«Δεν θα έφτανα εδώ, αν έδινα βάση στα σχόλια για μένα!»

Μίλος για Μήτσο: «Βγάλαμε τα μάτια μας, αλλά πάνω απ’ όλα σεβασμός!»

Ο Μίλος Τεόντοσιτς, κατα πολλούς πιο ευφυής point-guard στην Ευρώπη και σίγουρα ο πλέον πολυσυζητημένος στο πρόσφατο ολυμπιακό τουρνουά, μιλάει στο gazzetta.gr για όλα όσα θέλει να ξέρει ο μέσος μπασκετικός φίλαθλος.

Μίλος για Μήτσο: «Βγάλαμε τα μάτια μας, αλλά πάνω απ’ όλα σεβασμός!»

Γεννημένος στο Βάλιεβο, μία πόλη 175.000 κατοίκων που βρίσκεται νοτιοδυτικά του Βελιγραδίου, από πολύ μικρός έδειξε ότι το ταλέντο του συνδυαζόταν με το υπερβολικά υψηλό IQ του. Κοινώς ήταν διάνοια! Γι’ αυτό και οι γονείς του συνηγόρησαν στην μετακόμισή του στην σερβική πρωτεύουσα, από την ηλικία των 17 ετών. Ακολούθησε μία τριετία στην οποία, έκανε θραύση τόσο στην Μπόρατς Τσάτσακ (δανεικός), όσο και στην FMP Ζελέζνικ που είχε πάρει τα δικαιώματά του, αλλά και στις μικρές Εθνικές ομάδες της χώρας του. Μέχρι που το 2007, όχι απλά κλήθηκε στην ανδρών, αλλά έπαιξε και μάλιστα εξαιρετικά για 20χρονος rookie στο Ευρωμπάσκετ της Ισπανίας. Στην καυτή Γρανάδα, λοιπόν, άρχισε το ταξίδι!

 Τα υπόλοιπα είναι λίγο-πολύ γνωστά σε όλους... Η δαπανηρή μετεγγραφή στον Ολυμπιακό, το ντεμπούτο στην Euroleague, οι πρώτοι τίτλοι και οι πρώτες ατομικές διακρίσεις. Ακολούθησε η η εξαγορά της ρήτρας του συμβολαίου του από την ΤΣΣΚΑ, η εκτόξευση των οικονομικών απολαβών του και η αγωνιστική του ωρίμανση. Όπως επίσης και οι συνεχόμενες αποτυχίες στα Final 4, που ήταν σαφές ότι τον βοήθησαν να γίνεται ολοένα και καλύτερος, με αποκορύφωμα την περυσινή συμβολή του στην κατάκτηση του ευρωπαϊκού τίτλου από τους Μοσχοβίτες και φυσικά την τεράστια συνεισφορά του στην επιστροφή της Εθνικής Σερβίας στην «ελίτ» του παγκοσμίου μπάσκετ. 

Ο λόγος φυσικά για τον Μίλος Τεόντοσιτς, που στα 29 του πλέον, θεωρείται ένα από τα πιο κοφτερά μπασκετικά «μυαλά» που δεν αγωνίζεται στο ΝΒΑ και γι’ αυτό οι ομάδες του «άλλου πλανήτη» έχουν αρχίσει να τον παρακολουθούν, ολοένα και πιο στενά. Το gazzetta.gr τον συνάντησε στο κλειστό του ΟΑΚΑ και σας παρουσιάζει μία μεγάλη συνέντευξη, στην οποία σχολιάζει την κριτική που του γίνεται, την κυριαρχία της ΤΣΣΚΑ, το όνειρο του ΝΒΑ και την κόντρα Σερβίας-Αμερικής στο Ρίο, ενώ αναφέρεται στον Γιάννη Μπουρούση, την Εθνική Ελλάδας και τον Γιάννη Αντετοκούνμπο και φυσικά «υποκλίνεται» στον Δημήτρη Διαμαντίδη.

Να αρχίσουμε από τον τρόπο που τελείωσε το εφετινό καλοκαίρι για σένα. Ανεξαρτήτως της θέσης που τελικά καταλάβατε, το ολυμπιακό μετάλλιο ήταν ένα όνειρο που έγινε πραγματικότητα; Πως έζησες την πρώτη ολυμπιακή εμπειρία της καριέρας σου;

«Πολύ σωστά το έθεσες! Η συμμετοχή στους Ολυμπιακούς αγώνες, ήταν παιδικό όνειρο για μένα, από τότε που – βασικά – θυμάμαι τον εαυτό μου να ασχολούμαι και να παρακαλουθώ τα σπορ. Έχω πει πολλές φορές ότι απολαμβάνω να παίζω για την Εθνική ομάδα. Το θεωρώ τεράστια τιμή και πραγματικά δεν θα μπορούσα παρά να είμαι διπλά χαρούμενος, επειδή κατακτήσαμε ένα μετάλλιο και κάναμε περήφανους τους συμπατριώτες μας.»

Στη διάρκεια του ολυμπιακού τουρνουά, έδειξες για μία ακόμη φορά την ηγετική φυσιογνωμία που σε χαρακτηρίζει μέσα στο γήπεδο και παρά τις δύο πρώτες ήττες, συνέβαλες τα μέγιστα στο ανέβει η Σερβία στο βάθρο. Αυτό το σπάνιο χαρακτηριστικό, το να ηγείσαι στο κορυφαίο επίπεδο και στις κρίσιμες στιγμές, εκτιμάς ότι άρχισε να βγαίνει μέσα από την ωριμότητα που απέκτησες και από τις αποτυχίες;

«Ευχαριστώ φίλε, είσαι πολύ καλός (με γέλια στα ελληνικά!)... Είναι δεδομένο ότι οι ήττες σε πεισμώνουν και σε “αναγκάζουν” να προσπαθείς ολοένα και πιο σκληρά, έτσι ώστε να βελτιώνεσαι συνεχώς. Όλο αυτό έρχεται μέσα από την προπόνηση και την εμπειρία που προστίθεται από χρόνο σε χρόνο, παίζοντας πάντα σε υψηλό επίπεδο. Δε γίνεται, όμως, να ξεχάσω τους συμπαίκτες μου... Διανύσαμε μακρύ και δύσκολο δρόμο μέχρι να φτάσουμε στο Ρίο και αξίζαμε να φτάσουμε εκεί, αν σκεφτείτε την συνολική απόδοση που είχαμε στις τελευταίες διεθνείς διοργανώσεις. Η ομάδα έπαιξε πολύ δυναμικά, δεν τα παράτησε σε κανένα σημείο του τουρνουά και το αποτέλεσμα ήρθε χάρη στη συλλογική προσπάθεια. Δεν ήμουν μόνος μου!»

Πολλοί λένε ότι αν είχατε τον Μαριάνοβιτς και τον Μπιέλιτσα, ίσως να απειλούσατε την κυριαρχία των Αμερικανών... Το πιστεύεις ή θεωρείς ότι καμία ομάδα δεν μπορεί να τους νικήσει, αν αυτοί δεν παίξουν χάλια;

«Και ποιος δεν θα ήθελε να είχε μαζί του τον Μπόμπαν και τον Νεμάνια! Πιστεύω ότι θα είμαστε αισθητά πιο δυνατοί σαν ομάδα και είμαι περίεργος να δω τι θα γινόταν σε μία τέτοια περίπτωση. Αλλά με το “αν” δεν κέρδισε ποτέ κανείς και σίγουρα δεν μπορούμε να βγάλουμε συμπεράσματα. Γενικά, όμως, καμία ομάδα δεν έπαιξε πλήρης στο Ρίο. Οπότε οι 12 που ανέβηκαν στο δεύτερο σκαλί του βάθρου, αξίζουν όλης της αναγνώρισης.»

Στο Ρίο, πάντως, αναβίωσε κι ένας μεγάλος «έρωτας», υπό την έννοια ότι ο Μάϊκ Σιζέφσκι, μάλλον την... παραπάτησε μαζί σου! Ο “coach K” δεν σταμάτησε να μιλάει για σένα, να εκφράζει τον θαυμασμό και την εκτίμησή του και μάλιστα πολλοί Αμερικανοί παίκτες τον ακολούθησαν σ’ αυτόν τον δρόμο, κάτι που δεν συνηθίζεται. Πως εισέπραξες όλη αυτή την αναγνώριση;

«Δεν παίξαμε για πρώτη φορά εναντίον της ομάδας του και νομίζω ότι με γνώριζε καλά από το Παγκόσμιο πρωτάθλημα της Ισπανίας, όπως άλλωστε γνώριζε κι άλλους παίκτες από την Ευρώπη. Όπως και να ‘χει, πάντως, αισθάνεσαι μεγάλη τιμή όταν ακούς τέτοια λόγια από έναν προπονητή-“θρύλο” ή από παίκτες που είναι αστέρια στο ΝΒΑ! Να σου πω κάτι, όμως; Είμαι 29 χρονών και παίζω μπάσκετ σχεδόν όλη μου τη ζωή. Δεν θα ήμουν εδώ, αν έπαιρνα προσωπικά ό,τι θετικό και αρνητικό έχω ακούσει για μένα κατά καιρούς. Ακούω και δίνω βάση περισσότερο στα λόγια των προπονητών και των συμπαικτών μου, των φίλων και των συγγενών μου αλλά και των μεγάλων μπασκετικών προσωπικοτήτων και συνεχίζω να δουλεύω σκληρά για να γίνω όσο καλύτερος παίκτης γίνεται.»

Ξέρουμε όλοι ότι έχεις άλλον έναν χρόνο συμβόλαιο, αλλά μετά από τόσο «θόρυβο» που έκανες στο Ρίο, δεν μπορώ να μην σε ρωτήσω, αν στο πίσω μέρος του μυαλού σου, υπάρχει έστω και λίγο το ΝΒΑ... Ήταν κι αυτό παιδικό όνειρο ή θεωρείς ότι δεν είσαι και ο πλέον αθλητικός point-guard για να παίξεις εκεί;

«Δε νομίζω ότι υπάρχουν πολλοί παίκτες που δεν σκέφτονται το ΝΒΑ, σαν στόχο ή σαν προοπτική! Για κάποιους παραμένει για πάντα... όνειρο, ενώ κάποιοι άλλοι έχουν τις ευκαιρίες τους... Για την ώρα, όμως, είμαι απόλυτα ικανοποιημένος με τον ρόλο μου στην ΤΣΣΚΑ και σκοπεύω να τιμήσω μέχρι τέλους το συμβόλαιό μου. Ποτέ δεν ξέρεις τι θα γίνει στο μέλλον. Πάντως, θεωρώ ότι έχω αποκτήσει πολλές εμπειρίες παίζοντας αρκετούς αγώνες εναντίον παικτών και ομάδων του ΝΒΑ, με την Εθνική Σερβίας αλλά και την ομάδα μου και όποιος διαφωνεί, μπορεί να ανατρέξει στο internet για να δει τα αποτελέσματα. Ξέρω καλά ότι μπορώ να σταθώ και στην Αμερική!»

Να γυρίσουμε στο ευρωπαϊκό μπάσκετ. Συμφωνείς ότι η χρονιά που βρίσκεται μπροστά σας φέτος, ίσως είναι ακόμη πιο δύσκολη από τις προηγούμενες, γιατί η ΤΣΣΚΑ είναι η κάτοχος του τροπαίου στην Euroleague και όλοι θα θέλουν να την κερδίσουν;

«Ούτε να το συζητάς! Άλλωστε, δε λένε ότι είναι δυσκολότερο να παραμείνεις στην κορυφή απ΄ότι να φτάσεις; Ξέρουμε και περιμένουμε ότι όλοι θα μας κυνηγάνε και γι’ αυτό προετοιμαζόμαστε ακόμη πιο σκληρά από πέρυσι. Εδω θα συμφωνήσω με κάτι που συνηθίζει να λέει ο Ιτούδης κι έχει απόλυτο δίκιο να το επαναλαμβάνει συνεχώς. Πρέπει να είμαστε συνεχώς πεινασμένοι για όλους τους τίτλους! Όσοι θέλουν να μας κερδίσουν, θα διαπιστώσουν ότι φέτος θα είναι ακόμη πιο δύσκολο!»

Να υποθέσουμε ότι θα ακολουθήσετε την ίδια φιλοσοφία με πέρυσι; Ποιο ήταν το κλειδί; Η ήρεμη δύναμη που ακούει στο όνομα Δημήτρης Ιτούδης, που σε βοήθησε να παίξει το καλύτερο μπάσκετ της καριέρας σου;

«Δεν είναι εύκολο να εστιάσουμε σε έναν παράγοντα. Αλλά σίγουρα ο coach έχει κάνει καταπληκτική δουλειά σε πολλούς τομείς. Δημιούργησε μία πολύ όμορφη ατμόσφαιρα εμπιστοσύνης στο εσωτερικό της ομάδας και μας έκανε να πιστέψουμε ότι είμαστε οι καλύτεροι και γι’ αυτό θα κατακτήσουμε την Ευρωλίγκα. Τον ακούμε, μας ακούει και γενικά μιλάμε πολύ όλοι με όλους. Εκείνος έχει τον τελευταίο λόγο, αλλά όλοι, από τον πρώτο έως τον 15ο παίκτη, είμαστε σημαντικοί.»

Στο τουρνουά προς τιμήν του Δημήτρη Διαμαντίδη, θα αντιμετωπίσεις κι έναν πρώην συμπαίκτη σου, τον Ντιμίτρις Νίκολς. Πες μου λίγα λόγια γι’ αυτόν... Τι θα δώσει στον Παναθηναϊκό;

«Ο “D” είναι πολύ καλός παίκτης κι ακόμη καλύτερος ως συμπαίκτης! Τρομερός δουλευταράς που έρχεται πάντα πολύ νωρίτερα στις προπονήσεις και στους αγώνες για να σουτάρει και να προετοιμαστεί όσο καλύτερα γίνεται. Είναι πολύ έμπειρος και ξέρει πόσο σημαντικό είναι να αποδεχτεί και να προσαρμοστεί στον ρόλο του, ενώ δείχνει πάντα έτοιμος να μπει στο παιχνίδι και να προσφέρει αμέσως με το σουτ του και την άμυνά του.»

Δημήτρης Διαμαντίδης. Οι δύο σας, παίξατε για πολλά χρόνια αντίπαλοι σε όλα τα επίπεδα και δεν έλλειψαν και οι φορές που αρπαχτήκατε. Υποθέτω, όμως, ότι ο μπασκετικός σεβασμός είναι αμοιβαίος... Πως θα περιέγραφες τον Μήτσο, σαν παίκτη;

«Πραγματικά έτσι είναι! Τα ‘φερε η ζωή έτσι και από το 2007 που έφυγα από τη χώρα μου και αγωνίζομαι στο κορυφαίο επίπεδο, κάθε χρόνο, είμαστε αντίπαλοι εν μέσω τεράστιας αντιπαλότητας! Είτε στο ντέρμπι “αιωνίων”, είτε στους αγώνες  Ελλάδας-Σερβίας, είτε στα ματς της ΤΣΣΚΑ με τον Παναθηναϊκό. Μπορεί κάποια στιγμή να βγάλαμε τα μάτια μας, αλλά αν μία λέξη ταιριάζει για τον Διαμαντίδη, αυτή είναι μόνο ”σεβασμός”! Δεν χρειάζεται να περιγράψω και να πω τίποτε για το τι παίκτης ήταν... Όλος ο κόσμος ξέρεις πόσο μεγάλος μαχητής και νικητής ήταν ο Δημήτρης...»

Πως βλέπεις Μπουρούση στα «πράσινα»; Είσαστε συμπαίκτες στον Ολυμπιακό και ξέρεις τι σημαίνει αυτή η αντιπαλότητα στην Ελλάδα και γι’ αυτό θέλω να σε ρωτήσω αν σε εξέπληξε η μετεγγραφή του και πόσο θεωρείς ότι θα βελτιώσει τη νέα του ομάδα;

«Κατ’ αρχήν, θέλω να πω ότι είμαι πολύ χαρούμενος για τον Γιάννη! Έπαιξε εκπληκτικά πέρυσι κι έδειξε ανήκει στην “ελίτ” των Ευρωπαίων παικτών. Είναι σίγουρα πολύ σημαντική προσθήκη για τον Παναθηναϊκό, που πλέον – από τη στιγμή που πήρε τον Σίνγκλετον και το Νίκολς και κράτησε τους Γκιστ και Φώτση – έχει πολύ δυνατή front-line. Αλλά έχει και πολλούς ταλαντούχους νέους παίκτες. Ο Μπουρούσης είναι επαγγελματίας και αρκετά έμπειρος για να ξέρει ποια ήταν η καλύτερη επιλογή για το μέλλον του. Επομένως, εγώ δεν μπορώ να κρίνω την απόφασή του. Ελπίζω, οι φίλαθλοι και των δύο μεγάλων ομάδων να είναι σε θέση να καταλάβουν.»

Κλείνοντας, θα ήθελα τη γνώμη σου για την Εθνική Ελλάδας, επειδή ξέρειε καλά το ελληνικό μπάσκετ αλλά και τους περισσότερους Έλληνες διεθνείς παίκτες. Πως εξηγείς τις συνεχείς αποτυχίες του αντιπροσωπευτικού μας συγκροτήματος από το 2009 έως σήμερα στα μεγάλα διεθνή τουρνουά;

«Δεν μπορώ να ξέρω ακριβώς τι γίνεται, γιατί δεν είμαι μέσα στην ομάδα. Ωστόσο, αυτό που μπορώ να πω είναι ότι υπάρχουν κι άλλες καλές ομάδες, όπως εμείς, η Ισπανία, η Γαλλία, η Λιθουανία... Ο ανταγωνισμός είναι τόσο δυνατός, που χρειάζεται και η τύχη. Πάντα υπάρχουν “ηλιόλουστες” και “βροχερές” περίοδοι! Μάλλον αυτή η επταετία δεν είχε... ήλιο για σας! Αλλά ο κόσμος δεν πρέπει να απογοητεύεται για το ελληνικό μπάσκετ έχει σταθερά ποιοτική παραγωγική διαδικασία και αρκετές επιτυχίες στις μικρές ηλικίες, ενώ παίκτης με τα προσόντα και την προοπτική του Αντετοκούνμπο, δεν υπάρχει πουθενά στην Ευρώπη!»