FIBA HALL OF FAME

Θα λέγαμε τον δεσπότη, Παναγιώτη! (pics)

O Παναγιώτης Φασούλας εισέρχεται δόξη και τιμή στο Hall of Fame της FIBA και ο Βασίλης Σκουντής ξεψαχνίζει το ημερολόγιο της «αράχνης» του ελληνικού μπάσκετ...

Μεγάλες στιγμές!

Είναι όντως μεγάλες οι στιγμές που θα εκτυλιχθούν απόψε στη Μίες της Γενεύης, όπου ο Παναγιώτης Φασούλας θα περπατήσει πάνω στο κόκκινο χαλί για να εισαχθεί στο "Hall of Fame" της FIBA: ναεισαχθεί κανονικά και με το νόμο, ως φυσικό πρόσωπο και ολόκληρος, εννοώ, διότι στις 6 Αυγούστου του 1996 αυτής της τιμής (και μάλιστα στο “Naismith Memorial Hall of Fame” του Σπρίνγκφιλντ) είχε τύχει μονάχα η φανέλα του!

Μεγάλες στιγμές, λοιπόν: μεγάλες στιγμές για αυτόν τον ψηλό και ασουλούπωτο νεαρό με τη μαλλούρα τον οποίο σε ένα αφιέρωμα της η γαλλική εφημερίδα “L' Equipe” είχε αποκαλέσει “Μικ Τζάγκερ του μπάσκετ” και οι παλιοί σύντροφοι του στην ΚΝΕ τον έστελναν για αφισοκόλληση, επειδή τόσο ψηλά που κόλλαγε τις αφίσες στις κολώνες κανείς δεν θα μπορούσε να τις καλύψει και επίσης τον έβαζαν πρώτο πρώτο στις διαδηλώσεις για να κρατά ψηλά τα πλακάτ με τα συνθήματα!

Πότε συνέβαιναν όλα αυτά; Σε μια εποχή που το μπάσκετ δεν υπήρχε στην ατζέντα του ούτε ως χόμπι, ούτε ως επάγγελμα, ούτε καν ως στοιχειώδες γνωστικό αντικείμενο!

Μιας και το 'φερε η κουβέντα στο πρίσμα υπό το οποίο αντιμετώπιζε το μπάσκετ, θυμάμαι σαν να ήταν χθες ότι σε μια συνέντευξη που μου είχε δώσει στο “Τρίποντο”, όντας από τότε αυτοσαρκαστικός και κυνικός, είχε πει ότι “πουλάμε το ταλέντο μας και έχουμε μάθει να ζούμε στην αφθονία”!

Το πούλησε καλά το ταλέντο του, έζησε εν αφθονία, σουλάτσαρε με δικά του κότερα τα οποία είχε ονομάσει “Φίλιππος Β΄ο Μακεδών” το πρώτο και (γοητευμένος από τον Τσε Γκεβάρα) “Hasta la vitoria siempre” το δεύτερο. Ήταν από τους πρώτους Έλληνες που κυκλοφόρησαν με lap top, βγήκε δημοτικός σύμβουλος, βουλευτής και Δήμαρχος, μεταγράφηκε από το ΚΚΕ στο ΠΑΣΟΚ παντρεύθηκε (και είδε τον γάμου του να γίνεται πρωτοσέλιδο στο "Φως των Σπορ", ενώ το μπάτσελορ πάρτι του διήρκεσε δυο μερόνυχτα και κατέληξε σε πατσατζίδικο στη Δάφνη) , έκανε δυο παιδιά, βασανίστηκε με μια μεγάλη οικογενειακή περιπέτεια και σε κάθε περίπτωση έχει διαγάγει έναν βίο, που δεν τον λες ούτε αδιάφορο, ούτε flat, ούτε προβλέψιμο!

Προφανώς όλα αυτά που έχει προλάβει να κάνει, ξεπέρασαν και τον μέσο όρο της ανθρώπινης δραστηριότητας, αλλά και την εικόνα που είχε στο παιδικό μυαλό του, όταν σκεφτόταν τι θα κάνει στη ζωή του...

Παρεμπιπτόντως ο Φασούλας γεννήθηκε επτά χρονών! Ναι, δεν υπερβάλλω, μόνο για επτάχρονο έμοιαζε ένα μωρό το οποίο στις 12 Μαίου του 1963 βγήκε από την κοιλιά της συχωρεμένης της μάνας του και οι γιατροί έμειναν με ανοιχτό το στόμα: ήταν εβδομήντα δυο πόντους στο ύψος και έξι κιλά στο βάρος!

Στα οκτώ του ξεπερνούσε το 1,60μ. και ήταν ο ψηλότερος στο χωριό του, ενώ την ίδια στιγμή έσκυβε πίσω από τον συμμαθητή του που καθόταν στο μπροστινό θρανίο για να μην τον δει ο δάσκαλος και τον σηκώσει να πει το μάθημα!

“Μικρός ήθελα να γίνω μπουλντοζιέρης, διότι με εντυπωσίαζε ο όγκος της μπουλντόζας. Ύστερα ήθελα να γίνω δεσπότης, επειδή γοητεύθηκα από τα άμφια των παπάδων. Μετά μου πέρασε από το μυαλό να γίνω αστροναύτης και να την κάνω γι άλλη γη για άλλα μέρη” μου είχε εκμυστηρευθεί.

Τι απόγινε τελικά προτού αφοσιωθεί στο μπάσκετ; Ως ένας κανονικός νέος της εποχής, αποφοίτησε από το 4ο Λύκειο Θεσσαλονίκης και έγινε ...συνταξιούχος φοιτητής! Έδωσε εξετάσεις στην τότε Γυμναστική Ακαδημία και αίφνης βρέθηκε στη Φυσικομαθηματική και στο Γεωλογικό Τμήμα του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, αλλά ως έξαλλο νιάτο φορούσε το αμπέχονο και έκανε κοπάνες για να κάνει πικ νικ στον Ολυμπο.

Την ίδια εποχή είχε κρεμάσει στο δωμάτιο του την (γνωστή σε όλους τους σημερινούς πενηντάρηδες και άνω), αντιμιλιταριστική αφίσα με το “Why?”,άκουγε Τζιμ Μόρισον και “Deep Purple”, αλλά εντέλει επέπρωτο να κατασταλάξει στον Στράτο Διονυσίου και να περάσει,υπέροχες ποιητικές και κατανυκτικές βραδιές, όπως χαρακτηρίζει τις τσάρκες του στα μπουζούκια!

Ο Φασούλας δεν ήταν ποτέ πολυλογάς. Κάποτε είχε πει στον Αρη Νικολάκη ότι αυτό που αντιπαθεί περισσότερο στους ανθρώπους είναι η φλυαρία. “Να τελειώνουμε δηλαδή;” τον ρώτησε ο συνάδελφος. “Να μην αργούμε” του αποκρίθηκε και εκεί έληξε η κουβέντα!

Ο Παναγιώτης είναι ο πιο προβλέψιμα απρόβλεπτος που έχω συναντήσει στη ζωή μου και όχι απλώς στην δημοσιογραφική καριέρα μου. Ένας επαναστάτης, άλλοτε με αιτία, άλλοτε χωρίς αιτία. Αιρετικός, που δεν σήκωνε μύγα στο σπαθί του. Άλλαξε βεβαίως επί το ηπιότερον όταν έκανε οικογένεια, τότε παράτησε τις μηχανές, που καβάλαγε, σταμάτησε να παριστάνει τον καμικάζι της ασφάλτου, και έβαλε στο ράφι τις νεανικές αμαρτίες, κάποιες από τις οποίες τις μοιραστήκαμε ως συνομήλικοι...

Όπως τότε που πήγαμε στα μπουζούκια παρέα με τον Νίκο Φιλίππου, τον συχωρεμένο τον Γιάννη Αντωνόπουλο και τον Γιάννη Φιλέρη (που μπαίνοντας μάλιστα στο κέντρο και υπό τους ήχους του “επειδή τ' άστρα δεν σου τάζω, λες πως δεν σε λογαριάζω” μπουρδουκλώθηκε, έσπασε το πόδι του και τρέχαμε νυχτιάτικα στο Ασκληπιείο) και ξαφνικά ανακαλύψαμε πως δεν είχαμε λεφτά για να πληρώσουμε τις χλιδές που κάναμε...

Τι σκαρφιστήκαμε τότε; Έφευγε ο ένας μετά τον άλλον -για να μη μείνει άδειο το τραπέζι και γίνουμε ρεζίλι- και πήγαινε στα σπίτια φίλων του που έμειναν κοντά για να πάρει δανεικά και να συμπληρωθεί το ποσόν!

Έχω περάσει πολύ καλά μαζί του και πάντως ποτέ δεν έπληξα. Καλαμπουρίσαμε, πλακωθήκαμε, φιλιώσαμε, μοιραστήκαμε ανησυχίες καημούς και πόθους της ίδιας ηλικίας και της ίδιας εποχής. Μοιραστήκαμε ακόμη και την πρώτη ημέρα του στο Κέντρο Εκπαίδευσης Πυροβολικού στη Θήβα, στις 18 Νοεμβρίου του 1991, όταν τον συνόδευσα παρέα με τον τότε προπονητή της Εθνικής, Ευθύμη Κιουμουρτζόγλου!

Είχε μάλιστα τραυματισθεί στη μύτη στον αγώνα της Εθνικής με την Ουγγαρία και παρουσιάσθηκε φορώντας μια άσπρη προστατευτική μάσκα!

Ο άνθρωπος που τιμάται σήμερα με την εισαγωγή του στο "Hall of Fame" ήταν πάντοτε και εξακολουθεί να είναι ζοχάδας, αυστηρός με όλους, κυνικός, τετραπέρατος και πολύ χιουμορίστας: τόσο χιουμορίστας που μετά από έναν αγώνα της Εθνικής και ενώ "μας έπαιρνε τώρα ο αυτός" (όπως έλεγαν μαζί με το Φιλίππου τις μέρες του Ευρωμπάσκετ στο ξενοδοχείο “John's, εννοώντας τον κάμεραμαν της ΕΡΤ), του έκανα μια ερώτηση και βλέποντας με να κρατάω ένα μπλοκ με σπιράλ και το στυλό δεν κώλωσε...

Λοιπόν, γράψε, μια χωριάτικη, ένα τζατζίκι, μια χοιρινή και μια πατάτες”!

Έχει κάνει πολλά πράγματα στη ζωή του ο γιος του στρατιωτικού από τα Γρεβενά: δεν έγινε βεβαίως μπουλντοζιέρης ή αστροναύτης ή δεσπότης, ούτε γεωλόγος ή σεισμολόγος, αλλά στον έναν χρόνο που μετοίκησε στο Ράλει της Βόρειας Καρολίνας (ως φοιτητής και παίκτης στο Νορθ Καρολάινα Στέιτ, μέσω του οποίου οι Μπλέιζερς τον επέλεξαν στο Νο 37 του καταραμένου ντραφτ του 1986) βρέθηκε να πουλάει αυτοκίνητα σε μια μάντρα και κάθε νύχτα να παίρνει ένα σπασμένο μπουκάλι και να περαμονεύει μήπως τυχόν εμφανιστεί κάποιος ληστής ή ο σχιζοφρενής δολοφόνος με το πριόνι!!

Έκανε και άλλα πράγματα, ξεχωριστά και ασυνήθιστα, όπως η δήλωση του ενός δισεκατομμυρίου τριακοσίων χιλιάδων δραχμών, την οποία υπέβαλε το 1991 και μάλιστα προσήλθε ο ίδιος στην αρμόδια επιτροπή της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού, κατέθεσε το συμβόλαιο του και ζήτησε δημοσίως από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών Στέφανο Μάνο να τον φορολογήσει αναλόγως και να παύσει να διαπομπεύει τους αθλητές ως φοροφυγάδες!

Ασυνήθιστο επίσης ήταν το φαινόμενο ενός ανθρώπου που οδηγούσε το αυτοκίνητο του, σταμάταγε στο φανάρι και ξαφνικά έβγαζε το αριστερό χέρι του από το παράθυρο και έσβηνε το τσιγάρο στο δρόμο! Μια κακή συνήθεια την οποία έκοψε όταν απέκτησε οικολογικές ευαισθησίες!

ΥΓ: Τι θα είχε κάνει στη ζωή του ο Φασούλας; εάν δεν είχε παίξει μπάσκετ; Τον ρώτησα το 1987 και ιδού η απάντηση του: “Θα ήμουν ένας νέος της εποχής. Άνεργος, με απλωμένη την αρίδα σε μια καφετέρια, θα έπινα με το πάσο μου τον φραπέ, θα κάπνιζα το ένα τσιγάρο μετά το άλλο, θα αμπελοφιλοσοφούσα και θα έπαιζα λαχεία και Λόττο μπας και πιάσω την καλή”!

Best of internet