Δώδεκα γενναίοι Έλληνες ανάγκασαν τον ήλιο να ανατείλει από τη Δύση

Η νύχτα των καμικάζι

O Nίκος Παπαδογιάννης θυμάται με νοσταλγία την ωραιότερη μέρα που έζησε ποτέ μέσα σε γήπεδο μπάσκετ.

Η νύχτα των καμικάζι

To Tόκυο είναι η γαστριμαργική πρωτεύουσα του σύμπαντος, αλλά το πρωινό στο μικρό διαπιστευμένο ξενοδοχείο ήταν το μοναδικό γεύμα που μύριζε άσχημα δεν τρωγόταν με τίποτε. Η μέρα ξεκινούσε με παγωμένο καφέ και λεμονόπιτα στο καφέ με τη μεγάλη τζαμαρία, που βρισκόταν ακριβώς απέναντι. Η λιακάδα βοηθούσε για να βγει στην επιφάνεια η κούραση της προηγούμενης ημέρας. 

Αλλά το πρωινό ήταν δυναμωτικό. «Εάν πραγματοποιήσει την απειλή του και έλθει για τον τελικό ο Καρύδας, να τον φέρουμε εδώ για να στηλωθεί και μετά να τον κυκλοφορήσουμε για φαγητό», συμφωνήσαμε με το κορίτσι.

«Αλλά τι να έλθει να κάνει ο Δημήτρης; Να δει τον ΛεΜπρόν να σηκώνει την κούπα ή να κάνει τόσο ταξίδι μόνο και μόνο για να τον μικρό τελικό; Αφού θα χάσουμε σίγουρα από τους Αμερικανούς. Δεν χρειάζεται να ρωτήσουμε καν αν υπάρχει διαθέσιμο δωμάτιο».

Δεκαπέντε ώρες αργότερα, ψάχναμε κακήν κακώς για να βρούμε κάπου να κοιμίσουμε τον ηρωικό συνάδελφο που αποφάσισε να κάνει ταξίδι-αστραπή με δικά του έξοδα στην Ιαπωνία, για να δει την άτρωτη Εθνική Ελλάδας στο υψηλότερο σκαλί του παγκόσμιου βάθρου. Να τον φωνάξετε στον γάμο σας για ποδαρικό…

Το δικό μας τελετουργικό περιλάμβανε γούρικα ρούχα δοκιμασμένα στο Βελιγράδι, τη γούρικη σημαία που έμελλε να ταξιδέψει παντού, γούρικο καφέ με λεμονόπιτα και πάνω απ’όλα το γούρικο τραγούδι, στα φορητά ηχεία που είχαμε φέρει από την Αθήνα: «Infra-Red» των Placebo.

Ο στίχος «someone call the ambulance, there’s gonna be an accide-e-ent» μας θύμιζε πάντοτε τον Σοφοκλή Σχορτσανίτη. Και μία εθνική ομάδα που σκόρπιζε στο διάβα της αθώα θύματα. 

Ποτέ δεν θα μπορούσαμε να φανταστούμε αυτό που μας επιφύλασσε η Παρασκευή, 1 Σεπτεμβρίου 2006. Ήταν, νομίζω, η μεγαλύτερη μέρα της ζωής μας. Το πιο απίστευτο κατόρθωμα στην ιστορία του ελληνικού αθλητισμού.

Στο τρένο είχε γκέισες. Στην καφετέρια, ένα καλότυχο γατάκι ντυμένο σαμουράι. Εξω από το γήπεδο, γιαπωνεζάκια ντυμένα με φανέλες του ΝΒΑ. Στα ορεινά της κερκίδας, δυό χούφτες Έλληνες που έκαναν σχέδια για τον μικρό τελικό.

Και στα δημοσιογραφικά θεωρεία, κάτι παράξενους που κατάπιναν παστίλιες και έπιναν ζεστό πράσινο τσάι και καροτόζουμο, για να αποφύγουν το πάθημα του 2005 με την κλεισμένη φωνή. 

Να το αποφύγουν, στον μικρό τελικό της επόμενης ημέρας. Στη μάχη του μεταλλίου. Τον ημιτελικό, τον είχαμε όλοι ξεγραμμένο. Είπαμε, άτρωτη η ομάδα, αλλά μέχρι ενός σημείου. Η ομάδα των ΗΠΑ έμοιαζε εκτός συναγωνισμού. Στο κάτω κάτω, δεν την αποτελούσαν τίποτε μειράκια.

Είχε τον καλύτερο παίκτη του πλανήτη (Ουέιντ), τον κορυφαίο προπονητή του ηλιακού συστήματος (Σιζέφσκι), τον επόμενο Τζόρνταν (ΛεΜπρόν), τον Καρμέλο που μοίραζε 30άρες, τον σούπερμαν Ντουάιτ Χάουαρντ και άλλους 8 υπέρλαμπρους αστέρες.

Όταν βγουν να αναμετρηθούν στο γήπεδο ο Κρις Πολ και ο Χατζηβρέττας, δεν γίνεται ρε διάολε να κερδίσει ο Χατζηβρέττας. Ούτε ο Γιαννάκης να νικήσει στο σκάκι τον «Κόουτς Κ».

«Τους Ισπανούς, όμως, τους έχουμε. Θα τους νικήσουμε σίγουρα στον μικρό τελικό και θα γυρίσουμε στην Αθήνα με μεταλλιάκι. Αρκεί να μην αδειάσουμε από ενέργεια στο ματς με τους Αμερικάνους. Ε ρε γλέντια που μας περιμένουν…».

Η φράση «αρκεί να μην αδειάσουμε από ενέργεια στο ματς με τους Αμερικάνους» ήταν η μοναδική που είχε επαφή με την πραγματικότητα. Α, και τα γλέντια. Μόνο που αυτά κόπηκαν μαχαίρι το βράδυ της Κυριακής. Οι Ισπανοί μας ξεπάστρεψαν και το τσάρτερ της χαράς έγινε τσάρτερ της χαρμολύπης.

Τι πειράζει, όμως; Εμείς γράψαμε ιστορία, με ολόχρυσα γράμματα. Ποιον θυμάται περισσότερο ο κόσμος, τον πρωταθλητή Κόσμου ή αυτόν που ρεζίλεψε τους Αμερικανούς; Θα ζούσαμε μήπως μεγαλύτερη χαρά αν κατακτούσαμε το χρυσό χωρίς να παίξουμε με τις ΗΠΑ;

Όχι. Σε καμία περίπτωση. Η συζυγία των πλανητών έδειξε Ιαπωνία την πιο κατάλληλη βραδιά.

Ο πρώτος των πρώτων αναδείχθηκε την 1η του Σεπτέμβρη, όχι την 3η. Αν όχι ο πρώτος, τότε οπωσδήποτε ο τελευταίος. Ο τελευταίος που κατατρόπωσε ποτέ τα εκλεκτά παιδιά του ΝΒΑ. Ίσως να περάσουν άλλα 100 χρόνια μέχρι να ξαναγίνει τέτοιο ανδραγάθημα.

Μπορεί να μη ξανασυμβεί και ποτέ. Αντίθετα με όσα είχαν συμβεί μετά τις αποτυχίες του 2002 και του 2004, οι Αμερικανοί μελέτησαν προσεκτικά το μάθημά τους, ανασκουμπώθηκαν και αξιοποίησαν σε υπερθετικό βαθμό όσα διδάχθηκαν από τον Παπαλουκά, τον Διαμαντίδη, τον Σχορτσανίτη, τον Κακιούζη και τον Σπανούλη. 

Από εκείνο το βράδυ και μετά, η 2η θέση είναι το ταβάνι των λοιπών μνηστήρων. 

«Ομνύω ότι δεν πρόκειται να ξαναχάσω από κάποιον Τσαρτσαρή, Ντικούδη, Φώτση, Παπαδόπουλο, Χατζηβρέττα, Βασιλόπουλο, Ζήση», είναι ο όρκος που υιοθέτησαν οι Αμερικανοί μετά τη Σαϊτάμα.

«Και όποτε συναντώ στον δρόμο μας τον Παναγιώτη Γιαννάκη, θα σηκώνομαι όρθιος για να τον επιβραβεύσω. Να τον επιβραβεύσω για όσα πέτυχε και να τον ευχαριστήσω για όσα μας δίδαξε».

Το έβλεπες και στο αποσβολωμένο βλέμμα του Καρμέλο Άντονυ, στις φωτογραφίες της επόμενης στιγμής: «Εγώ δεν πρόκειται να ξαναπάθω τέτοιο στραπάτσο». Τα χρυσά μετάλλια που κέρδισαν τα επόμενα 10 χρόνια οι ομάδες των ΗΠΑ είναι ποτισμένα στη ρετσίνα και στο συρτάκι.

«Είναι Πάσχα, Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά μαζί», αναφώνησα αυθόρμητα από το μικρόφωνο του Σπορ FM όταν το χρονόμετρο μηδενίστηκε. Στη χώρα του ανατέλλοντος ηλίου, ο ήλιος βγήκε από τη Δύση.

 Έκτοτε παρακολούθησα αμέτρητες φορές τον μεθυστικό ημιτελικό, μέχρι που τον έμαθα απ’έξω. Μπορώ να σας εξιστορήσω κάθε φάση, κάθε ανατροπή και κάθε ατάκα από την περιγραφή μου.

Διότι, λησμόνησα να σας πω, φρόντισα με τη βοήθεια φίλων να ντύσω το dvd με τη δική μου ραδιοφωνική μετάδοση, όχι μόνο επειδή είμαι ψωνάρα, αλλά και επειδή το νιώθω στο πετσί μου το ματς, σαν να το έζησα μέσα από το παρκέ, σαν να έπαιξα κι εγώ.

Μήπως δεν είναι έτσι; Ο Συρίγος έφυγε σαν οβίδα από τα ορεινά, ντυμένος με αθλητική φόρμα λες και το περίμενε, κουτρουβάλησε εκστασιασμένος καμιά εικοσαριά σκαλοπάτια και βρέθηκε ως διά μαγείας μέσα στον αγωνιστικό χώρο, να πανηγυρίζει αγκαλιασμένος με τους παίκτες. «Είναι η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής μου», έλεγε μετά.

Το ίδιο έκανα κι εγώ, μόλις κατόρθωσα να βρω την αυτοκυριαρχία μου. «Σας αφήνω τώρα, πάω στην ομάδα», είναι τα τελευταία μου λόγια στη μετάδοση του αγώνα. Και πήγα στην ομάδα, να πανηγυρίσω μαζί της.

Όσο κατέβαινα τα σκαλοπάτια φίρδην μίγδην, μου τηλεφώνησε ο Ψαράκης, αγαπημένος φίλος και συνάδελφος. Αλλά δεν κατόρθωσε να αρθρώσει ούτε μία λέξη. Μόνο έκλαιγε με λυγμούς, ώσπου έπεσε η γραμμή.

Μάλλον προσπαθούσε να μου πει, ότι είχε δει το καλό όνειρο από την προηγούμενη μέρα και ότι ...scripta manent.. Έκρυψα το μουσκεμένα μου τηλέφωνο και τα υγρά μου μάτια.

Μαζί με τον Γιάννη είχαμε ζήσει τη Ντιζόν και την Αττάλεια. Περπατούσαμε στους δρόμους και ξεφυσούσαμε από σκασίλα. Πιστεύαμε ότι η Εθνική είχε πια ξοφλήσει. 

Οι μελαγχολικές αναμνήσεις έσβησαν και ξεχάστηκαν μια για πάντα, τη νύχτα του απόλυτου θριάμβου. Θα έχουμε για πάντα τη Σαϊτάμα. Ιδίως οι λίγοι τυχεροί που ήμασταν εκεί και ζήσαμε από κοντά το αριστούργημα των 12 Ελλήνων καμικάζι.

 

Εκείνο το απόγευμα του 2006, στην ωραιότερη πόλη του κόσμου, στοιχήθηκαν τα αστέρια κατά τρόπο τέτοιο ώστε να φτάσει αυτό το θαύμα που λέγεται ελληνικό μπάσκετ να ξεπεράσει ακόμα και τα πιο τρελά του όνειρα.

Μπήκα και μέσα στα αποδυτήρια, όταν πια η ομάδα είχε φύγει. «Έχουμε μεγάλα αρχ*δια», είχε γράψει ο Δήμος Ντικούδης στον ασπροπίνακα με τα συστήματα. Μεγάλα και άθραυστα, θα συμπλήρωνα αν πήγαινε η καρδιά μου να του χαλάσω το κομψοτέχνημα.

«U-S-A, U-S-A», τραγουδούσαν τα γιαπωνεζάκια. Τι Γιου-Ες-Έι, μωρέ; Ατομική βόμβα σας έριξαν. Όχι μία, αλλά δύο. Και τολμάτε να λερώνετε με βλακώδεις ιαχές το απόλυτο όνειρο του μικρού Δαυίδ; Αυτό δεν θα το καταλάβω ποτέ.

 

Πίσω στην Αθήνα, τα βαγόνια του μετρό κόντεψαν να εκτροχιαστούν. Ο κόσμος που πήρε χαμπάρι τι γινόταν και άκουγε τον ημιτελικό από το ραδιόφωνο έβγαινε μαζικά στη στάση «Μέγαρο Μουσικής», όχι για να ευχαριστήσει τη γαλανόλευκη ορχήστρα κλασσικής μουσικής, αλλά για να βγάλει το άχτι του μπροστά στην αμερικανική πρεσβεία. Οι υπάλληλοί της κρύφτηκαν έντρομοι, για το φόβο των Ελληναίων.

Εμάς, πίσω στο Τόκυο, δεν μας ένοιαζε τίποτε απ’όλα αυτά. «Someone call the ambulance», τραγουδούσαμε. «Θα φτιάξω και μπλουζάκι και θα το φοράω κάθε χρόνο τέτοια μέρα», αστειεύτηκα.

Όταν τελείωσε ο δεύτερος ημιτελικός, πήγαμε στο τακτικό μας στέκι για κρεατικά ψημένα στα κάρβουνα και παγωμένες επινίκιες μπύρες. Μπύρες, με γεύση σαμπάνιας.

«Να μη ξεχάσουμε να βρούμε και δωμάτιο για τον Καρύδα», είπαμε πάνω στο μεθύσι μας, επιστρέφοντας στο δωμάτια και ενώ είχε πια φέξει. «Σιγά μην έρθει για μια μέρα, χα χα».

Και όμως, ήρθε, ο μπαγάσας. Έμεινε στο Τόκυο Κυριακή πρωί με Δευτέρα πρωί. Αποδείχθηκε βιονικός.

Την επόμενη μέρα των ημιτελικών, Σάββατο 2 Σεπτεμβρίου, είχε στη Σαϊτάμα τον τελικό της παρηγοριάς, αλλά χωρίς την Ελλάδα. Άλλοι τη χρειάζονταν την παρηγοριά, όχι εμείς.

«Να πάμε στο δάσος με τις κερασιές», συμφωνήσαμε. Ήταν το ωραιότερο ρεπό που (δεν) μπορούσαμε να φανταστούμε.

* Oλόκληρος ο ημιτελικός της 1ης Σεπτεμβρίου 2006, με εικόνα από την ΕΡΤ, υπάρχει στο YouTube, όπως και αμέτρητοι άλλοι. Με τη δική μου περιγραφή από τον Σπορ FM, μπορείτε να τον βρείτε εδώ (1ο μέρος), εδώ (2ο μέρος), εδώ (3ο μέρος) και εδώ (επίλογος).

* Eδώ θα βρείτε το φωτογραφικό αφιέρωμα από το αεροπλάνο της επιστροφής της Εθνικής στην Αθήνα. Ρίξτε μια ματιά, θα σας αρέσει.

 

Best of internet