Τελικά, τι... σόι προπονητής είναι ο Τζόρτζεβιτς;

Ο Αντώνης Καλκαβούρας αναλύει ποια τα πλεονέκτημα και τα μειονεκτήματα του 49χρονου τεχνικού, που επανέφερε τη Σερβία στην «ελίτ» του παγκοσμίου μπάσκετ, αλλά απέτυχε στον πάγκο του Παναθηναϊκού.  

Τελικά, τι... σόι προπονητής είναι ο Τζόρτζεβιτς;

Ανεξαρτήτως με το πως θα μείνει στην ιστορία σαν προπονητής, ο «Σάλε», υπήρξε ένας από τους κορυφαίους Ευρωπαίους point-guards, με την επιρροή του στο παιχνίδι, να πιστοποιείται και από τους 15 τίτλους και τις πολυάριθμες ατομικές διακρίσεις που συνοδεύουν το βιογραφικό του σαν παίκτης! Μοιραία, όμως, η προσωπικότητα που «οικοδόμησε» στην διάρκεια των 21 ετών (1984-2005) που φορούσε τη φανέλα και το σορτσάκι, τα βιώματα, οι εμπειρίες και οι παραστάσεις που απέκτησε σ' όλη αυτή τη διαδρομή, είναι απολύτως λογικό, να τον συνοδεύουν και να παίζουν καταλυτικό ρόλο στην διαμόρφωση του προφίλ του σαν προπονητή.

Όποιοι παρακολούθησαν τον Σάσα να παίζει, θα θυμούνται έναν γρήγορο και πολύ δημιουργικό play-maker με σπάνιο επιθετικό ένστικτο, δολοφονικό σουτ και ξεχωριστές ηγετικές ικανότητες, γι' αυτό και η απόδοσή του, «σφράγισε» ουκ ολίγες μεγάλες στιγμές του σερβικού μπάσκετ. Το τρίποντό του στη λήξη του τελικού, στο Final 4 της Κωνσταντινούπολης (1992), «ανέβασε» τη νεανική ομάδα της Παρτίζαν στην κορυφή της Ευρώπης και χάρισε στον Ζέλικο Ομπράντοβιτς, τον πρώτο του ευρωπαϊκό τίτλο! Η επιθετική «ραψωδία» (41π. με 9/12 τριπ.) στον τελικό του Eurobasket (1995) με τη Λιθουανία, επανέφερε στο ψηλότερο σκαλί του βάθρου τη Γιουγκοσλαβία, που προερχόταν από τριετές εμπάργκο από τις διοργανώσεις της FIBA. Οι παραπάνω στιγμές να αποτελούν «επικεφαλίδες» στην αξιομνημόνευτη καριέρα του Σάσα Τζόρτζεβιτς, που το 2005 αποφάσισε να ασχοληθεί με την προπονητική.

Στον αθλητισμό, υπάρχει ένας άγραφος κανόνας που «θέλει» τους σπουδαίους παίκτες σπάνια να εξελίσσονται σε εξαιρετικούς προπονητές. Η εξήγηση έχει να κάνει περισσότερο με το ότι ελάχιστοι σπουδαίοι παίκτες μπαίνουν στην διαδικασία να δουλέψουν σκληρά πάνω σε όλες τις πτυχές που διαμορφώνουν το προφίλ ενός επιτυχημένου προπονητή και συνήθως ασκούν τα καθήκοντά τους, βασιζόμενοι σε μία γνώση, την οποία νομίζουν ότι κατέχουν σε τόσο απόλυτο βαθμό, που δεν χρειάζεται να την αναπτύξουν! Ή δεν πιστεύουν ότι πρέπει να εμβαθύνουν αρκετά για να καλύψουν το πεδίο τεχνογνωσίας, που τους φαίνεται αν όχι άχρηστο, λιγότερο σημαντικό. «Το μπάσκετ είναι σαν το ποδήλατο. Αν έχεις παίξει, δεν ξεχνιέται!», σου λέει η λαϊκή ρήση, οπότε αν κάποιος έχει υπάρξει μεγάλος πρωταγωνιστής, συνήθως, μέσα του, «φωλιάζει» η εμμονή ότι το ταλέντο φτάνει και περισσεύει.

Υπάρχουν και τα θετικά βιώματα που απορρέουν από μία μακρά και πετυχημένη αθλητική διαδρομή και προσφέρουν bonus στους προπονητές-πρώην παίκτες. Η ευχέρεια στην διαχείριση προσωπικοτήτων, η μεγαλύτερη εξοικείωση με την διαχωριστική γραμμή της σχέσης τους με τους αθλητές και η γνώση της ψυχολογίας τους σε όλες τις πιθανές κι απίθανες στιγμές, τους φέρνουν σε πλεονεκτική θέση σε σύγκριση με συναδέλφους τους, που δεν έχουν έχουν ιδρώσει τη φανέλα.

Η διαφορά Εθνικής ομάδας και συλλόγου

Τι εφαρμογή, όμως, έχουν όλα αυτά στην περίπτωση του Αλεξάντερ Τζόρτζεβιτς, ο οποίος θριάμβευσε ως καθοδηγητής της Εθνικής Σερβίας στο Παγκόσμιο πρωτάθλημα του 2014 (2η θέση) και στους πρόσφατους Ολυμπιακούς Αγώνες του Ρίο (αργυρό μετάλλιο), αλλά στο μεσοδιάστημα, δεν έπεισε και για πολλούς, απογοήτευσε με την παρουσία του στον πάγκο του Παναθηναϊκού; Ποιος, λοιπόν, είναι ο πραγματικός head-cοach «Σάλε»; O ομοσπονδιακός τεχνικός της Σερβίας, που τα τελευταία τρία χρόνια έχει παρουσιάσει εξαιρετικά δείγματα σε δύο διεθνή τουρνουά ή ο προπονητής του «τριφυλλιού», που αν και είχε το πιο «γεμάτο» ρόστερ της μετά Ομπράντοβιτς, εποχής, απέτυχε στους βασικότερους στόχους της σεζόν; Είναι δύο εθνικές επιτυχίες, σε διοργανώσεις 15 ημερών, αρκετές για να καθορίσουν την αξία ενός προπονητή ή η δουλειά σε σύλλογο, υπό την πίεση του αποτελέσματος από αγώνα σε αγώνα, την καθημερινή φθορά αλλά και την μεγαλύτερη πίστωση χρόνου, αποτελεί σαφώς πιο ασφαλές κριτήριο, για το ποιος είναι καλός, μέτριος ή κακός προπονητής;

Ο ομοσπονδιακός τεχνικός

Συνομιλώντας με πρώην παίκτες και συνεργάτες αλλά και αντιπάλους του 49χρονου πρώην τεχνικού της Εμπόριο Αρμάνι, της Μπενετόν Τρεβίζο και του Παναθηναϊκού και νυν της Μπάγερν Μονάχου (υπέγραψε τριετές συμβόλαιο), καταλήγουμε ότι η απάντηση στην ερώτηση αν ο Τζόρτζεβιτς είναι πραγματικά καλός προπονητής, βρίσκεται κάπου στη μέση. Με σαφή προοπτική βελτίωσης! Ο τομέας στον οποίο βαθμολογείται με άριστα, είναι στις σχέσεις με τους παίκτες αλλά και στην επιβολή των ορίων, που δεν πρέπει να ξεπεραστούν. Αυτό το πλεονέκτημα έχει μεγαλύτερη αξία σε ένα τουρνουά δύο εβδομάδων, δηλαδή σε μία αποστολή, που μαζί με την προετοιμασία, έχει διάρκεια το πολύ δύο μήνες. Ακόμη περισσότερο, όταν πρόκειται για την εκπροσώπηση της πατρίδας σε μία διεθνή διοργάνωση, «υποχρέωση» για την οποία οι παίκτες δεν πληρώνονται. Για παράδειγμα, το «κόψιμο» του Μίτσοφ (δυσανασχέτησε επειδή αντικαταστάθηκε σε φιλικό παιχνίδι) πριν από δύο χρόνια και ο χειρισμός του στην υπόθεση του Μαριάνοβιτς (ζήτησε να μην παίξει στο προολυμπιακό τουρνουά, επειδή διαπραγματευόταν το συμβόλαιό του στο ΝΒΑ), έδειξε στους υπόλοιπους διεθνείς ότι δεν καταλαβαίνει από ονόματα και πέρασε το μήνυμα ότι κάποιες αρχές του είναι αδιαπραγμάτευτες. Ταυτόχρονα αφήνει μεγάλη ελευθερία κινήσεων, εμπιστεύεται πολύ το ταλέντο κι έτσι οι παίκτες ευχαριστιούνται να παίζουν γι' αυτόν και αυτό φαίνεται στην περίπτωση της Εθνικής Σερβίας.

Ο Τζόρτζεβιτς του Παναθηναϊκού

Κάπως έτσι, λοιπόν, σε συνδυασμό με την εξαιρετική φουρνιά παικτών που διαθέτει, εξηγείται η επιτυχία του στον πάγκο του αντιπροσωπευτικού συγκροτήματος της χώρας του. Ο βαθμός δυσκολίας της δουλειάς, όμως, ανεβαίνει επικίνδυνα, όταν οι υποχρεώσεις αρχίζουν τον Οκτώβριο, τελειώνουν τον Ιούνιο, χωρίζονται σε διαφορετικές διοργανώσεις, η πίεση για το αποτέλεσμα είναι τεράστια και ο πήχης ισοδυναμεί με την κορυφή, πολύ απλά γιατί και οι απολαβές της θέσης, δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητες. Όπως τον ζήσαμε για περίπου 7 μήνες στην Ελλάδα, ο Τζόρτζεβιτς αποδείχτηκε ότι ακόμη δεν ήταν έτοιμος να αναλάβει έναν σύλλογο της δυναμικής του έξι φορές πρωταθλητή Ευρώπης. Κι αυτό φάνηκε και με την επιλογή του να δεσμευτεί για τρία χρόνια με τους Βαυαρούς, που βρίσκονται τουλάχιστον δύο επίπεδα πιο κάτω από την «ελίτ» της Ευρώπης.

Ο «Σάλε» του Παναθηναϊκού έκανε το λάθος να δουλέψει στο ΟΑΚΑ περισσότερο με βάση το πλάνο του στην Εθνική Σερβίας. Επέλεξε να στηρίξει μέχρι τελικής πτώσεως όλες του τις επιλογές, ακόμη κι εκείνες που έδειχναν να μην αποδίδουν (Κούζμιτς και Πάβλοβιτς) παρά την πρωτοφανή στήριξη. Η ομάδα όμως, δεν είναι Εθνική στην οποία παίζει κάποιος για την περηφάνια της πατρίδας. Θέλει αποτελέσματα και άμεσα! Μία χρονιά δέκα μηνών, όμως, με παίκτες που πληρώνονται αδρά για να μην προσφέρουν, δεν μπορεί να συγκριθεί με ένα τουρνουά στο οποίο, πας με δώδεκα παίκτες που πάλι εσύ έχεις επιλέξει, δεν αλλάζουν αλλά δεν αμείβονται κιόλας. Στον τομέα της τακτικής, μπορεί πολλοί να θεωρούν ότι δεν δίνει μεγάλη βάση στο scouting, ωστόσο, ο ίδιος προτιμά να εξαρτάται από την απόδοση των παικτών του, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στο ταλέντο τους και αυτό αποτελεί ξεκάθαρο κομμάτι της φιλοσοφίας. Ανέκαθεν πίστευε ότι οι αντίπαλοι θα προσαρμοστούν στις ικανότητες της ομάδας του κι όχι οι παίκτες του στα χαρακτηριστικά των αντιπάλων και δεν του αρέσει να βάζει τους «δικούς» τους σε καλούπια μέσα στο παρκέ, γιατί έτσι θεωρεί ότι περιορίζει το ένστικτό τους. Στο κορυφαίο επίπεδο, όμως, υπάρχουν κι άλλοι σύλλογοι που έχουν ποιοτικούς ή ακόμη ποιοτικότερους παίκτες κι αν η προετοιμασία του αγώνα, δεν επικεντρώνεται και στα ατού του αντιπάλου, μοιραία οι πιθανότητες επιτυχίας μειώνονται. Γενικά το προφίλ του ταιριάζει περισσότερο στον προπονητή του ΝΒΑ και γι' αυτό ο ίδιος, έχει δηλώσει ότι κάποια στιγμή θα ήθελε να δοκιμάσει στην άλλη άκρη του Ατλαντικού.

Συμπέρασμα

Ο Τζόρτζεβιτς του Ρίο, πάντως, έδειξε ότι έχει αρχίσει να αναθεωρεί κάποια πράγματα και να μαθαίνει από τα λάθη του. Η τελείως διαφορετική εικόνα της Σερβίας στο δεύτερο παιχνίδι με την Αυστραλία (ημιτελικός) και ο θρίαμβος (87-61) επί των «μπούμερς», που είχαν κερδίσει εύκολα (66-81) στην φάση των ομίλων, ήταν εμφανώς αποτέλεσμα της σωστής μελέτης και ανάγνωσης της επιθετικής λειτουργίας των «καγκουρώ» και της διαφορετικής προσαρμογής. To συνεχές passing-game στο πρώτο ματς κόντρα στους Αμερικανούς «κατέβασε» αισθητά το ρυθμό της αμυντικής πίεσης κι επέτρεψε στους παίκτες του αξιοποιήσουν στο έπακρο το ταλέντο τους και να απειλήσουν περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη ομάδα τους «Γιάνκηδες». Συμπέρασμα: Ο «Σάλε» δεν είναι ακόμη μεγάλος προπονητής. Για να θεωρηθεί ξεχωριστός, πρέπει να κάνει την διαφορά σε μία γεμάτη χρονιά και σε έναν απαιτητικό πάγκο! Έχει όμως, την γνώση, την προσωπικότητα και κάποια πολύ καλά στοιχεία, που αν τα ενισχύσει δίνοντας μεγαλύτερη βαρύτητα στην σωστή προετοιμασία και την ανάλυση του αντιπάλου, μπορεί να γίνει αυτός που «ονειρεύτηκε» ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος, όταν του έδωσε τα «κλειδιά» του «τριφυλλιού.

Best of internet