, που ήθελαν να του σφίξουν το χέρι, να βγάλουν μια φωτογραφία μαζί του, να του πουν πόσο τον αγαπούν.

Έχω δει τον Διαμαντίδη να κάνει 30 λεπτά για να διασχίσει 30 μέτρα, έξω από το ΟΑΚΑ, μετά από νίκες αλλά και μετά από ήττες, καθώς 100άδες άνθρωποι τον περίμεναν για μια φωτογραφία και ένα χτύπημα στην πλάτη.

Έχω χαζέψει τον Διαμαντίδη να υπογράφει αυτόγραφα και να βγάζει selfies μέσα σε νεροτσουλήθρα ξενοδοχείου -κυνηγώντας παράλληλα την κόρη του- καθώς 20 γονείς (με... πρόσχημα το παιδί τους) δεν ήθελαν να χάσουν την ευκαιρία για μια φωτογραφία μαζί του.

Όλα αυτά προφανώς τον κολάκευαν, όπως θα έκαναν και τον οποιονδήποτε, αλλά... μέχρι ενός σημείου.

Η ουσιαστική, πιστεύω, διαφορά του Διαμαντίδη, ήταν ότι αντιμετώπιζε αυτές τις εκδηλώσεις λατρείας με μια μόνιμη αμηχανία. Δεν έλεγε «όχι» σε κανέναν, αλλά ήταν σαφές ότι δεν το απολάμβανε.

Γιατί; «Δεν είμαι γιατρός, ούτε ευεργέτης» συνήθιζε να λέει. «Απλώς παίζω μπάσκετ και τυχαίνει κερδίζει η ομάδα μου». Δεν έτυχε, πέτυχε!

Αυτή η φράση, αυτή η τόσο μετρημένη και ειλικρινής φράση, είναι... όλος ο Διαμαντίδης. Δεν είμαστε ήρωες, δεν σώζουμε ζωές, απλώς παίζουμε μπάσκετ!

Γιατί στην πραγματικότητα, αυτό έκανε ο Διαμαντίδης. Απλώς έπαιζε μπάσκετ, είτε το έκανε σε ανοιχτά γηπεδάκια της Καστοριάς, είτε μέσα στο Παλάου Μπλαουγκράνα και το Ο2 στο Βερολίνο.

Ένα παιδί, που μεγάλωσε, έκανε δικά του παιδιά και απλώς έπαιζε μπάσκετ, όσο πιο απλά γινόταν.

Ο Διαμαντίδης, όπως σημείωσε πολύ εύστοχα ο γλυκός Στέφανος Τριαντάφυλλος προ τριμήνου, θα μπορούσε να κάνει 10 συνεχόμενες φορές, την ίδια -βαρετή- πάσα, αν πίστευε ότι αυτή είναι η ενδεδειγμένη επιλογή.

Ένας άνθρωπος που έπαιζε σωστά μπάσκετ, έκανε τις σωστές δηλώσεις, δεν πούλησε ποτέ ούτε «οπαδιλίκι», ούτε «υπέροχο λαό», ούτε «βαριά φανέλα», ούτε... τρέλα και φιλιά στο σήμα της ομάδας.

Πήγαινε στο γήπεδο, έκανε τη δουλειά του και πήγαινε στο σπίτι του. Είναι όσο απλό και... αντιτουριστικό ακούγεται!

Γι αυτό και οι Παναθηναϊκοί τον λάτρεψαν. Γιατί τους θύμιζε αυτό που τους έλεγαν οι γονείς τους ότι είναι ο Παναθηναϊκός.

Έτσι λέει ο Λαούδης τουλάχιστον, που κάτι παραπάνω ξέρει για Παναθηναϊκούς από εμένα...

Γι αυτό και οι ουδέτεροι τον σεβάστηκαν και πάρα πολλοί τον αγάπησαν. Γιατί καταλάβαιναν ότι αυτό που έβλεπαν, αυτό ήταν!

Ένας απλός, καθημερινός τύπος, που παίζει πολύ καλό μπάσκετ και που δεν θέλει να διαλύσει ή να ξεφτιλίσει τον αντίπαλο, αλλά να κερδίσει η δική του ομάδα.

Γι αυτό τόσοι πολλοί συμπαίκτες του, λένε τόσο ανυπόκριτα ότι «χάρη σε αυτόν έκαναν μεγαλύτερη καριέρα».

Γι αυτό τόσοι και τόσοι ξένοι αστέρες έγραψαν τόσο θερμά λόγια για το «αντίο» του.

«Έχεις πάει Κόσοβο;»

Τον άλλον Διαμαντίδη, αυτόν που ενδιαφέρεται για τις εξελίξεις, αυτόν που βλέπει μετά μανίας πολιτικές και ιστορικές εκπομπές, αλλά τελευταία κάνει διδακτορικό στις ταινίες της... Disney μαζί με την κόρη του, αυτόν που παθιάζεται για τα πολιτικά, αυτόν που διαβάζει τα πάντα -αρκεί να μην είναι αθλητικά- δεν τον ξέρει ο κόσμος.

Και πιθανότατα, δεν θα τον μάθει ποτέ, εκτός αν το θελήσει ο ίδιος.

Τον «κανονικό» Διαμαντίδη, που κάνει διαρκώς πλάκα και πειράζει τους πάντες, τον γνωρίζουν ελάχιστοι καλοί φίλοι του από την Καστοριά και αρκετοί συμπαίκτες του, που είχαν την ευκαιρία να καταλάβουν ότι το «κομπιούτερ» που φοράει σορτσάκι και φανέλα, είναι ένας από τους πιο ευχάριστους τύπους όταν φοράει σαγιονάρα και... παναμέζικο καπέλο.

Είχα την ευκαιρία να γνωρίσω για λίγα λεπτά τον... κανονικό Διαμαντίδη, ένα βράδυ πριν αρκετά χρόνια, στο «παλιό» Rock n’ Roll.

Στο διάσημο -και αγαπημένο- στέκι του Κωλονακίου, ήταν μαζεμένος όλος ο Παναθηναϊκός και αρκετοί δημοσιογράφοι, κάθε «απόχρωσης»

Κάποια στιγμή, κατά τις 4 το πρωί, ενώ Σπανούλης, Σάρας, Ζοτς, Φώτσης, Τσαρτσαρής, Ντρου και -κυρίως- Πέκοβιτς ήταν σε... εύθυμη κατάσταση, ο Διαμαντίδης με πλησιάζει στο bar.

«Να σε ρωτήσω κάτι; Ήσουν στο Κόσοβο πριν μία εβδομάδα;» Περιέργως, όντως ήμουν, καθώς την εποχή εκείνη δούλευα στην «Έρευνα» του Παύλου Τσίμα, που προβαλλόταν στο Mega.

«Ναι Δημήτρη, ήμουν! Γιατί ρωτάς;;;» ήταν η εύλογη και ελαφρώς μεθυσμένη απορία μου.

«Ήθελα απλώς να μου πεις τι γίνεται εκεί με την ανεξαρτητοποίηση, γιατί δεν καταλαβαίνω αν τελικά θα γίνει ανεξάρτητο κράτος ή θα παραμείνει σε  αυτό το προσωρινό καθεστώς ημιαυτονομίας»

Μόνο αυτός!

Νομίζω ποτέ στη ζωή μου δεν έχω νιώσει τόσο κολακευμένος από επαγγελματική ερώτηση. Με τη διαφορά ότι ο Μήτσος δεν με ρώτησε για να με κολακέψει -τι λόγο είχε άλλωστε;- αλλά από αγνό και ανυπόκριτο ενδιαφέρον να κατανοήσει την πολιτική πραγματικότητα της περιοχής.

 

Πέρασαν χρόνια από τότε, ο Διαμαντίδης πλέον είναι ένας «ήρωας με παντούφλες» και μπορεί να είναι περήφανος ότι έμαθε σε τόσο πολύ κόσμο να ψαρεύει. Δεν τους χάρισε το ψάρι. Τους έδειξε τον τρόπο!

Είτε μιλάμε για συμπαίκτες του, είτε για τους φιλάθλους με τις δηλώσεις του, είτε για δημοσιογράφους, που έπρεπε να σκεφτούν τον καλύτερο δυνατό τρόπο διατύπωσης μιας ερώτησης για να πάρουν μια… μονολεκτική απάντηση.

«Ρε παιδιά, τι με ρωτάτε; Μπάσκετ παίζουμε…»

Κάθε φορά που το έλεγε, μετά από ένα ματς που μπορεί να «έγραφε» 15 πόντους, 7 ασίστ και 6 ριμπάουντ, σκεφτόμουν… «δεν μπορεί, ο τύπος μας κάνει πλάκα» Κι όμως, ήταν απλά ο εαυτός του!

Αυτός ο τόσο μοναδικός, τόσο ξεχωριστός, τόσο διαφορετικός εαυτός, που κατάφερε να φτάσει σε κορυφές που κανείς δεν θα  στοιχημάτιζε υπέρ του πριν 15 χρόνια!

Ο μεγαλύτερος παίκτης της γενιάς μας.

 

Υγ: Ο Διαμαντίδης είναι πραγματικά ένας χαρούμενος άνθρωπος. Κι ας τελείωσε το μπάσκετ με ήττα. Κι ας έγραψε με εκείνο το μυθικό τρίποντο ο Σπανούλης το τελευταίο στιγμιότυπο της καριέρας του.

Ένας ευτυχισμένος, χορτάτος και ευκατάστατος άνθρωπος, που έκανε το χόμπι του επάγγελμα, έκανε οικογένεια και είδε την μπασκετική οικουμένη να υποκλίνεται όχι στο ταλέντο του, αλλά στον τρόπο του.

Στον «Διαμαντιδισμό»!

 

Υγ2: Ήταν πραγματικά σπουδαία η γιορτή που διοργάνωσε ο Παναθηναϊκός.

Και συγκινητική και μεγαλοπρεπής και φαντασμογορική. Βγαλμένη από άλλη χώρα και άλλη εποχή και αξίζουν μόνο συγχαρητήρια στους εμπνευστές της και σε όλους δούλεψαν για την πραγματοποίησή της.

Ένα πράγμα μόνο μου έλειψε.

Θα ήθελα να δω και τον Ομπράντοβιτς και τον Μπατίστ και τον Νίκολας και τον Σισκάουσκας και τον Πέκοβιτς. Αλλά και τον Παπαλουκά, τον Ζήση, τον Κακιούζη και τον Σόφο.

Θα ήθελα να δω δίπλα στον Αλβέρτη, τον Φώτση, τον Ιτούδη, τον Περπέρογλου, τον Τσαρτσαρή, τον Ντικούδη, τον Χατζηβρέττα και τον Καλαϊτζή, που ήταν χθες στο ΟΑΚΑ... 10-15 από τους άλλους «συντρόφους» του Διαμαντίδη, που επί τόσα χρόνια «τρομοκρατούσαν» το ευρωπαϊκό μπάσκετ με την πράσινη και τη γαλανόλευκη φανέλα.

Νομίζω θα το ήθελε και ο ίδιος ο Διαμαντίδης.

 

Υγ3: Μία από τις πιο περήφανες «αναμνήσεις» μου, ως άνθρωπος που μεγάλωσε «μέσα» στο Παλέ, ήταν η στιγμή που ο Μπάνε ήρθε στο γήπεδο και αποθεώθηκε, την ημέρα της γιορτής για τον Νίκο Γκάλη, πριν 3 χρόνια.

Ανατρίχιασα τόσο με την παρουσία του ίδιου του Πρέλεβιτς, όσο και με το χειροκρότημα της συντριπτικής πλειοψηφίας του κόσμου, που στο πρόσωπο του Μπάνε αναγνώρισε τον μεγάλο αντίπαλο του Νικ.

Με τον ίδιο τρόπο, θα ήθελα χθες να δω τον Σπανούλη στο ΟΑΚΑ!

Ξέρω, αυτά είναι ουτοπικά, δεν γίνονται στα Βαλκάνια και είναι βγαλμένα από το ΝΒΑ.

Ας είναι...

Κάποια στιγμή, ακόμα και εδώ, θα πάμε μπροστά. Αν δεν μπορούν να μας «πάρουν από το χέρι» και να μας κάνουν... ανθρώπους, ο Διαμαντίδης και ο Σπανούλης, ποιος θα μπορέσει;

 

Υγ4: Πολλοί δεν συγχωρούν στον Μήτσο ότι σταμάτησε τόσο πρόωρα από την Εθνική. Ένιωσαν ότι τους «πρόδωσε». Ένιωσαν ότι αφαίρεσε από τους μη Παναθηναϊκούς το «δικαίωμα» να τον απολαμβάνουν.

Μπορεί να έχουν και δίκιο. Ήταν τεράστια απώλεια και στο παρκέ και στο mentality της Εθνικής, η αποχώρηση του Διαμαντίδη. Δεν ήταν πάντως ούτε εύκολη απόφαση, ούτε ένδειξη αποδοκιμασίας στον Σπανούλη, όπως γράφουν κάποιοι... περαστικοί.

Για να καταλάβει κάποιος τι πιστεύει ο Δημήτρης για τον Βασίλη, αρκεί να θυμηθεί την συνέντευξη Τύπου μετά τον περσινό 4ο τελικό ή να τους δει μαζί σε μια οποιαδήποτε κοινή τους παρουσία τα τελευταία χρόνια.

Μην αφήνετε τους «περίεργους» να «χαλάνε» μια από τις πιο ωραίες ιστορίες του ελληνικού αθλητισμού!

Κάντε τον κόπο να διαβάσετε τι γράφουν οι ξένοι φίλαθλοι στα social media για τον Σπανούλη και τον Διαμαντίδη (αλλά και για τον Παπαλουκά, για να «κλείσουμε» τη σύγχρονη «Αγία Τριάδα» του ελληνικού μπάσκετ) και θα καταλάβετε τι έχουμε απολαύσει και... χαραμίσει μέσα στην οπαδική «τύφλα» μας.

Όσο για το γιατί σταμάτησε από την Επίσημη Αγαπημένη ο 3D; Γιατί κάποια στιγμή ξύπνησε ένα πρωί και είπε «δεν μπορώ άλλο». Τόσο απλά, τόσο αφοπλιστικά. Και τόσο κατασταλαγμένα...

 

Μήτσο, σ' ευχαριστούμε που μεγάλωσες το μπάσκετ και μεγαλώσαμε μαζί σου!

 

* Αν ενδιαφέρεστε για τους υπόλοιπους τέσσερις εκτός ΝΒΑ, 1ος -ήταν είναι και θα είναι- ο Γκάλης, ενώ τη (δική μου) 5άδα συμπληρώνουν ο Παπαλουκάς, ο Ντέγιαν και ο Οσκάρ Σμιθ, ανεξαρτήτως σειράς.

Best of internet