Η... τεστοστερόνη του «πικραμένου» Έλληνα!

Η... τεστοστερόνη του «πικραμένου» Έλληνα!

Ο Αντώνης Καλκαβούρας εξηγεί με επιχειρήματα γιατί οι αποτυχίες δεν αποτελούν μέτρο σύγκρισης για την πορεία του ελληνικού μπάσκετ και θλίβεται με το νεοέλληνα που οικειοποιείται την εκάστοτε επιτυχία και ψάχνει τον αποδιοπομπαίο τράγο στην ήττα.

Η... τεστοστερόνη του «πικραμένου» Έλληνα!

Είναι αλήθεια ότι από το 1987 έως και το 2009, καλομάθαμε σε όλα τα επίπεδα και στην Ελλάδα, τα ζήσαμε και τα είχαμε όλα! Η εποχή του «Τσοβόλα δώστα όλα» και των εύκολων δανείων, εξασφάλισε μία γενική ευημερία στη χώρα και η πλειοψηφία των Ελλήνων, θεωρούσε ότι ζει στον... παράδεισο, με παραδεισένιο τρόπο! Η αντίστοιχη κατάσταση επικράτησε και στον ελληνικό αθλητισμό, με μεγαλύτερη συνέπεια στο μπάσκετ, σε εθνικό και πιο πολύ σε διασυλλογικό επίπεδο, αλλά και με τεράστιες στιγμές στο ποδόσφαιρο (Euro 2004), στο στίβο (1997-2004), την άρση βαρών (1992-2004) κι άλλα αθλήματα σε μικρότερο βαθμό.

 

Κοινώς, μεγαλώσαμε με τα καλοκαίρια μας γεμάτα εθνική ανάταση από τις πολυάριθμες γαλανόλευκες επιτυχίες στα σπορ, που πάντα ήταν το νο1 χόμπι του Έλληνα, γιατί έτσι έμαθε, όχι μόνο γιατί είναι δωρεάν! Στο μπάσκετ, ειδικότερα, οι επιτυχίες της τελευταίας 30ετίας, κυριολεκτικά δεν είχαν προηγούμενο. Το έπος του '87, που έβγαλε όλη τη χώρα στους δρόμους, έβαλε την «πορτοκαλί θέα» μέσα στις καρδιές όλων μας και ξάφνου, τα ανοιχτά γήπεδα γέμισαν ασφυκτικά. Στην Ελλάδα, όπου ο τυφλός οπαδισμός είναι ένα από τα μεγαλύτερα δεινά της κοινωνίας μας, για μία τριετία (1988-1991), τις Πέμπτες, οι δρόμοι ερήμωναν γιατί όλοι γίναμε Άρης και είμαστε καρφωμένοι στις τηλεοράσεις για να δούμε τον «κιτρινόμαυρο αυτοκράτορα» εκείνης της εποχής, να μεγαλουργεί στο Κύπελλο Πρωταθλητριών! Η πολυετής κυριαρχία της ομάδας της Θεσσαλονίκης στην Ελλάδα και ο ανταγωνισμός με τον ΠΑΟΚ, ανέβασε επίπεδο τον «δικέφαλο του Βορρά», που στέφτηκε Κυπελλούχος Ευρώπης το 1991, για να τον ακολουθήσει ο συμπολίτης του δύο χρόνια αργότερα (1993), στην ίδιο διοργάνωση, μετονομασμένη σε Κύπελλο Saporta!

 

Στην πορεία, στο μπάσκετ επένδυσαν οι μεγάλοι επιχειρηματίες της εποχής (Κόκκαλης και Γιαννακόπουλοι, Φιλίππου) και σιγά-σιγά άρχισαν να μπαίνουν τα θεμέλια της κυριαρχικής πορείας του Ολυμπιακού (1993-97), της δυναστείας που έχτισε ο Παναθηναϊκός (1998-2014) και του ξεπετάγματος της ΑΕΚ (2000-2002). Τα ευρωπαϊκά τρόπαια άρχισαν να πέφτουν... βροχή (6 ο ΠΑΟ, 3 ο Ολυμπιακός και ο Άρης, 2 ο ΠΑΟΚ και 1 το Μαρούσι) και όλες αυτές οι επιτυχίες, είχαν αντίκτυπο και στην Εθνική ομάδα. Μετά το αργυρό μετάλλιο στο Ευρωμπάσκετ του Ζάγκρεμπ (1989), η «επίσημη αγαπημένη», βρισκόταν συνεχώς – με ελάχιστες εξαιρέσεις – σε απόσταση αναπνοής από το βάθρο σε όλες τις διεθνείς διοργανώσεις, με αποτέλεσμα να εδραιωθεί στην ελίτ του παγκοσμίου μπάσκετ.

 

Η «χρυσή» φουρνιά των τεσσάρων γκαρντ (Παπαλουκάς, Διαμαντίδης, Σπανούλης και Ζήσης) που ξεπήδησαν μέσα από την παραγωγική διαδικασία και – μέσες άκρες – έφτασαν στο peak τους την ίδια περίοδο, υπό την καθοδήγηση ενός «ιερού τοτέμ» του αθλήματος, όπως ο Παναγιώτης Γιαννάκης, ήταν ο λόγος που η Εθνική ομάδα πέτυχε μία ακόμη εκτόξευση στην πενταετία 2004-09. Πρώτη στην Ευρώπη το 2005, 2η στον κόσμο το 2006, χάλκινο μετάλλιο στο Ευρωμπάσκετ του 2009, 4η θέση στο αμέσως προηγούμενο του 2007 και δύο φορές 5η θέση σε ισάριθμα ολυμπιακά τουρνουά. Έκτοτε, το απόλυτο μηδέν, παρ' ότι ταυτόχρονα, οι δύο μεγαλύτεροι ελληνικοί σύλλογοι, στο μεταξύ, κατέκτησαν τρεις φορές (το 2011 ο ΠΑΟ και το 2012 & 2013 ο Ολυμπιακός) την Euroleague!

 

Γιατί λοιπόν, τα τελευταία επτά χρόνια η Εθνική ομάδα αποτυγχάνει συνεχώς; Κατά την προσωπική μου άποψη, δεν φταίνε ούτε μόνο οι προπονητές, ούτε μόνο οι παίκτες και φυσικά ούτε η μόνο ομοσπονδία ή οι δημοσιογράφοι, αλλά ένας συνδυασμός όλων αυτών και κυρίως ο απαρχαιωμένος τρόπος με τον οποίο λειτουργεί η ομοσπονδία, από τις διοικητικές υπηρεσίες, μέχρι τα πρόσωπα που την εκπροσωπούν, κρατούν καίριες θέσεις και λαμβάνουν τις αποφάσεις. Άλλωστε, όλες οι ομάδες, όλα τα αθλήματα, διανύουν κάποια στιγμή μία περίοδο παρακμής, που σε τελική ανάλυση είναι νομοτελειακή και σιγά-σιγά ανασυγκροτούνται και κάνουν νέα αρχή.

 

Η αντίρρησή μου, έχει να κάνει με την υπερβολική τάση που έχουμε, σαν λαός, στην απόδοση ευθυνών, λες και η αποτυχία του αντιπροσωπευτικού συγκροτήματος ή των «αιωνίων αντιπάλων» καταστρέφει τις ζωές μας. Γιατί στην Ελλάδα άραγε, έχουμε αναγάγει σε θέσφατο να πρέπει οπωσδήποτε να ρίξουμε στην πυρά κάποιον/κάποιους, όταν μία αθλητική ομάδα δεν πετυχαίνει τον στόχο της και απαραίτητα να θεοποιούμε τους πρωταγωνιστές της όποιας επιτυχίας; Είμαι πλέον πεπεισμένος ότι το εκάστοτε αθλητικό αποτέλεσμα δεν καταστρέφει τις ζωές μας, μόνο και μόνο γιατί αυτές έχουν ήδη ψιλοκαταστραφεί!

 

Είμαστε τόσο πικραμένοι από την καθημερινότητά μας, που το μοναδικό μας αποκούμπι, η μοναδική μας χαρά, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον αθλητισμό και την πορεία της αγαπημένης μας ομάδας ή ακόμη περισσότερο της Εθνικής ομάδας όλων μας! Η νίκη προσφέρει πρόσκαιρη λήθη στα τεράστια καθημερινά προβλήματα που αντιμετωπίζουμε και επιπροσθέτως ψυχική και κατ' επέκταση εθνική ανάταση. Γι' αυτό και της δίνουμε μεγαλύτερη αξία, εξ' ου και η θεοποίηση των πρωταγωνιστών! Η ήττα, όμως, έχει πολύ χειρότερες επιδράσεις. Δεν την θέλουμε, δεν την περιμένουμε και όταν έρθει και μας χαλάσει το γλυκό, της δίνουμε να καταλάβει. «Ποιος Κατσικάρης, δεν ντρέπεται; Δεν μας αδειάζουν τη γωνιά οι Αντετοκούνμπο να πάνε στη Νιγηρία; Καλά αυτός ο Μπουρούσης, θέλει να παίξει στο ΝΒΑ; Είναι δυνατόν ο Καλάθης να παίρνει δύο εκατομμύρια; Δεν πειράζει που χάσαμε γιατί θα ξεκουμπιστεί μία ώρα αρχύτερα ο Βασιλακόπουλος!», είναι μερικά από τα σχόλια που αλίευσα μία ώρα μετά την ήττα της Ελλάδα από την Κροατία, κάνοντας μία «γύρα» σε facebook και twitter.

 

Δυστυχώς κύριοι αυτοί είμαστε και δεν θα αλλάξουμε, όσο η ποιότητα ζωής μας υποβαθμίζεται ολοένα και περισσότερο. Θα δίνουμε μεγαλύτερη αξία στα καλά και με οργή, θυμό και μίσος, θα αφορίζουμε στον υπερθετικό βαθμό τα ίδια πρόσωπα, όταν δεν μας κάνουν χαρούμε. Οι Έλληνες αθλητές και δη οι μπασκετμπολίστες των παχυλών απολαβών, που εμείς οι ίδιοι ζηλεύουμε, δεν έχουν δικαίωμα να χάσουν ή να μην κερδίσουν, γιατί αν χάσουν, θα κάνουν ακόμη πιο μίζερη τη ζωή μας. Αν κερδίσουν όμως, θα τους έχουμε τσακίσει όλοι μαζί! Τα καλά σου, δικά μου και τα κακά σου, όχι απλά δικά σου, αλλά σε κράζουμε κι από πάνω!

 

Υ.Γ.: Ο «μυρωδιάς» και super-αποτυχημένος για το ευρύ κοινό, Κατσικάρης, ολοκλήρωσε την τριετή πορεία του στον πάγκο του αντιπροσωπευτικού συγκροτήματος με ρεκόρ 14-3 σε επίσημα παιχνίδια, κάνοντας τρεις ήττες σε ισάριθμα νοκ-άουτ. Κανενός coach η αξία, όμως, δεν μπορεί να κριθεί από την θητεία του σε Εθνικές ομάδες και σε τουρνουά 8-15 ημερών. Αν ήταν έτσι, γιατί ο Παναγιώτης Γιαννάκης που είναι και ο πιο επιτυχημένος ομοσπονδιακός στην ιστορία της «επίσημης αγαπημένης», ψάχνει τρία χρόνια να βρει δουλειά της προκοπής και δεν βρίσκει; Ή πόσο άσχετοι μπορεί να είναι στην Μπαρτσελόνα (και στη Ρεάλ πριν από λίγα χρόνια) και προέκριναν τον Φώτη στη short-list για την τεχνική ηγεσία της ομάδας;

 

Υ.Γ.2: Το ίδιο ισχύει με τον Γιάννη Αντετοκούνμπο, που ετοιμάζεται να υπογράψει το μεγαλύτερο συμβόλαιο που θα έχει πάρει ποτέ Έλληνας αθλητής. Που; Στο ΝΒΑ; Το παιδί δεν είναι ακόμη έτοιμο και χρειάζεται μία γεμάτη προετοιμασία για να μάθει πως να εκμεταλλεύεται τα τεράστια πλεονεκτήματά του στην Ευρώπη, που το μπάσκετ είναι διαφορετικό.

 

Y.Γ.3: Ο Μπουρούσης, που αναδείχτηκε MVP της ισπανικής λίγκας και μέλος της καλύτερης πεντάδας στην Euroleague και τον οποίο θέλει όλη η υφήλιος, έγινε ξαφνικά ελάχιστος;

 

Υ.Γ.4: Μήπως ξεχάσαμε ότι οι έξι από τους 12 που βρέθηκαν στο Τορίνο, φόρεσαν για πρώτη φορά το εθνόσημο στο στήθος σε μεγάλη διοργάνωση;

 

Υ.Γ.5: Το κλάμα του Αγραβάνη δείχνει ότι η νέα γενιά αντιλαμβάνεται το βάρος της κληρονομιάς που έχει να σηκώσει και αποτελεί πολύ θετικό οιωνό για τη συνέχεια.

Y.Γ.6: Εκτιμώ ότι κάλλιστα θα μπορούσαμε να βρισκόμαστε στη θέση της Κροατίας που «πετάει» για Ρίο, αν είχαμε το χρόνο να μεταλαμπαδεύσουμε στους νέους παίκτες, που αποτέλεσαν τη βάση της Εθνικής, τη φιλοσοφία του παιχνιδιού. Οι ομάδες θέλουν φτιάχνονται με μέθοδο, πρόγραμματισμό και δουλειά στο γήπεδο και όχι μέσα σε 2 εβδομάδες και σε ένα τουρνουά 6 ημερών.

Υ.Γ.7: Πόσο άσχετοι πρέπει να είναι οι Κροάτες που έδωσαν τα ηνία της Εθνικής του, σε τρία ιερά τέρατα (ΡάτζΑ, Βράνκοβιτς και Κούκοτς), που αποφάσισαν για όλα, ενέπνευσαν τους παίκτες και στο τέλος ανέθεσαν την τεχνική ηγεσία σε έναν προπονητή-διαχειριστή με όνομα βαρύ σαν ιστορία;

 

Best of internet